Δέκα μέρες στην Αβάνα [1]

D
Ρωμανός Γεροδήμος

Δέκα μέρες στην Αβάνα [1]

Κάθομαι να γράψω κάποιες σκέψεις για το πρόσφατο ταξίδι μου στην Αβάνα και αναρωτιέμαι από πού να το πρωτοπιάσω. Ασυναίσθητα, το μυαλό μου με σπρώχνει συνεχώς στο να ξεκινήσω με κάτι προσωπικό και αυτοαναφορικό, κάτι εντελώς άσχετο αλλά και απολύτως σχετικό με το ποια είναι η κοινωνική πραγματικότητα και το τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Κούβα: το ότι, δηλαδή, για δέκα μέρες χρειάστηκε να βγάλω και να αποκόψω τον εαυτό μου από το ψηφιακό ―και υπερκορεσμένο πληροφορικά και επικοινωνιακά― περιβάλλον της καθημερινότητάς μας.

Με την εκτεταμένη χρήση των smartphones και τη διείσδυση της επαγγελματικής επικοινωνίας στον προσωπικό χώρο και χρόνο, το να αποκοπείς εντελώς από τη δουλειά ή τη ροή των κοινωνικών μέσων, έστω και για λίγες μέρες, είναι πλέον σπάνιο. Κι ενώ πάντα υπόσχεσαι στον εαυτό σου ότι αυτή τη φορά δεν θα μπεις στο email, δεν θα καταπιαστείς με θέματα δουλειάς, θα αφήσεις το μυαλό σου να αδειάσει, τελικά ―είτε για πρακτικούς λόγους, είτε επειδή έτσι έχεις συνηθίσει, έχοντας σταδιακά ξεχάσει πώς να αφήνεις το μυαλό σου ήσυχο― καταλήγεις να κουβαλάς στις διακοπές το φορτίο των υποχρεώσεων, των ευθυνών, της εργασίας, της συνεχούς ενημέρωσης και επικοινωνίας, της αδιάκοπης διάδρασης και ενός ασταμάτητου performance που αναδεικνύει μεν μία πλευρά του εαυτού σου, αλλά δεν παύει να είναι μία του πλευρά.

Αυτή η φορά όμως ήταν διαφορετική· και το γνώριζα. Ήξερα ότι η χρήση ίντερνετ στην Κούβα είναι εξαιρετικά περιορισμένη (αν και δεν μπορούσα να φανταστώ τις συνθήκες στις οποίες πραγματοποιείται). Η αποχή από τα μίντια και τις ψηφιακές μου κοινότητες θα ήταν πραγματική και ολοκληρωτική ― και δεν έβλεπα την ώρα να ξεφύγω. Η σκέψη, όμως, του τι θα έβρισκα στα Εισερχόμενα όταν θα επέστρεφα μετά από δεκαήμερη απουσία μού προκαλούσε άγχος. Εάν δεν έκανα κάτι δραστικό, θα αντιμετώπιζα το θέαμα ενός inbox με αρκετές εκατοντάδες, εάν όχι χιλιάδες, μηνύματα που θα απαιτούσαν ώρες εκκαθάρισης. Λίγα εικοσιτετράωρα πριν την ημέρα της αναχώρησης άρχισα να διαγράφομαι από σχεδόν όλα τα mailing lists που ―σε συνδυασμό με προσωπικά και επαγγελματικά μηνύματα― καθημερινά τροφοδοτούν το inbox μου: ενημερωτικά δελτία, ειδοποιήσεις από μέσα ενημέρωσης και μέσα μεταφοράς, διαφημιστικά έντυπα, καμπάνιες από φιλανθρωπικά ιδρύματα και ΜΚΟ, newsletters από υπηρεσίες, τράπεζες, κινηματογράφους, βιβλιοπωλεία, μαγαζιά, μουσεία… Επί δύο εβδομάδες, κάθε email που έφτανε περνούσε από φιλτράρισμα και συχνά οδηγούσε σε ακύρωση ενημερωτικών συνδρομών, τις περισσότερες εκ των οποίων ουδέποτε ενεργοποίησα ο ίδιος (τουλάχιστον εν γνώσει μου).

Έτσι τελικά κατάφερα να νιώσω την έκταση του ηλεκτρονικού θορύβου· του όγκου των άχρηστων πληροφοριών που ο εγκέφαλός μας αναγκάζεται να διαχειριστεί σε καθημερινή βάση χωρίς καν να το καταλαβαίνουμε. Κάθε email που φτάνει στον φάκελο με τα Εισερχόμενά σου ―όπως και κάθε μήνυμα ή κλήση στο τηλέφωνό σου― ουσιαστικά διεκδικεί ή οικειοποιείται ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι του χρόνου σου. Δηλαδή της ζωής σου. Η μεμονωμένη έκταση κάθε τέτοιας διάδρασης είναι απειροελάχιστη· πολύ μικρή για να έχει κάποια σημασία ή ιδιότητα (να αναγνωριστεί δηλαδή από το μυαλό ή το σώμα σου, ή τους άλλους, σαν δουλειά, διασκέδαση, επικοινωνία ή επιμόρφωση). Σωρευτικά όμως αυτή η διαδικασία αναλώνει εντέλει τεράστια αποθέματα χρόνου, ενέργειας και φαιάς ουσίας. (Η συνειδητοποίηση του ότι η ζωή αυτή ανήκει σε εσένα και όχι σε οποιονδήποτε άλλον διεκδικεί, ασχέτως προθέσεων, ένα κομμάτι της είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα αποκατάστασης της πνευματικής ηρεμίας και βελτίωσης της ποιότητας ζωής σου).

Όπως γίνεται σε κάθε περίπτωση πολυήμερης φυγής από τη δουλειά, για κάθε μέρα άδειας δαπανάς τρεις επιπλέον μέρες αδιάκοπης εργασίας και προετοιμασίας πριν φύγεις και αφού επιστρέψεις. Κάθε περίοδος διακοπών λειτουργεί και σαν ψυχολογική ή πρακτική προθεσμία: Μέχρι να φύγω θα πρέπει να έχω ολοκληρώσει αυτές τις δουλειές, να έχω κλείσει εκείνες τις υποχρεώσεις, να έχω ενημερώσει αυτούς τους συνεργάτες, να έχω παραδώσει εκείνα τα πράγματα. Οι υπερφιλόδοξοι αυτοί στόχοι συνήθως ακολουθούνται από παταγώδη αποτυχία και μία αίσθηση δημιουργικής ή επαγγελματικής ανεπάρκειας και ενοχής που αιωρείται σαν μαύρο σύννεφο καθ’ όλη τη διάρκεια των διακοπών σου.

Και έτσι βρέθηκα να καταπιάνομαι με τη μόνη (και όλως τυχαίως πιο σημαντική) εναπομείνασα εκκρεμότητα ―τις διορθώσεις σε μία επιστημονική μελέτη― στη διάρκεια της πτήσης από Μαδρίτη προς Αβάνα. (Για όσους ενδιαφέρονται να πάνε στην Κούβα, συνιστώ τις οικονομικές, άνετες και μέχρι στιγμής ασφαλείς πτήσεις της Air Europa μέσω Μαδρίτης, παρά τα φτωχικά γεύματα και την κωμική αδιαφορία των αεροσυνοδών που, σαν σε ταινία του Αλμοδόβαρ, περνούν περισσότερο χρόνο μιλώντας μεταξύ τους από ό,τι εξυπηρετώντας τους επιβάτες).

Αφού άπλωσα τα πράγματά μου σε μία τριάδα θέσεων, και αφού είδα το μέτριο αλλά χορταστικό Inferno στο ατομικό σύστημα ψυχαγωγίας του νέου Dreamliner, αποφάσισα να κάνω ό,τι μπορώ για να τελειώσω τις διορθώσεις πριν φτάσω στην Κούβα. Μέσα σε έξι ώρες απερίσπαστης προσπάθειας κατάφερα να διεκπεραιώσω δουλειά τριών ημερών. Αυτό βέβαια με προβλημάτισε, αφού κατέρριψε τη θεωρία της ανικανότητας. Ίσως, τελικά, η δυσκολία εμπρόθεσμης ολοκλήρωσης κειμένων τόσον καιρό να μην οφειλόταν σε επιστημονική ανεπάρκεια, έλλειψη δεξιοτήτων ή δημιουργικό μπλοκ, αλλά σε μία δομή της καθημερινότητας (κοινωνική, τεχνολογική, επαγγελματική, πολιτισμική) η οποία απλώς δεν ευνοεί τη συγκροτημένη σκέψη και τη συγγραφή και, αθόρυβα αλλά συνεχώς, θέτει εμπόδια (ή πολύ καλές δικαιολογίες).

Μία ώρα πριν την προσγείωση βρέθηκα προ διλήμματος: έχοντας ετοιμάσει τα αρχεία που έπρεπε να καταθέσω στον εκδότη, είχα την επιλογή να αγοράσω (ακριβή) πρόσβαση στο WiFi του αεροπλάνου, να τα στείλω και να μπορέσω να απολαύσω ξέγνοιαστος τις διακοπές μου καθώς και τη γεύση μιας σπάνιας θριαμβευτικής νίκης εναντίον του κακού εαυτού μου, ή να πάρω το λάπτοπ μου σε ένα από τα σημεία με WiFi στο κέντρο της Αβάνας ώστε να προσπαθήσω να τα στείλω από εκεί με πρώτη ευκαιρία.

Για πολύ καλή μου τύχη, η ανάγκη τελειωτικής αποκοπής από τις υποχρεώσεις της δουλειάς ―συν την ανησυχία για τα προβλήματα που μπορεί να μου δημιουργούσε το να περιφέρομαι στην Αβάνα με ένα λάπτοπ που φέρει ένα τεράστιο αυτοκόλλητο με το σήμα της καμπάνιας του Κένεντι στις εκλογές του 1960― με οδήγησε στην ελαφρώς σουρεαλιστική πράξη τού να βγάλω την πιστωτική μου κάρτα μέσα στο αεροπλάνο, να πληρώσω 13 ευρώ για να μπω στο WiFi, να στείλω το κείμενο ενώ βρισκόμασταν κάπου πάνω από το Τρίγωνο των Βερμούδων, και αμέσως μετά να το κλείσω για την προσγείωση. Το ότι το ποσό που εγώ πλήρωσα για 10 λεπτά σύνδεσης στο ίντερνετ ισούται ακριβώς με το μισό μηνιάτικο ενός Κουβανού (ανεξαρτήτως επαγγέλματος, ο επίσημος μισθός δημοσίων υπαλλήλων στην Κούβα είναι 25 δολάρια) ήταν μόνο μία μικρή πρόγευση των έντονων αντιθέσεων και των παραδόξων που θα παρατηρούσα τις επόμενες ημέρες.

Εκ των υστέρων, ωστόσο, αποδείχτηκε ότι έπραξα πολύ σοφά.

[ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ]

Η σειρά συνοδεύεται από ψηφιακή έκθεση 120 φωτογραφιών: Το Αστικό Τοπίο της Αβάνας.