Δεν ξέρω ακόμη

L
Σταύρος Ασθενίδης

Δεν ξέρω ακόμη

Τολμώ να πω πως δεν μου είναι εύκολο το γράψιμο αυτές τις μέρες, με αυτόν τον χειμώνα που δεν είναι χειμώνας δεν βγαίνουν οι λέξεις να ταιριάξουν καθώς πρέπει η μία πίσω από την άλλη, αλλά τώρα θα πρέπει να σου εξομολογηθώ και κάτι άλλο, δεν μπορώ να διαβάζω πια όπως παλιά, δεν ξέρω γιατί και δεν ξέρω ακόμη για πόσο, δεν αντέχουν όμως τα μάτια να μένουν για ώρα πάνω στη σελίδα, φεύγουν, πονάνε και πετάνε, πάνε και στέκονται στον τοίχο ή στο ταβάνι, ή έξω από το παράθυρο αν είναι ανοιχτό, ή —στην καλύτερη— στην καμπύλη της μέσης σου καθώς ξαπλώνεις και κοιμάσαι δίπλα μου, γιατί εκεί θα σκαλώνω πάντα, στη μέση σου, στους ώμους σου, στα γόνατά σου, κι ας μην μπορώ πια να διαβάσω ούτε λέξη, κι ας σβήσω την αλφάβητο από τη μνήμη μου, ας μείνουν βουβά χαράγματα χωρίς περιεχόμενο, θα πιάνω τα χέρια σου και θα σε ρωτάω, Τι λέει εδώ; τι λέει; συλλάβισέ το με τα χείλη σου αργά, α λεύ ρι, Ναι, δεν θέλω κάτι περίπλοκο, αυτό είναι, από μια λέξη θα πιάνομαι, υπάρχουν πράγματα που φτιάχνονται με λίγες λέξεις, λά δι, θαύματα που φουσκώνουν χωρίς παραγράφους και σημειώσεις, α λά τι, κι έννοια σου, από εκεί και κάτω ξέρω, θα πάρω το αλεύρι και θα το ζυμώσω, μαγιά, λίγο νερό κι αλάτι, θα απλώσω τη ζύμη σε λαδωμένο ταψί, κι αφού την αφήσω ήρεμη να φουσκώσει σαν ανάσα πριν τον αναστεναγμό, θα πάρω και θα την πασπαλίσω με λίγη ώριμη ψιλοκομμένη ντομάτα, αψιές φέτες κρεμμύδι και χοντρό αλάτι μαζεμένο από τα βράχια, θα τη βαφτίσω σε ένα φλιτζάνι λάδι και θα τη φουρνίσω σε φούρνο καυτό σαν την ανάσα σου, κι όταν είναι έτοιμη θα σε βάλω να τη δαγκώσεις και θα σου πω, Διάβασέ μου τώρα, διάβασε με τα μάτια κλειστά, διάβασέ μου για τη θάλασσα και το καλοκαίρι, τον ήλιο, τα ιδρωμένα μαλλιά κολλημένα στον αυχένα σου, διάβασέ μου χωρίς λέξεις, κι εγώ θα πιάνομαι, δεν ξέρω ακόμη για πόσο, και θα ανακαλώ τη μνήμη μου, τη γεύση μου, για να διαβάζεις, για να περάσει αυτός ο χειμώνας που δεν είναι χειμώνας.