Δημοκρατική κληρονομιά

P
Ρωμανός Γεροδήμος

Δημοκρατική κληρονομιά

Τρεις σκέψεις σχετικά με τη (σημαντική) συνέντευξη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στον Αλέξη Παπαχελά, ένα πολύ μικρό απόσπασμα της οποίας μεταδόθηκε την Τετάρτη το βράδυ:

(α΄) Η συνέντευξη αποτελεί, όχι μόνο ένα μοναδικό και πολύτιμο υλικό για ιστορικούς, πολιτικούς και πολιτικούς επιστήμονες, αλλά και μία όαση για κάθε σκεπτόμενο πολίτη που διψά να ακούσει κάτι που θα τον κάνει να σκεφτεί, να μάθει, να εμπλακεί νοητικά και παραγωγικά ― ασχέτως ιδεολογικών ή τακτικών διαφωνιών. Η μεγαλύτερη κληρονομιά του Μητσοτάκη δεν είναι ούτε τα μεγάλα έργα που ξεκίνησαν επί των ημερών του, ούτε ότι έσωσε την Ελλάδα από χρεοκοπία σε μία κρίσιμη στιγμή, ούτε καν ότι έθεσε τις βάσεις του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος και της ένταξης της Ελλάδας στον πυρήνα του διεθνούς και ευρωπαϊκού συστήματος. Όλα αυτά είναι σημαντικά, αλλά ώς ένα βαθμό είναι εύκολο να αντιστραφούν και να καταστραφούν ― και αυτό ζούμε τα τελευταία δύο χρόνια. Αυτό που μένει ―και αυτό που κληρονόμησαν τόσο η Ντόρα Μπακογιάννη και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όσο και ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας (μειοψηφία ίσως, πάντως σημαντική)― είναι η αντίληψή του για την ευθύνη και την ωριμότητα της κοινωνίας και του εκλογικού σώματος. Ο Μητσοτάκης ποτέ δεν μίλησε συγκαταβατικά στον λαό. Ποτέ δεν χάιδεψε αυτιά, ποτέ δεν μίλησε κουτοπόνηρα στους πολίτες λες και είναι πρόβατα ή ηλίθιοι ― και αυτό το πλήρωσε. Δεν είναι απλώς ρεαλισμός ή καθαρή ματιά. Είναι ο στοιχειώδης σεβασμός προς τα εκατομμύρια των ανθρώπων που θέλεις να σε σεβαστούν και να σε εμπιστευτούν με την ψήφο σου. Ο ευκολότερος τρόπος για να κερδίσεις αυτή την εμπιστοσύνη είναι να εκμεταλλευτείς τα αδύναμα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης τους· τις ανάγκες τους, την άγνοιά τους, την οργή τους, την εκδικητικότητά τους. Να δείχνεις ότι είσαι με το μέρος τους και τους υπηρετείς, ενώ στην ουσία τούς κοροϊδεύεις μπροστά στα μούτρα τους και πίσω από την πλάτη τους. Το δύσκολο (και το σωστό) είναι να λες αυτό που εσύ πιστεύεις ότι είναι η αλήθεια, ακόμη και όταν ―κυρίως όταν― αυτή ενοχλεί ή πονάει, όχι μόνο κάποια αφηρημένη προνομιούχα ελίτ, αλλά τους πολλούς. Το δύσκολο (και το σωστό) είναι να εξηγείς την πολυπλοκότητα του διεθνούς συστήματος, την αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση κοινωνιών, κυβερνήσεων, αγορών, οργανισμών, παικτών ― όχι να μειώνεις τα πάντα σε μανιχαϊκά διλήμματα για παιδάκια νηπιαγωγείου. Το δύσκολο (και το σωστό) είναι να φέρνεις την κοινωνία προ των ευθυνών της, όχι αφ’ υψηλού, όχι καταγγελτικά, αλλά με συγκεκριμένες προτάσεις, με συγκεκριμένες λύσεις. Και αυτό το δύσκολο μονοπάτι ακολούθησε ο Μητσοτάκης και αυτή είναι η πολυτιμότερη κληρονομιά του, η οποία είναι τώρα αναγκαία περισσότερο από ποτέ στη μεταπολεμική ιστορία του τόπου.

(β΄) Περιγράφει ο Μητσοτάκης πώς, όταν ήταν πρωθυπουργός, πήγαινε το πρωί στο γραφείο του και σήκωνε το κόκκινο τηλέφωνο και μιλούσε με 3, 4, 5, 10 υπουργούς, υφυπουργούς, ακόμη και γενικούς διευθυντές υπουργείων ― μέρα μετά την ημέρα, κάθε ημέρα για ό,τι ήταν απαραίτητο. Έθετε στόχους για τα υπουργεία, καλούσε συσκέψεις, διηύθυνε την κυβέρνηση «όπως ο μαέστρος την ορχήστρα». Ήταν μία πολιτική διακυβέρνησης, «όχι πολιτική προσώπων». Η πικρή αλήθεια είναι ότι αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης ―το οποίο φυσικά δεν είναι το ιδεατό, αλλά το φυσιολογικό, το απαραίτητο― σπανίζει στην Ελλάδα. Μετά τον Μητσοτάκη, μόνο ο Σημίτης και (σε ένα βαθμό) ο Σαμαράς άσκησαν αυτού του είδους τη «σφιχτή» καθημερινή εποπτεία του κυβερνητικού έργου. Η περιγραφή του Μητσοτάκη φαντάζει τόσο μα τόσο απομακρυσμένη από την τωρινή μας εμπειρία. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια του αυτόματου πιλότου, της αμέριμνης διακυβέρνησης, της πολιτικής των προσώπων και των εντυπώσεων και του Twitter και των γελοίων δελτίων Τύπου που σχολιάζουν τη μικροπολιτική σαν κακέκτυπο κακής κωμωδίας καταστάσεων. Καμία κυβέρνηση δεν έχει αυτή την πολυτέλεια, πολύ δε περισσότερο η κυβέρνηση μιας χώρας που προσπαθεί να ξανασταθεί στα πόδια της. Το ανέκδοτο και η τραγωδία της αέναης διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, της αέναης αξιολόγησης που δεν κλείνει ποτέ, αυτή η παρωδία του ταξιδιού προς την Ιθάκη της ανάπτυξης, πρέπει επιτέλους να τελειώσει. Η Ελλάδα χρειάζεται μία σοβαρή κυβέρνηση ― και έναν σοβαρό πρωθυπουργό με στρατηγικό όραμα, πρόγραμμα, στόχους και καθημερινή εποπτεία του κυβερνητικού έργου σε όλους τους τομείς του.

(γ΄) Όπως είναι αναμενόμενο, η συνέντευξη περιλαμβάνει και πολλές αναφορές σε ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος ― από τα Ιουλιανά του 1965 μέχρι και την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 1993. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, μία τόσο ενδελεχής και αποκαλυπτική συζήτηση θα είχε τεράστιο αντίκτυπο στο πολιτικό σύστημα. Θα έβγαζε ειδήσεις, θα κυριαρχούσε στην επικαιρότητα, θα προκαλούσε θετικές και αναταράξεις σε κόμματα, θα προβλημάτιζε και θα εκπαίδευε πολιτικά την κοινωνία. Αναρωτιέμαι εάν θα συμβεί κάτι τέτοιο τώρα. Η Ελλάδα του 2017 είναι διαφορετική από κάθε άλλη εκδοχή της σύγχρονης ιστορίας της μέχρι το 2010. Η ωμή αλήθεια είναι ότι ένα μεγάλο τμήμα της ―ίσως μία οριακή πλειοψηφία― έχει, εδώ και καιρό, απλώς σταματήσει να ακούει οτιδήποτε δεν επιβεβαιώνει ή δεν τρέφει τα χειρότερα, τα πιο πρωτόγονα ένστικτα της. Οι εσωκομματικές έριδες, οι αντιφατικές αναγνώσεις κινήτρων και κινήσεων, οι λεπτές αποχρώσεις της πολιτικής ιστορίας, η δυναμική ανάμεσα σε ηγέτες, τα παρασκήνια της λειτουργίας των θεσμών ―όλα αυτά δηλαδή που υφαίνουν τον ιστό της κοινωνικής οργάνωσης και υποστηρίζουν τη δομή του κοινοβουλευτισμού, όλα αυτά που συνήθως, με την πολυτέλεια της ευμάρειας και της σταθερότητας, είτε τα αγνοούμε, είτε τα λοιδορούμε― ίσως δεν σημαίνουν τίποτα για πολύ κόσμο· και αυτό είναι η πραγματική τραγωδία, γιατί μετά την αξιολόγηση και την απόφαση για το χρέος και τα μέτρα για τις συντάξεις και το επόμενο και μεθεπόμενο μνημόνιο, κάποια στιγμή, η χώρα αυτή θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει και να λειτουργεί ως φιλελεύθερη δημοκρατία. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει, δεν πρόκειται να γίνει, χωρίς θεσμική μνήμη, χωρίς έναν ελάχιστο πολιτικό πολιτισμό, χωρίς ανοχή της άλλης άποψης, με μία συνεχή, απόλυτη, καταγγελία των πάντων, τη σήψη της σκανδαλολογίας και της ανέξοδης καταστροφής συνειδήσεων και υπολήψεων και της απόπειρας δολοφονίας (εντός ή εκτός εισαγωγικών) χαρακτήρων.

Το εάν θα λάβουμε σοβαρά υπόψη αυτά που είπε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στην επική αυτή συνέντευξη των 30 ωρών ― ασχέτως τού τι πιστεύει ή νιώθει ο καθένας για πτυχές του πολιτικού του βίου ― θα είναι τεστ για το αν η κοινωνία αυτή εξακολουθεί να έχει ένστικτο αυτοσυντήρησης.