ΔΝΤ [2]

P
Αθανάσιος Τσιούρας

ΔΝΤ [2]

Προκαταρκτική σημείωση: στο προηγούμενο, εισαγωγικό σημείωμα για το ΔΝΤ αναφέρθηκε ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει 188 κράτη-μέλη. Στις 12 Απριλίου προστέθηκε και η Δημοκρατία του Ναουρού ως το 189ο μέλος. Στο παρόν σημείωμα επανερχόμαστε στην αρχή: στην ίδρυση του Ταμείου, στους αρχικούς σκοπούς του και στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του.

 

Βρισκόμαστε στον Ιούλιο του 1944. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος εξακολουθεί να μαίνεται στην Ευρώπη και στον Ειρηνικό. Έχει προηγηθεί, στις 6 Ιουνίου, η επιτυχής απόβαση στην Νορμανδία, αποτέλεσμα συμμαχικών διαβουλεύσεων και της πρώτης συνάντησης των ηγετών των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας και της Σοβιετικής Ένωσης (Roosevelt, Churchill και Στάλιν) στην Τεχεράνη, προς το τέλος του 1943. Ήδη οι συμμαχικές δυνάμεις διαβλέπουν την επικράτησή τους επί του Άξονα και αρχίζουν να σχεδιάζουν τον μεταπολεμικό κόσμο.

Μολονότι ο πόλεμος ήδη διαρκεί σχεδόν τέσσερα χρόνια, οι μνήμες από το δεύτερο μισό της μεσοπολεμικής περιόδου είναι έντονες. Το κραχ του 1929 και η παγκόσμια οικονομική ύφεση οδήγησαν σε εθνικιστικές, εσπευσμένα μερκαντιλιστικές οικονομικές πολιτικές —αύξηση των δασμών, κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου—, καθώς η κάθε χώρα προσπαθούσε να περισώσει με τον τρόπο αυτό την οικονομία της. Η απομόνωση των εθνικών οικονομιών οδηγεί σε μεγάλη πτώση του βιοτικού επιπέδου — η απόπειρα τόνωσης της εσωτερικής αγοράς με την εκτύπωση χρήματος οδηγεί σε φαινόμενα υπερπληθωρισμού, τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα και μέσα σε τέτοιες συνθήκες ευδοκιμούν ολοκληρωτικές απόψεις, οι οποίες σε πολλές χώρες της Ευρώπης επικρατούν πολιτειακά.

Οι παρευρισκόμενοι στη διεθνή συνδιάσκεψη στη βορειοανατολική Πολιτεία των ΗΠΑ Νιου Χάμσαϊρ είναι οικονομολόγοι ή υπουργοί Οικονομικών και εκπροσωπούν 44 συμμαχικά κράτη (εκπροσωπείται και η χώρα μας, παρότι ακόμη δεν είχε απελευθερωθεί, από τον Κυριάκο Βαρβαρέσσο). Γνωρίζουν ότι η Συνθήκη των Βερσαλλιών, που φιλοδοξούσε να φέρει την παντοτινή ειρήνη μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, με τις τιμωρητικές της ρήτρες για τους ηττημένους και με την αδύναμη Κοινωνία των Εθνών που εγκαθίδρυσε, δεν κατάφερε να αποτρέψει μία, ακόμη πιο γενικευμένη, παγκόσμια σύρραξη. Αυτή τη φορά θέλουν να επιτύχουν τη δημιουργία ενός καθεστώτος παγκόσμιας σταθερότητας και διέγνωσαν ότι η οικονομική και νομισματική σταθερότητα θα μπορούσε να αποτελέσει το κλειδί για την παγκόσμια ειρήνη.

Η συνάντηση αυτή έμελλε να γίνει γνωστή ως Διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς, λαμβάνοντας το όνομά της από την ομώνυμη κωμόπολη του Νιου Χάμσαϊρ, και διήρκεσε από την 1η ώς τις 22 Ιουλίου του 1944. Μολονότι οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν κυρίως σε επιτροπές και υποεπιτροπές που συγκρότησαν οι συμμετέχοντες, ενώ ήσαν σχετικώς λίγες οι διασκέψεις που έγιναν εν ολομελεία, δύο μορφές ξεχώρισαν συνολικά και έβαλαν τη σφραγίδα τους στον διάλογο, που κατέληξε στις τελικές συμφωνίες: ο περίφημος οικονομολόγος John Maynard Keynes, από το Ηνωμένο Βασίλειο, και ο Harry Dexter White, που εκπροσωπούσε το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Αυτό δεν ήταν τυχαίο — ο Keynes και ο White είχαν αρχίσει να εκπονούν σχέδια για τη μεταπολεμική παγκόσμια οικονομική τάξη ήδη από τα πρώτα χρόνια του πολέμου.

Και οι δύο επεδίωκαν την ίδρυση ενός διεθνούς οργανισμού που θα παρείχε πιστώσεις στα κράτη. Κατά την αντίληψη του Keynes, οι πιστώσεις αυτές θα έπρεπε να ήταν τόσο εκτεταμένες, ώστε να τονωθούν οι οικονομίες που δεν τα πήγαιναν καλά, ενισχύοντας σημαντικά τη ζήτηση. Ο White ήταν πιο συντηρητικός: θεωρούσε ότι ο διεθνής αυτός φορέας θα έπρεπε να περιορίζεται στην παροχή πιστώσεων που θα επέτρεπαν σε μία οικονομία να αποφύγει τη χρεοκοπία. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι είμαστε ακόμη στην περίοδο κατά την οποία η έννοια των εκτεταμένων κρατικών δαπανών και του κοινωνικού κράτους είχε βρει μία πρώτη εφαρμογή στις Ηνωμένες Πολιτείες, με το New Deal του Προέδρου F. D. Roosevelt, όπου δεν ήταν νοητή η χρεοκοπία μιας οικονομίας εξαιτίας των εκτεταμένων κοινωνικών δαπανών.

Τελικώς οι συμφωνίες του Μπρέτον Γουντς κατέληξαν στη δημιουργία δύο διεθνών οργανισμών: του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας (επισήμως της Διεθνούς Τράπεζας για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη), και στη Γενική Συμφωνία για τους Δασμούς και το Εμπόριο (τη γνωστή μας GATT, το πλαίσιο της οποίας έχει ήδη αντικατασταθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου). Η Παγκόσμια Τράπεζα συστάθηκε ως επενδυτικός οργανισμός, ο οποίος θα βοηθούσε κυρίως οικονομίες που ήταν κατεστραμμένες από τον πόλεμο να χτίσουν υποδομές, προκειμένου να μπορέσουν να ορθοποδήσουν. Η GATT είχε σκοπό να διασφαλίσει το άνοιγμα του παγκοσμίου εμπορίου, απαγορεύοντας ή περιορίζοντας τους δασμούς και άλλες ενέργειες που θα ύψωναν νέα οικονομικά σύνορα.

Πέρα από αυτά, όμως, για τη διασφάλιση της παγκόσμιας νομισματικής σταθερότητας αποφασίστηκε ότι τα κράτη θα έπρεπε να επανασυνδέσουν τα εθνικά τους νομίσματα με το χρυσόν και να επαναθεμελιώσουν ένα σύστημα σταθερών ισοτιμιών μεταξύ τους, που θα επέτρεπε την εύκολη μετατρεψιμότητα μεταξύ των διαφόρων νομισμάτων. Η σταθερότητα στις ισοτιμίες και η μετατρεψιμότητα θεωρήθηκαν ιδιαιτέρως κρίσιμες για την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου, καθώς οι διεθνείς συναλλαγές θα μπορούσαν να γίνονται με όρους γνωστούς στους συναλλασσομένους, ενώ η αβεβαιότητα που θα προκαλούσε η διαφορά των νομισμάτων θα εξέλιπε. Τον έλεγχο αυτής της βασικής ρύθμισης μεταξύ των κρατών, ακριβέστερα την εποπτεία του διεθνούς νομισματικού συστήματος, του διεθνούς συστήματος πληρωμών, θα ανελάμβανε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αυτή ήταν και η κύρια αποστολή του, μαζί με την απόκτηση και καλλιέργεια της σχετικής τεχνογνωσίας, για τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του, ενώ η παροχή πιστώσεων αποκτούσε δευτερεύοντα ρόλο — οι πιστώσεις αυτές θα ήσαν, ως εκ τούτου, περιορισμένες. Ο White είχε επικρατήσει του Keynes.

Μολονότι ήδη από το 1947 το Ταμείο χορήγησε το πρώτο του δάνειο (προς τη Γαλλία), για πρώτη φορά άρχισε να εξετάζει το ενδεχόμενο να απαιτεί τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων ως προϋπόθεση δανεισμού (conditionality) το 1952. Παρότι τα κράτη που θα αποτελούσαν τον ανατολικό συνασπισμό (πολλά εκ των οποίων, όπως και η Σοβιετική Ένωση, είχαν εκπροσωπηθεί στο Μπρέτον Γουντς) δεν συμμετείχαν στο Ταμείο, τα μέλη του πλήθυναν με την απο-αποικιοποίηση των δεκαετιών του 1950 και του 1960, καθώς τα νέα ανεξάρτητα κράτη έσπευδαν να εγγραφούν στον οργανισμό. Όμως η συμμετοχή αυτή είχε τον χαρακτήρα του ανοίγματος στο διεθνές εμπόριο — δεν γινόταν με σκοπό τη διασφάλιση πιστώσεων, αλλά την αξιοπιστία των νομισμάτων που είχαν οι νέες χώρες και τη μετατρεψιμότητά τους. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί ο ρόλος αυτός για ένα νέο κράτος που δεν έχει ακόμη αποκτήσει διεθνή αξιοπιστία: η συμμετοχή στο Ταμείο διασφάλιζε ότι τα νομίσματα των νέων κρατών παρέμεναν συνδεδεμένα με τον χρυσό και έτσι, μολονότι οι οικονομίες που τα στήριζαν ήταν ακόμη αδύναμες, τα ίδια τα νομίσματα μπορούσαν να ανταλλάσσονται διεθνώς και οι νέες οικονομίες μπορούσαν να κάνουν τις απαραίτητες εισαγωγές για να ξεκινήσουν την ανάπτυξή τους. Χωρίς το ταμείο, τα νέα κράτη θα καταδικάζονταν σε διεθνή οικονομική απομόνωση και σε απίστευτη ένδεια για τους πληθυσμούς τους.

Έτσι, τα πρώτα 25 χρόνια της ζωής του το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο συνέβαλε σημαντικά στην παγκόσμια οικονομική σταθερότητα, κυρίως μέσω της εποπτείας των νομισματικών ανταλλαγών. Ο ρόλος του αυτός έπαψε να έχει σημασία όταν, μεταξύ των ετών 1971 και 1973, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Richard Nixon αποσυνέδεσε το δολάριο των ΗΠΑ από τον κανόνα του χρυσού. Οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις, του 1973 και του 1979, ανάγκασαν το Ταμείο να στραφεί στον δανεισμό οικονομιών που κλυδωνίζονταν από τις κρίσεις (μεταξύ άλλων και της Μεγάλης Βρετανίας). Αλλά για τον ρόλο του Ταμείου μετά το 1973 θα αναφερθούμε στο επόμενο σημείωμα.

[ Φωτογραφία: Ο Keynes και ο White στο περιθώριο διάσκεψης του ΔΝΤ στη Σαβάνα της Τζόρτζια το 1946. © Getty ].