Εκείνοι που τσαλαπατήθηκαν

P
Το ελληνάκι

Εκείνοι που τσαλαπατήθηκαν

Η αρθρογραφία για την κατάντια μας, την κατάντια της χώρας, της οικονομίας και της κοινωνίας δηλαδή, είναι αμέτρητη. Κάθε μέρα, παίζει να γράφονται και εκατό απόψεις για την ελληνική κατάντια, ως μέρος μίας ανατροφοδοτούμενης μιζέριας που όλοι βιώνουμε καθημερινά σε όποιο σημείο της χώρας και αν ζούμε. Γιατί όμως έχουμε τόσο πολλούς «πεθαμένους» ανθρώπους γύρω μας; Γιατί όλοι αναγνωρίζουμε τα συμπτώματα αυτής της κοινωνικής ακινησίας, αλλά αδυνατούμε να χτυπήσουμε την αιτία;

Έχοντας ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου σε αυτή τη χώρα και έχοντας άμεσα, βιωματικά, συγκρίσιμα στοιχεία με άλλες χώρες, καταλήγω στην πλέον κλισέ απάντηση: Επειδή δεν βρίσκουμε τίποτε μεμπτό στα «κομμένα φτερά» μας.

Παρακολούθησε λίγο την πορεία ενός ανθρώπου που γεννιέται και μεγαλώνει σε αυτή τη χώρα. Η όποια παιδική και εφηβική δημιουργικότητα και ονειροπόλησή του γειώνεται μέσα σε λίγα χρόνια από το πιο στυφό, ψυχρό και αδιάφορο εκπαιδευτικό σύστημα της Ευρώπης. Οποιαδήποτε δεξιότητα ή κλίση προς κάποιο πεδίο τσαλαπατιέται μέσα σε μία ομοιογενή, γκρι σαλάτα σύμφωνα με τις επιταγές του μέσου όρου. Τα πρώτα επαγγελματικά βήματα γίνονται είτε μέσα στην ανούσια γραφειοκρατία και τον ωχαδερφισμό του Δημοσίου, είτε σε έναν ιδιωτικό τομέα απαίδευτο στην έννοια της επένδυσης στους ανθρώπινους πόρους, καθοδηγούμενα από ακαλλιέργητους και ήδη παραιτημένους ανθρώπους σε θέση εργοδότη. Με εξαιρέσεις, ναι. Αλλά ελάχιστες. Αυτά όλα, υπό ένα οικογενειοκρατικό, συντηρητικό, μοιρολατρικό κοινωνικό πλαίσιο, εχθρικό απέναντι στην ατομική ελευθερία και αυτοδιάθεση. Ποιο ατομικό όραμα έχει απομείνει για να συνθέσει το συλλογικό;

Δεν σου παρουσιάζω καμιά ανακάλυψη του τροχού εδώ πέρα. Αλλά, όπως και να το κάνεις, είναι θλιβερό, ας πούμε σε μία μικρή πόλη που ζω εγώ, που περιβάλλεται από θάλασσα και βουνό, να βλέπεις τις καφετέριες γεμάτες πιτσιρικάδες, αντί να τους βρίσκεις να τρέχουν, να κάνουν ορειβασία, να κολυμπάνε, να αθλούνται, να οργανώνονται σε μικρές δράσεις και εντέλει να αφυπνίζουν τους παραιτημένους μεσήλικες γονείς τους.

Όπως και να το κάνεις, βλέπεις άλλες χώρες, με Πανεπιστήμια γεμάτα ορεξάτους ανθρώπους, πάρκα γεμάτα παρέες, ζευγαράκια, μόνους, που γελάνε, διαβάζουν, τρέχουν, ακούνε μουσική, ονειροπολούν. Που βρίσκουν υποστήριξη στα όνειρά τους, από το ίδιο το κράτος που έχει δομηθεί με βάση το άτομο και όχι την εξυπηρέτηση συμφερόντων των λειτουργών του. Που βρίσκουν υποστήριξη από την ίδια κοινωνία, που δρα συλλογικά διά των ατομικών οραμάτων τού κάθε μέλους της.

Ε, και όπως και να το κάνεις, όλα αυτά σε κάνουν να βλέπεις ότι, ακόμα και αν ξανασταθούμε στα πόδια μας οικονομικά, ακόμα και αν αρχίσει πάλι να κινείται η αγορά και κάπως κουτσά-στραβά βάλουμε κάποια πρόχειρα μπαλώματα στα κοινωνικά προβλήματά μας, η μεγαλύτερη πρόκληση θα είναι να καταφέρουμε να φτιάξουμε μία κοινωνία που θα σέβεται και θα ενθαρρύνει το ατομικό όνειρο του καθενός. Που κυρίως θα τον βοηθά να αποκτήσει όραμα και διάθεση ώστε να είναι αισιόδοξος και να δημιουργήσει μέσα από αυτό, χωρίς να τσαλαπατάει πάνω στο όραμα του διπλανού.

Γι’ αυτό σου λέω. Έχουμε πολλές γενιές ακόμα…