Επιδαύριοι δράκοι

C
Γιώργος Κυριαζής

Επιδαύριοι δράκοι

Το καλοκαίρι έφτασε, το Ελληνικό Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου έχει ξεκινήσει, με πολλές παραγωγές για όλα τα γούστα, και σε διάφορους χώρους, με κορωνίδα οπωσδήποτε το αρχαίο θέατρο Επιδαύρου — όπου εσχάτως ενέσκηψαν δράκοι, υπό τη μορφή μύθων εθνικιστικής υφής. Ας δούμε μερικούς από αυτούς.

Τα προβλήματα ξεκινούν ήδη από την ετυμολόγηση της ονομασίας «Επίδαυρος». Κάποιοι πιο «ιδιαίτεροι» μιλούν για «ιδέα πυρός», προφανώς κάνοντας αναγραμματισμό (λες και τα γράμματα της αλφαβήτου είναι αυθύπαρκτες οντότητες που μεταφέρουν αυτούσια τα νοήματά τους σε όποια λέξη κι αν τυχαίνει να βρίσκονται και σε όποια σειρά), ενώ οι περισσότεροι φαίνεται να συμφωνούν ότι σημαίνει «δρα επί της αύρας», το οποίο δεν μπορεί να προκύψει ακριβώς από αναγραμματισμό, αλλά δεν τεκμαίρεται και από καμία άλλη πηγή. Μερικοί επικαλούνται τον Στράβωνα (1ος αιώνας π.Χ. - 1ος αιώνας μ.Χ.), ο οποίος όμως στα Γεωγραφικά του λέει απλώς ότι η Επίδαυρος παλιότερα ονομαζόταν Επίταυρος. Στα δε Εθνικά του Στεφάνου του Βυζαντίου (5ος αιώνας μ.Χ.) αναφέρονται και άλλες ονομασίες της πόλης: Λειμήρη (επειδή είχε πολλούς λειμώνες), Μειλισσία (ή Μιλησία, σύμφωνα με τις Παρεκβολές εις την Ομήρου Ιλιάδα του Ευσταθίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τον 12ο αιώνα), και Αίμηρα (από τα αίματα που έτρεχαν από τις θυσίες στον βωμό του Ασκληπιού). Η ετυμολόγηση αυτή («δρα επί της αύρας») φαίνεται να προέρχεται από αρχαιολατρικούς κύκλους, και η αυθαιρεσία της φτάνει μέχρι σημείου να θεωρεί πως αύρα στην αρχαία γλώσσα σήμαινε ψυχή, κάτι που δεν προκύπτει από πουθενά.

Άλλοι το ρίχνουν στα μαθηματικά και, μετρώντας τον αριθμό των σειρών, των κερκίδων και των εδωλίων, προσπαθούν να εντοπίσουν μαγικές αριθμητικές αναλογίες, ξεχνώντας όμως ότι το κάτω διάζωμα κατασκευάστηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. από τους Έλληνες, ενώ το άνω διάζωμα προστέθηκε τον 2ο αιώνα π.Χ. από τους Ρωμαίους, επομένως οι απίθανες αυτές μαθηματικές σχέσεις και αναλογίες δεν υπήρχαν στον αρχικό σχεδιασμό. Εξάλλου, τέτοιες μαθηματικές αναλογίες μπορεί κανείς να βρει εκ των υστέρων σε ό,τι θελήσει. Θα θυμάστε εκείνη την ιστορία με τα ισοσκελή ή ισόπλευρα τρίγωνα που δήθεν συνδέουν μεταξύ τους αρχαιοελληνικούς τόπους λατρείας. Χαράξτε τέτοια τρίγωνα με αφετηρία οποιοδήποτε σημείο θέλετε πάνω στον χάρτη και θα «ανακαλύψετε» κι εσείς παρόμοιες «μυστικές» σχέσεις ανάμεσα σε διάφορους τόπους. Είναι συναρπαστικό για τη φαντασία — αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Τα όσα λέγονται για την ακουστική του θεάτρου είναι κατά βάση σωστά: όντως είναι αξιοσημείωτη, προσεκτικά σχεδιασμένη, και σχετικές μετρήσεις το επιβεβαιώνουν. Επειδή όμως ο νους των αρχαιόπληκτων δεν αρκείται ποτέ στο πραγματικό και το αληθές, μερικοί ένιωσαν την ανάγκη να προσθέσουν το εξής απίθανο:

Έτσι όπως ακούγονται καθαρά τα ελληνικά εκεί, δεν μπορούν να ακουστούν άλλες γλώσσες, υπάρχει δηλαδή κάποιου είδους συντονισμός του ήχου, της μαθηματικής ελληνικής γλώσσας, του χώρου και της ακουστικής, και αυτό γιατί η ελληνική γλώσσα είναι μουσική γλώσσα.

Εδώ, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τα βασικά: η γλώσσα (εννοώ την ομιλία) αποτελείται από αλληλουχίες ήχων που παράγονται από το ανθρώπινο στόμα με μία εκάστοτε συγκεκριμένη σειρά και αποκτούν νόημα χάρη σε μια προσυμφωνημένη από τους ομιλητές αντιστοιχία ήχων και εννοιών. Οι ήχοι που μπορεί να παράγει το ανθρώπινο στόμα είναι πεπερασμένοι, και κάθε γλώσσα χρησιμοποιεί ένα υποσύνολό τους. Κανένα τέτοιο υποσύνολο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερέχει εγγενώς απέναντι σε ένα άλλο υποσύνολο. Και, για να ισχύει κάτι τέτοιο στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, θα πρέπει να δειχτεί ότι ο συγκεκριμένος χώρος ευνοεί συγκεκριμένες συχνότητες, και ότι μόνο η ελληνική γλώσσα διαθέτει αυτές τις συχνότητες. Το δεύτερο έτσι κι αλλιώς δεν αληθεύει, επομένως οποιαδήποτε παρόμοια ιδέα κινείται στον χώρο του γελοίου.

Ο ισχυρισμός ότι η ελληνική γλώσσα είναι μαθηματική γλώσσα παραπέμπει στις φαντασιώσεις περί λεξαριθμικής θεωρίας, η οποία έχει καταρριφθεί επανειλημμένα από γλωσσολόγους και εργάτες της γλώσσας, άρα δεν χρειάζεται να τη σχολιάσω κι εγώ.

Όσο για τον ισχυρισμό ότι η ελληνική γλώσσα είναι μουσική γλώσσα, μπαίνω στον πειρασμό να ρωτήσω: για ποια περίοδο μιλάμε; Αλλιώς μιλούσαν τον 6ο π.Χ. αιώνα, αλλιώς τον 2ο π.Χ. αιώνα, αλλιώς τον 1ο μ.Χ. αιώνα, κι αλλιώς σήμερα. Πολλές λέξεις ήταν ίδιες, αλλά η προφορά τους άλλαζε. Όταν διαβάζουμε σήμερα φωναχτά Αριστοφάνη από το πρωτότυπο, στην πραγματικότητα μεταφέρουμε τις αρχαίες λέξεις στο φωνητικό σύστημα της νέας ελληνικής γλώσσας. Τότε, για παράδειγμα, υπήρχαν μακρά και βραχέα φωνήεντα, ενώ σήμερα όχι, και τα σημερινά δίψηφα φωνήεντα τότε ήταν κανονικές δίφθογγοι. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε αρκετά για τον επιτονισμό της αρχαίας γλώσσας — αυτή την αλλαγή τονικού ύψους που υπάρχει σήμερα σε γλώσσες όπως η κινεζική, και που είναι φορέας σημασιολογικών διαφοροποιήσεων. Σε τι αναφερόμαστε, λοιπόν, όταν μιλάμε για «μουσική γλώσσα»; Γιατί μεταφυσικού τύπου μουσικότητα δεν υπάρχει.

(Εδώ κάνω μια μικρή παρέκβαση για να σημειώσω την ειρωνεία του πράγματος: συμβαίνει πολύ συχνά όσοι κόπτονται υπέρμετρα για τη γλώσσα να μην την κατέχουν σε επαρκή βαθμό. Για παράδειγμα, πολύ γέλασα όταν σε «ελληνοκεντρικό» ιστότοπο είδα να γίνεται λόγος για την ετοιμολογία [sic] της λέξης Επίδαυρος).

Κλείνω με τη θλιβερή διαπίστωση ότι εξακολουθούμε, σήμερα, να δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στις πέτρες απ’ ό,τι στον λόγο. Το μεγαλείο του αρχαίου δράματος δεν συνίσταται στα εντυπωσιακά αρχαία θέατρα, όπως της Επιδαύρου, αλλά στα σωζόμενα κείμενα, που δυστυχώς είναι λίγα. Επιπλέον, ας θυμόμαστε ότι οι εκπληκτικές τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη δεν ακούστηκαν στην Επίδαυρο, μια που εκείνα τα λεκτικά αριστουργήματα γράφτηκαν και παρουσιάστηκαν στο κοινό έναν με ενάμιση αιώνα πριν χτιστεί αυτό το πέτρινο αριστούργημα. Ακούστηκαν σε θέατρα με πολύ χειρότερη ακουστική, χωρίς πέτρινες κερκίδες, όπου το κοινό καθόταν στο χώμα. Αλλά η αλήθεια που περιέχουν τα λόγια των τραγικών παραμένει το ίδιο ζωντανή όπως και τότε, και θα συνεχίσει να είναι ζωντανή ακόμα κι όταν οι πέτρες θα έχουν γίνει σκόνη από τους αιώνες.