Επιδέξια, μυστηριακά

C
Γιώργος Κυριαζής

Επιδέξια, μυστηριακά

Είναι συχνό το φαινόμενο κάποιες λέξεις να έχουν διαφορετική έννοια ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο χρησιμοποιούνται, και αυτό συμβαίνει συνηθέστερα με τους επιστημονικούς όρους. Η μουσικολογία είναι κι αυτή επιστήμη, επομένως δεν είναι περίεργο που συναντάμε αυτό το φαινόμενο και εδώ.

Όταν ένας νορμάλ άνθρωπος (γιατί οι μουσικοί δεν είναι ποτέ νορμάλ) χρησιμοποιεί τον όρο «κλασική μουσική», συνήθως εννοεί ολόκληρο το φάσμα της λεγόμενης «έντεχνης» ή «σοβαρής» (απεχθείς όροι και οι δύο, κατά τη γνώμη μου) μουσικής από την ύστερη Αναγέννηση μέχρι και τον ύστερο Ρομαντισμό· μερικές φορές, δε, το φάσμα αυτό διευρύνεται και καταλαμβάνει όλη την περίοδο από τον Μεσαίωνα μέχρι και τη «λόγια» (άλλος περίεργος όρος κι αυτός) μουσική τού σήμερα. Για έναν μουσικό, όμως, «κλασική» είναι αυστηρά η περίοδος από τα μέσα του 18ου αιώνα μέχρι τις πρώτες δύο δεκαετίες του 19ου, δηλαδή η περίοδος που μεσολάβησε ανάμεσα στο Μπαρόκ και τον Ρομαντισμό, με χαρακτηριστικούς εκπροσώπους συνθέτες όπως ο Χάιντν, ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν.

Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούν τον όρο οι μουσικοί έχει γίνει στο μεταξύ ευρέως γνωστός, κι έτσι πολύς κόσμος άρχισε να χρησιμοποιεί τον όρο «προκλασική» για να χαρακτηρίσει ολόκληρη τη μουσική πριν από την κλασική περίοδο, δηλαδή από τον Μεσαίωνα μέχρι και το Μπαρόκ. Για έναν μουσικό, όμως, προκλασική είναι η πολύ μικρή περίοδος (κάποιοι την προσδιορίζουν στα έτη 1730-1760) που μεσολάβησε κατά το πέρασμα από το Μπαρόκ στον Κλασικισμό, όπου διαμορφώθηκε ένα ύφος γνωστό επίσης με το όνομα «Ροκοκό». Χαρακτηριστικός (και πολύ καλός) συνθέτης αυτής της περιόδου είναι ο Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ Μπαχ.

Όσο για τον όρο «σύγχρονη», εδώ πια επικρατεί χάος, καθώς η λέξη χρησιμοποιείται από διαφόρους για να περιγράψει κάθε είδος μουσικής που μπορεί να φανταστεί κανείς, από τον Στοκχάουζεν μέχρι τους Πινκ Φλόιντ, και από τον Γκλεν Μίλερ μέχρι τον Σάκη Ρουβά. Χαρακτηριστικό δείγμα της σύγχυσης είναι το ότι η τρυφερά αποκαλούμενη «μικρή» ορχήστρα της ΕΡΤ δημιουργήθηκε με την ονομασία «Ελαφρά Ορχήστρα του ΕΙΡ», μετά απέκτησε τον τίτλο «Ορχήστρα Ποικίλης Μουσικής» και σήμερα ονομάζεται «Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής». Δεν είναι άδικο αυτό, καθώς το ρεπερτόριό της είναι ιδιαίτερα ευρύ, αλλά πρέπει να σημειώσουμε ότι για έναν μουσικό, και ιδίως για έναν μουσικολόγο, ο όρος «σύγχρονη μουσική» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη «λόγια» (νά πάλι αυτός ο περίεργος όρος) μουσική που γράφεται από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι και σήμερα, ώστε να τη διαφοροποιεί από άλλα είδη, όπως την τζαζ, την ποπ, τη λαϊκή/παραδοσιακή κλπ.

Βέβαια, βρισκόμαστε ήδη σε τροχιά που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εγκατάλειψη τέτοιων λεπτών διακρίσεων, στο όνομα ενός κακώς εννοούμενου (ή μάλλον αποκρουστικά διαστρεβλωμένου) μεταμοντερνισμού, όπου τα πάντα αναμιγνύονται σε έναν αχανή κυκεώνα με απροσδιόριστη γεύση, γκρίζο χρώμα και γλοιώδη υφή. Αλλά δεν πειράζει. Εμείς θα τον χαρούμε, γιατί αυτή είναι η ζωή.

Εξάλλου, πάντα προκύπτει κάτι καλό μέσα από το χάος, γιατί αυτό κάνουν οι άνθρωποι: δημιουργούν χάος και μετά δημιουργούν μικρούς θύλακες τάξης, και πάλι από την αρχή, έτσι ώστε πάντα να βρίσκεις κάτι, ή κάποιον, που να σε ανοίγει σαν λουλούδι.

Το είπε πολύ όμορφα ο E.E. Cummings:

μ’ ανοίγεις πάντα πέταλο με πέταλο όπως ανοίγει η Άνοιξη / (αγγίζοντας επιδέξια, μυστηριακά) το πρώτο της ρόδο

Αυτό κάνει και η μουσική, σύγχρονη ή μη.