Γιορτή

L
Σταύρος Ασθενίδης

Γιορτή

Νά τώρα φτάνουν όλοι, θα κάτσουμε γύρω από το τραπέζι, είναι ωραία μέρα κι ας βρέχει έξω, δεν πειράζει, τον Οκτώβριο πάντα θα βρέχει τέτοιες μέρες, ξέρεις, μου έλεγες στο χωριό πάντα έκανε τα πρώτα χιόνια του άι Δημήτρη. Γιορτή, όλοι θα έρθουν πάλι, όλοι θα κάτσουμε γύρω από το τραπέζι, από χθες έχουν ξεκινήσει οι ετοιμασίες, ορεκτικά, ψητά, συνοδευτικά, πίτες, ωχ, τυριά δεν πήρα, τρέξε, θα κλείσουν, κατέβασε τα ποτήρια και την καράφα, όχι αυτό το σερβίτσιο, ας βγάλουμε το άλλο, το καλό, έλα, πήγαινε ντύσου, έρχονται, ήρθαν, μη σε βρουν με τα πρόχειρα, κουδούνι, κουδούνι, ελάτε, ελάτε, καλώς ήρθατε, από εδώ, νά τώρα, δεν αρχίσαμε ακόμη, το ανοιχτήρι, μα πού είναι το ανοιχτήρι; ψωμί δεν έκοψες, περίμενε, φέρνω, φτάνουν τα πιρούνια; Πιάτα που γεμίζουν, αδειάζουν, πιατέλες, μπουκάλια, έλα κάτσε και σταμάτα να φέρνεις πράγματα, δεν έχει πιθαμή να το ακουμπήσεις αυτό, μοίρασε στα πιάτα, ωχ δεν θέλω άλλο, φτάνει, παράφαγα πάλι, κάτσε να πιούμε, τι νέα λοιπόν; Και τώρα που αποσώνουν τα τσίπουρα και το κρασί στα ποτήρια, τώρα που είναι η ώρα των απόντων, τώρα που λιγοστεύουν οι κουβέντες και πιάνουμε να κοιτάμε έξω από τα παράθυρα ή στις στάχτες που κρέμονται από τα αποτσίγαρα στα τασάκια και ακούγονται μόνο τα πιάτα που μαζεύονται να κάνουν χώρο στο γλυκό, θυμάσαι που με έβαζες από την προηγούμενη να σπάω τα καρύδια, να τα κοπανάω στο γουδί και να τα σκορπίζω πάνω στα βουτυρωμένα φύλλα, λίγα-λίγα, μου έλεγες, και απλωτά, πασπαλιστά, να είναι αεράτη η στρώση, δεν πρέπει να το βαρύνει το φύλλο, να το κρατήσει τραγανό για το σιρόπι, και τότε χάραζες τα κομμάτια με το κοφτερό μαχαίρι, πρόσεχε εσύ, έλεγες, και μου ’δινες το βαζάκι με τα γαρύφαλλα, μπήξε από ένα σε κάθε κομμάτι, μπράβο, έτσι προσεκτικά, σταύρωνες το ταψί και γέμιζε το σπίτι βούτυρο, ψημένο καρύδι και ζάχαρη και μπαχάρια και καυτό σιρόπι, έπαιρνε το ταψί τη θέση του στο τραπέζι, «για αύριο», ήταν μαρτυρικό αυτό το για αύριο. Αύριο, κι εσύ λείπεις πάλι, λείπεις ακόμη, και θα ήθελα τώρα να σου ’πιανα λίγο αυτά τα δάχτυλα τα πονεμένα, τα δουλεμένα στα νερά, στα μαχαίρια, στις φωτιές, με το άρωμα του γαρύφαλλου να μη φεύγει από πάνω τους και να τα ’τριβα να ξεκουραστούν, και τώρα θ’ ανάψω τσιγάρο, από τα κομμένα, ναι, ίσα για να σ’ ακούσω να γκρινιάζεις γλυκά, τι το ανάβεις; τι καπνίζεις; εσύ δεν το άρχισες μικρός, έπρεπε να το αρχίσεις τώρα;