Η βαθιά Αμερική

C
Γιώργος Παππάς

Η βαθιά Αμερική

Σε κάποια χρόνια στο σύντομο μέλλον, θα επιστρέφουμε στο 2018 για να θυμηθούμε την πρώτη γνωριμία μας με τον Τζέιμς Ντέιβιντ Βανς, ο οποίος τότε θα είναι τουλάχιστον υποψήφιος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Γιατί, ας μη γελιόμαστε, ιστορία εν τη γενέσει είναι το «Τραγούδι του Χιλμπίλη», κοινωνιολογικό μανιφέστο μιας, ογκούμενης επίδρασης, πεφωτισμένης Ρεπουμπλικανικής πτέρυγας, μιας λόγιας Δεξιάς που ακροβατεί μεταξύ παραδοσιακού συντηρητισμού και ακροτήτων. Είναι η άρθρωση των παραπόνων και της μιζέριας μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης, που όμοιές της υπάρχουν παντού, και που, τραυματικά για την ιστορία και τον ίδιο, ο φιλελευθερισμός αμελεί/αδυνατεί να προσεγγίσει. Θα μπορούσε, από την άλλη, ο Βανς να γίνει ο επόμενος γκουρού της αυτο-εξέλιξης, ο Αλχημιστής του 21ου αιώνα. Είναι όμως προφανές από την ανάγνωση του «Τραγουδιού του Χιλμπίλη» πως άλλες είναι οι βλέψεις του, και το φυσικό του μονοπάτι.

Τι είναι το «Τραγούδι του Χιλμπίλη»; Είναι η ιστορία του ίδιου του Βανς, αλλά όχι μόνο. Ο Βανς γεννιέται λευκός χιλμπίλης, ορεσίβιος, παραδοσιακός, φτωχός, άνευ προοπτικών. Μεγαλώνει στη ζώνη αυτή που κάποτε πλημμύριζε από βιομηχανικούς εργάτες και που τώρα είναι γεμάτη από ετοιμόρροπα κουφάρια εργοστασίων. Είναι η ίδια ζώνη που θα συναντήσεις στις ελεγείες της Νεμπράσκα του Σπρίνγκστιν, αλλά είναι και η ίδια ζώνη όπου τα συνθήματα του Ντόναλντ Τραμπ αντήχησαν τόσο εκκωφαντικά.

Ο Βανς γεννιέται σε μια οικογένεια διαλυμένη: ο πατέρας έχει φύγει και από απόσταση θα επιδρά με τη νεο-ευαγγελική του μεταστροφή, οι πατριοί, ατέλειωτοι, πάνε κι έρχονται, η μητέρα παραδομένη σε ποικίλους εθισμούς. Η μεγαλύτερη αδερφή, και κυρίως οι παραδοσιακοί παππούς και γιαγιά, είναι που θα σώσουν τον Βανς από μια καριέρα μιζέριας και μουρμούρας στους καφενέδες του Κεντάκι, θα τον εμποτίσουν με κώδικες σχεδόν μανιάτικους, αλλά θα του επιτρέψουν να προχωρήσει. Ιδιότυπα: πεζοναύτης, πανεπιστήμιο, καλός χριστιανός, που έχει να λέει πόσα τού έμαθε ο στρατός, που παντρεύτηκε μια εκπρόσωπο μειονότητας, που κατάφερε να pull out of this town full of losers, για να θυμηθούμε ξανά τον Σπρίνγκστιν, που έγινε εκδοτικό θαύμα, που έχει λόγο γιατί απέδειξε ότι μπορεί να καταφέρει τα πάντα. Το όνειρο κάθε πολιτικού μάνατζερ. Πιθανώς και ταινία από τον Κλιντ Ίστγουντ, αν προλάβει, στην πινακοθήκη των Αμερικανών ηρώων του δίπλα στον «American sniper». Που όποιος, όπως κι εγώ, δεν εννόησε το γιατί θεωρήθηκε ήρωας και το φέρετρό του το προσκυνούσαν δεκάδες χιλιάδες κατά μήκος της Αμερικής, κλήθηκε να προσεγγίσει ένα φαινόμενο, ξένο μεν, πλην υπαρκτό και κοινωνιολογικά σημαντικό.

Γιατί είναι αυτός ο κόσμος που περιγράφει ο Βανς που έχει σημασία, και, όσο τον αγνοούμε, τόσο θα έρχεται να μας υπενθυμίζει με παράδοξους τρόπους την ύπαρξή του.

Ο Βανς έρχεται απευθείας από ένα γκέτο λευκών. Οι χιλμπίληδες είναι η βαθιά Αμερική, αυτή που δεν απεικονίζεται στους μοντερνισμούς της Δυτικής όχθης ή από τους διανοούμενους της Ανατολικής, ούτε στις φωτογενείς πεδιάδες των καουμπόηδων του Τέξας. Είναι η ορεινή Αμερική, που έμαθε να ζει στο/από το εργοστάσιο, «but lately there aint been much work on account of the economy» (για να επιστρέφουμε πάλι στον Μπρους) και που κανείς δεν νοιάζεται γι’ αυτήν. Και βλέπει αυτή η λευκή Αμερική να αναπτύσσεται μια κρατικοδίαιτη οικονομία επιδομάτων, και οργίζεται. Οργίζεται και ο Βανς μαζί τους, με όλους αυτούς που διαμαρτύρονται για την ανεργία στα μπαλκόνια των σπιτιών τους αλλά θα δούλευαν μόνο σε διευθυντική θέση — είναι παγκόσμιο φαινόμενο η τεμπελιά και τον κατανοεί κανείς. Και το μήνυμα του Βανς, ότι «εγώ θέλω να φύγω από αυτόν τον κόσμο, και ξέρω ότι πρέπει να προσπαθήσω πολύ και να μάθω πολλά, αλλά θα κοιμηθώ τρεις ώρες την ημέρα για χρόνια πολλά και θα κάνω τρεις δουλειές παράλληλα με το πανεπιστήμιο, και θα διατηρήσω αξιακούς ατομικούς κώδικες», αυτό το μήνυμα είναι που αντηχεί τόσο όμορφο και δίκαιο στα αυτιά όλων και που μπορεί να κινητοποιήσει μάζες.

Τι θα στρατευτεί πίσω από αυτό το μήνυμα μελλοντικά είναι το ερώτημα. Αλλά το ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα είναι πόσο ακόμη, παγκοσμίως, ο φιλελευθερισμός θα συνεχίσει να αγνοεί τους Βανς τής κάθε γενιάς, πόσο ακόμη θα πολτοποιεί (από έλλειψη πολιτικού ενστίκτου; από ημιμάθεια; από ελιτισμό;) ευρύτερες λαϊκές μάζες, και να τις χαρίζει στους Τραμπ αυτού του κόσμου;

Το «Τραγούδι του Χιλμπίλη», η «ελεγεία» του στον πρωτότυπο τίτλο, μας καλεί να κοιτάζουμε και τις αντίστοιχες μάζες γύρω μας, και να μην επιτρέπουμε να χαρίζονται οι φωνές τους. Γιατί δεν θα τις ακούμε πάντα με την ηπιότητα και το ταλέντο του Βανς. Και γιατί, όσο τις αγνοούμε, ενδέχεται να γίνονται βαρβαρότερες, αρχικά απελπισμένες, έπειτα επιτακτικές, και τελικά απλά διαταγές…