Μια ζοφερή προοπτική

C
Παναγιώτης Χατζηγιαννάκης

Μια ζοφερή προοπτική

Τρίτο βιβλίο με το ίδιο θέμα που διαβάζω μέσα σε ενάμιση χρόνο. Δείγμα μιας προβληματικής που έχει αναπτυχτεί στη Γαλλία αλλά και σε όλη την Ευρώπη με την άνοδο της Ακροδεξιάς . Στη Γαλλία η συνεχιζόμενη άνοδος του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν ανησυχεί. Όχι μόνο τους Γάλλους αλλά όλους μας. Ίσως γιατί η Γαλλία μέσα στο μυαλό μας είναι συνυφασμένη με τον Διαφωτισμό, τη Δημοκρατία, την Επανάσταση, τον αγώνα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.  Ίσως γιατί είναι το παραδοσιακό καταφύγιο κάθε πολιτικά κατατρεγμένου. Ίσως γιατί ακόμα προσπαθούμε να πετύχουμε αυτό που ακούστηκε πριν διακόσια χρόνια πρώτη φορά εκεί: «Liberté, Egalité, Fraternité».

Πρώτο βιβλίο ήταν η «Υποταγή» του μεγάλου Μισέλ Ουελμπέκ  (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, μετάφραση Σιπητάνου Λίνα), ένα βιβλίο που ξύπνησε τον χειρότερο εφιάλτη μου. Την ακροδεξιά την μισείς και προβληματίζεσαι με την άνοδό της σε παγκόσμιο επίπεδο. Το ίδιο και τον ISIS μαζί με όλα τα παρόμοια κινήματα. Η εκλογή του Τραμπ στις ΗΠΑ σού έχει φέρει τρόμο.  Αυτούς όμως τους ξέρεις ― μπορείς να τους πολεμήσεις. Αυτό που με κάνει να φοβάμαι περισσότερο είναι η εμφάνιση ενός ηγέτη όπως τον περιγράφει ο Ουελμπέκ: μειλίχιου, έξυπνου, χαρισματικού μορφωμένου. Που θα μας παρασύρει όλους. Που θα πολεμήσει εκ των έσω τη Δυτική Δημοκρατία και όσα έχουμε κατακτήσει, οδηγώντας μας στον δικό του Μεσαίωνα. Ο Ουελμπέκ μάς δείχνει πως για χάρη της ευημερίας και της ασφάλειας είμαστε έτοιμοι να γυμνωθούμε από κάθε προνόμιο και υποχρέωση  που αντλούμε μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες.

Δεύτερο βιβλίο το «2084, το τέλος του κόσμου» του Boualem Sansal  (Εκδόσεις Διάμετρος, μετάφραση Ανθή Ξενάκη). Μια καθαρόαιμη δυστοπία, ένα μυθιστόρημα στα πρότυπα του αριστουργηματικού «1984» του Όργουελ, τοποθετημένη στο μέλλον, όπου οι κάτοικοι του Αμπιστάν γνωρίζουν ότι κάτι σημαντικό έγινε το 2084 αλλά δεν θυμούνται τι. Ζουν αφιερώνοντας όλη την ημέρα στην τέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, διαβάζοντας το Καμπούλ, το ιερό βιβλίο του προφήτη Άμπι, ενώ ένας αμείωτος πόλεμος συνεχίζει να μαίνεται εναντίον ενός αόρατου εχθρού στα σύνορα της αυτοκρατορίας. Ένας πολίτης, ο Άτι, φιλοξενούμενος χρόνια σε ένα σανατόριο, γίνεται καλά. Στο ταξίδι της επιστροφής στην πρωτεύουσα βλέπει πράγματα που τον βάζουν σε σκέψεις. Μαζί με έναν φίλο του αποφασίζουν να μάθουν την αλήθεια. Ο Sansal δίνει πετυχημένα όλο τον ζόφο και την παράνοια μιας ολοκληρωτικής θεοκρατικής κοινωνίας.

Τρίτο βιβλίο, το πιο ρεαλιστικό, και ίσως  για αυτό τον λόγο το τρομακτικότερο όλων, είναι το «Μπλε Άσπρο Μαύρο» του Karim Amellal.

Κι αν η Μαρίν Λεπέν ―που στο βιβλίο έχει το ψευδώνυμο Μιρέιγ Λεφέκ― εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας; Τι σημαίνει για τη χώρα η εκλογική νίκη της Άκρας Δεξιάς;

Ο αφηγητής είναι Γάλλος αλγερινής καταγωγής. Δεν είναι όμως καρικατούρα του κατοίκου των υποβαθμισμένων προαστίων. Μένει στην καρδιά του Παρισιού, συζεί με τη γυναίκα που αγαπά, έχει κάνει λαμπρές σπουδές και εργάζεται ως ανώτερο και ακριβοπληρωμένο στέλεχος του χρηματοπιστωτικού τομέα: είναι ένας επιτυχημένος. Και ξαφνικά όλα ανατρέπονται. Οι γαλήνιες αυταπάτες (η Λεπέν δεν θα εκλεγεί· αλλά κι αν εκλεγεί, δεν θα εφαρμόσει το πρόγραμμά της· μα, ακόμα κι αν το εφαρμόσει, οι συνέπειες δεν θα είναι σοβαρές) καταρρέουν. Η Λεφέκ εκλέγεται και εφαρμόζει το εφιαλτικό πρόγραμμά της μέχρι κεραίας. Τα δημοκρατικά «αναχώματα» που ήλπιζαν να την εμποδίσουν πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Η αντίσταση δεν ξεκινά από την οικονομική ή πνευματική ελίτ. Αυτοί παρακολουθούν, όσοι δεν είναι με το μέρος της, τις εξελίξεις ανήμποροι. Η αντίσταση ξεκινά από τα προάστια, από τα περιθωριακά στοιχεία της κοινωνίας. Ο πρωταγωνιστής,  με το ένα πόδι στην υψηλή κοινωνία και το άλλο, λόγω καταγωγής, στην εργατική τάξη, αφυπνίζεται πολιτικά, αφήνοντας σταδιακά πίσω την παθητικότητά του.

Το βιβλίο στο πρώτο μέρος κινείται μέσα σε μια ατμόσφαιρα που θυμίζει τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Όλοι βλέπουν να έρχεται το κακό, αλλά το αντιμετωπίζουν με μια αβέβαιη αισιοδοξία. Τα παραδοσιακά κόμματα  φαίνονται ανίκανα να αντιμετωπίσουν τη λαίλαπα. Το ίδιο και τα ΜΜΕ,  όσα δεν έχουν παραδοθεί στον λαϊκισμό. Οι πολίτες, όσοι δεν έχουν συνταχτεί με το Εθνικό Μέτωπο, ζουν κανονικά και αντιμετωπίζουν παθητικά την κατάσταση. Οι bobos ―bourgeois-bohème― συναντιούνται στα καφέ και στα μπιστρό και αναλίσκονται σε πολιτικές αναλύσεις . Όλοι τους θεωρούν ότι ζουν σε μια Δημοκρατία επαρκώς θωρακισμένη:

«Υπάρχει ένα Σύνταγμα, οι νόμοι, οι κανονισμοί, ό,τι αποκαλείται “ιεραρχία των κανόνων”· κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό, για να μη μιλήσουμε για τις διεθνείς συνθήκες που η Γαλλία έχει υπογράψει και τη δεσμεύουν, με πρώτες τις ευρωπαϊκές συνθήκες». «Και υπάρχουν επίσης οι σύμμαχοί μας, τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη, η Δημόσια Διοίκηση, τα μέσα ενημέρωσης, ή κοινωνία των πολιτών!» συμπλήρωσε ο Αρνό. «Όχι, ακόμα κι αν συνέβαινε το αδιανόητο και το Εθνικό Κόμμα έρχονταν στην εξουσία, δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα· θα ήταν δεμένοι χειροπόδαρα και, στο τέλος, η δοκιμασία της εξουσίας θα τους διέλυε».

Μόνο ο πατέρας της Ανιές, ένας επαρχιώτης μεγαλοαστός, προειδοποιεί:

Με κοίταξε με μισάνοιχτο στόμα, δείχνοντας να μην καταλαβαίνει. «Τι ανόητοι!» είπε αγανακτισμένος, κουνώντας το κεφάλι του. «Τι ανόητοι! Πιστεύετε ότι ύστερα από πενήντα χρόνια που κυνηγούν την εξουσία δεν θα την χρησιμοποιήσουν με την πρώτη ευκαιρία; Ότι θα εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους επειδή τους εμποδίζει το Σύνταγμα; Το Σύνταγμα αλλάζει, ξέρετε…» «Ναι αλλά δεν θα μπορέσει να το κάνει», τον διέκοψα, «επειδή δεν θα έχει την πλειοψηφία· χρειάζονται τα 3/5 των βουλευτών και των γερουσιαστών για να αλλάξει το Σύνταγμα». «Κι αν κάνει δημοψήφισμα»;

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι ο πραγματικός ζόφος. Η Λεφέκ εκλέγεται με ένα τεράστιο ποσοστό και εγκαθιστά μία φρανκικού τύπου «δημοκρατία»: απαγόρευση κυκλοφορίας και συναθροίσεων, μαζικές εκτοπίσεις σε υπερπόντιες κτίσεις της Γαλλίας,  διώξεις πολιτικών αντιπάλων και το κυριότερο μαζικά προγκρόμ εναντίον μουσουλμάνων, Εβραίων, Ρομά, ομοφυλοφίλων, ΑΜΕΑ. Η βία και ο χαφιεδισμός επικρατούν σε όλη την χώρα. Θύλακες αντίστασης αρχίζουν να σχηματίζονται, και ο πρωταγωνιστής σιγά-σιγά μεταλλάσσεται από έναν απολιτικό bobo σε έναν αγωνιστή:

Σήμερα είμαι ζωντανός· αύριο ίσως να έχω πεθάνει, αλλά δεν θα είμαι πια μόνος. Ζήτω η Δημοκρατία, ζήτω η Γαλλία!

Ο Amellal έγραψε με γλώσσα σχεδόν ρεπορταζιακή ένα πολιτικό θρίλερ, ένα page turner που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Μόνο που αυτό το θρίλερ έχει μεγάλες πιθανότητες να γίνει πραγματικότητα. Είχα καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο που να με συνεπάρει τόσο. Δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Ξενύχτησα για να το τελειώσω. Έμεινα άφωνος με την αληθοφάνεια των καταστάσεων και δεν μπόρεσα παρά να κάνω συγκρίσεις με το τι ζούμε σήμερα στη χώρα μας. Την άνοδο της Χρυσής Αυγής, τον λαϊκισμό που έχει πλημμυρίσει την ζωή μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ άλλωστε αναφέρεται μέσα στο βιβλίο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι μια πρόκληση, το κόκκινο που χάνεται στην tricolore είναι μια βεβήλωση. Χάνεται το χρώμα της επανάστασης, μιας επανάστασης που περικλείει μέσα της την ελευθερία τη διακίνηση των ιδεών και των ανθρώπων, την ισότητα και την αποδοχή στη διαφορετικότητα. Το μαύρο που μπαίνει στη θέση του είναι η φαυλότητα, η μισαλλοδοξία, ο φόβος και η βία.

Ο ήρωας του βιβλίου είναι ο μέσος πολίτης. Κοιτάει τη δουλειά του, αγαπά μια κοπέλα, βγαίνει έξω με φίλους για φαγητό. Δεν έχει τίποτε ηρωικό επάνω του. Ώς το τέλος προσπαθεί να μην εμπλακεί σε φασαρίες, μέχρι που καταλαβαίνει ότι η μη εμπλοκή σημαίνει συνενοχή. Γύρω του μια τοιχογραφία της σύγχρονης Γαλλίας με όλα της τα προβλήματα. Τρομοκρατία, ισλαμοφοβία, προσφυγικό, ανεργία, οικονομική κατάπτωση, ευτελισμός των δημοκρατικών ιδεών. Το αδιέξοδο των πολιτικών κομμάτων και η αδυναμία τους να δώσουν λύση. Μια τοιχογραφία που ξεκινά με ζωηρά χρώματα στην ολόφωτη πλατεία Βαντόμ για να καταλήξει με μια φαιά παλέτα στην κατασκότεινη όπερα Γκαρνιέ, ζωσμένη από στρατιωτικά οδοφράγματα. Μέσα εκεί κυκλοφορούν οι πάντες: φασίστες, οπορτουνιστές που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν καταστάσεις, μια ελίτ που κοιτά αποσβολωμένη ή θεωρεί ότι ένα τέτοιο σοκ είναι χρήσιμο ώστε να αφυπνίσει τις δημοκρατικές δυνάμεις  να ψάξουν να βρουν απαντήσεις. Δίπλα σε αυτούς ετοιμάζουν την αντίσταση μικρομεσαίοι ηλικιωμένοι, που αντιδρούν γιατί θυμούνται, και οι γαβριάδες των προαστίων, απόκληροι μιας κοινωνίας που πολλές φορές τούς αρνείται τα πάντα.

Ο συγγραφέας παράλλαξε τα ονόματα πολιτικών πρόσωπων και δημοσιογράφων που παίζουν κάποιο σημαντικό ρόλο στο σημερινό γίγνεσθαι της Γαλλίας. Έτσι, έδωσε ακόμα μεγαλύτερη αληθοφάνεια στο έργο του. Ευτυχώς οι Εκδόσεις Πόλις προέβλεψαν να βάλουν κατατοπιστικά σχόλια στο τέλος του βιβλίου, ώστε ο αναγνώστης να μάθει τι και ποιος κρύβεται από πίσω.

Μια εξαιρετική μετάφραση, τέλος, από τον Μιχάλη Μητσό.