Ο νόμος για τον εκσυγχρονισμό της περιβαλλοντικής νομοθεσίας

P
Αθανάσιος Τσιούρας

Ο νόμος για τον εκσυγχρονισμό της περιβαλλοντικής νομοθεσίας

Προχθές η Βουλή ψήφισε τον νέο νόμο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τον εκσυγχρονισμό της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Ο νόμος αυτός επικρίθηκε όσο λίγοι άλλοι νόμοι από πολλές πλευρές —κόμματα, περιβαλλοντικές οργανώσεις, ακόμη και από τον Συνήγορο του Πολίτη— και παρουσιάζεται ως ένας νόμος που καταστρέφει το περιβάλλον. Έχω συμμετάσχει στη σύνταξη του νόμου και, αντιθέτως με τα όσα τού προσάπτονται, θεωρώ ότι είναι ένα σημαντικό βήμα που οδηγεί σε περισσότερη και πιο εξορθολογισμένη προστασία του περιβάλλοντος. Σε μια σειρά άρθρων στον πάντα φιλόξενο Amagi θα επιχειρήσω να παρουσιάσω τις διατάξεις που προκάλεσαν τις πιο πολλές αντιδράσεις, για να δείξω με ποια λογική συντάχθηκαν και πώς, κατά τη γνώμη όσων συμμετείχαμε στην προσπάθεια αυτή, βελτιώνουν την περιβαλλοντική προστασία. Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσω τις διατάξεις που αφορούν τους δασικούς χάρτες. Στα επόμενα τρία θα αναφερθώ, κατά σειρά, στις οικιστικές πυκνώσεις, στις προστατευόμενες περιοχές (Natura) και στην περιβαλλοντική αδειοδότηση.

Εισαγωγικά, κάποιοι ground rules που νομίζω ότι πρέπει να τεθούν για τον σχετικό διάλογο — είτε επ’ αφορμή του άρθρου αυτού, είτε γενικότερα, σε σχέση με τον ίδιο τον νόμο:

1. Ο διάλογος πρέπει να γίνεται στη βάση του κειμένου του νόμου (πρόκειται για τον ν. 4685/2020) — όχι τού πώς παρουσιάζεται από οποιονδήποτε, είτε καλόπιστο, είτε κακόπιστο.

2. Ο διάλογος πρέπει να γίνεται στη βάση του κειμένου του νόμου και όχι των εικαζομένων προθέσεων των συντακτών του (ποιος θα ωφεληθεί, ποια συμφέροντα εξυπηρετούνται κλπ.). Το κείμενο του νόμου είναι αυτό που θα εφαρμόσει η Διοίκηση και που θα ερμηνεύσουν τα Δικαστήρια, όχι τις προθέσεις τής εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας.

3. Ο διάλογος πρέπει να περιλάβει και τη νομοθεσία που ισχύει μέχρι την ψήφιση του νόμου. Όχι, προς Θεού, για να λέμε, «Οι άλλοι τα έκαναν χειρότερα», ή: «Τι δικαίωμα έχουν να μιλάνε», αλλά για έναν πολύ πιο απλό λόγο: για να κριθεί εάν ο νέος νόμος επιφέρει βελτίωση ή επιδείνωση της προστασίας του περιβάλλοντος, σε σχέση με τη νομοθεσία που ισχύει τώρα. Ή, για να τεθεί το ερώτημα διαφορετικά: εάν ο νόμος καταψηφιζόταν ή αποσυρόταν, η προστασία του περιβάλλοντος θα ήταν καλύτερη ή χειρότερη;

4. Ο διάλογος δεν μπορεί να γίνεται αόριστα — δεν ωφελεί να λέμε, «Οι διατάξεις παραβιάζουν τη συνταγματική νομιμότητα», επί παραδείγματι, εάν δεν αναφέρουμε ποια διάταξη παραβιάζουν ή ποια νομολογία τεκμηριώνει ένα τέτοιο επιχείρημα. Και δεν έχει σημασία εάν μια τέτοια αόριστη αναφορά γίνεται με επίκληση σε σοβαρούς συνομιλητές, λ.χ. σε προβεβλημένες (και δικαίως) περιβαλλοντικές οργανώσεις. Εάν ο διάλογος ξεκινά με την προδιάθεση ότι ο Κωστής Χατζηδάκης είναι κακός, επειδή είναι δεξιός και φιλελεύθερος, και αποκλείεται να κάνει καλό στο περιβάλλον, το λένε και τόσες περιβαλλοντικές οργανώσεις, τότε δεν είναι διάλογος ουσίας.

5. Υπάρχουν ζητήματα οριακής συνταγματικότητας σε κάποιες διατάξεις: αυτό δεν γίνεται να αποφευχθεί στις οικιστικές πυκνώσεις, για τις οποίες γράφω παρακάτω. Δεν υποτιμώ την προσπάθεια που έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση να λύσει το θέμα αυτό, ούτε πανηγύρισα με χαιρεκακία που ο νόμος της κηρύχθηκε αντισυνταγματικός. Υπάρχει ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα που έπρεπε και πρέπει να λυθεί. Εκεί γνωρίζαμε εξαρχής ότι υπάρχουν νομολογιακά προηγούμενα που καθιστούν πολύ δύσκολη μια λύση σύμφωνη με το Σύνταγμα, αλλά προσπαθήσαμε να αξιοποιήσουμε κάθε σπάραγμα της νομολογίας που υποδείκνυε την απαραίτητη για μια συνταγματικώς ανεκτή λύση κατεύθυνση.

Το σημερινό κείμενο, όπως και αυτά που θα ακολουθήσουν, θα είναι εξ ανάγκης γεμάτο με παραπομπές σε κείμενα νόμου (του ισχύοντος μέχρι σήμερα και του νέου νόμου) και δικαστικών αποφάσεων. Σίγουρα θα είναι κουραστικό, ιδίως για μη νομικούς. Τα ζητήματα, όμως, που αντιμετωπίζει ο νέος νόμος είναι περίπλοκα και δεν μπορούν να τεθούν με τρόπο απλουστευτικό. Επίσης, η ακριβής γνώση του νομικού πλαισίου που ίσχυε έως τώρα και αυτού που εισάγεται με τον νέο νόμο είναι απαραίτητη για την ορθή αξιολόγηση του νόμου και για την αποφυγή παρανοήσεων και συνθημάτων που έχουν προκύψει αρκετά επιπόλαια (για παράδειγμα, και προτρέχω λίγο, επειδή θα τα γράψω αναλυτικά σε επόμενο κείμενο: η δυνατότητα για εγκατάσταση ΑΠΕ —δηλαδή και αιολικών πάρκων— στις περιοχές Natura προβλεπόταν ρητώς στο προϋφιστάμενο νομικό πλαίσιο, βλ. άρθρο 19 παρ. 8 του ν. 1650/1986, και, παρά τα όσα ακούγονται, δεν εισάγεται με τον νέο νόμο που, αντιθέτως, είναι πιο περιοριστικό για τις εγκαταστάσεις ΑΠΕ).

Οπότε, ξεκινάμε σήμερα με τα ζητήματα των δασικών χαρτών (άρθρο 48 του νέου νόμου).
* * *

Δασικοί χάρτες

Το Σύνταγμα ορίζει ότι η σύνταξη δασολογίου είναι υποχρέωση του Κράτους. Το δασολόγιο θα αποτυπώνει ποιες εκτάσεις θεωρούνται δάση ή δασικές εκτάσεις, ώστε να είναι γνωστό σε όλους σε ποιες εκτάσεις εφαρμόζεται η δασική νομοθεσία. Πρώτο διαδικαστικό στάδιο για τη σύνταξη του δασολογίου είναι η σύνταξη των δασικών χαρτών. Οι δασικοί χάρτες καταρτίζονται ώστε να περιλαμβάνουν όλες τις εκτάσεις στις οποίες εφαρμόζεται η δασική νομοθεσία, και να εξαιρούν αυτές στις οποίες δεν εφαρμόζεται. Ας δούμε τι λέει σχετικώς το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Ξεκινάμε με απόσπασμα από τη σκέψη 7 της απόφασης 881/2019 του ΣτΕ:

«7. […] Ειδικώς δε τα δημόσια δάση αποτελούν δημόσια αγαθά είτε ως κοινόχρηστα, οπότε η χρήση τους από το κοινό είναι, κατά βάση, ελεύθερη, είτε ως ιδιόχρηστα (ΣτΕ 1203/2017 επταμ., 805/2016 επταμ., πρβλ. 2959/2006 επταμ., 2855/2003 Ολομ. κ.ά., Α.Π. 1417/2010, 1453/2010). Για την προστασία, ειδικότερα, του αγαθού αυτού, ο συνταγματικός νομοθέτης επιβάλλει, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, στον κοινό νομοθέτη, αλλά και την Διοίκηση, να λαμβάνουν όλα τα πρόσφορα και αναγκαία, προληπτικά ή κατασταλτικά, νομοθετικά, κανονιστικά και ατομικά μέτρα, που να διασφαλίζουν την αποτελεσματική του προστασία και την αέναη διατήρησή του, βασική δε συνιστώσα της προστασίας αυτής συνιστά, ήδη κατά ρητή συνταγματική επιταγή, η σύνταξη και τήρηση του Δασολογίου της χώρας. Σε αυτό θα αποτυπώνονται με ακρίβεια τα δάση και οι δασικές εκτάσεις (ΣτΕ 1203/2017 επταμ., 805/2016 επταμ.) και, με τον τρόπο αυτό, θα αποσαφηνίζεται το αντικείμενο της αυξημένης συνταγματικής προστασίας […]».

Το ΣτΕ συνδέει τους δασικούς χάρτες και με την προβολή δικαιωμάτων ιδιοκτησίας του Δημοσίου, δεδομένου ότι στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας ισχύει τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου για τα δάση (δηλαδή, αν δεν αποδειχθεί το αντίθετο από κάποιον ιδιώτη, το δάσος θεωρείται δημόσια περιουσία).

Από τη σκ. 12 της απόφασης υπ’ αριθμόν 643/2019:

«12. […] Όμως, προκειμένου το Δημόσιο να δηλώσει στο Κτηματολόγιο τα εμπράγματα δικαιώματά του επί δασικών εν γένει εκτάσεων, εφ’ ων υφίσταται [μαχητό] τεκμήριο ιδιοκτησίας του, απαιτείται, ως κατ’ εξοχήν νόμιμος τίτλος, η ύπαρξη κυρωμένου δασικού χάρτη, με αποτέλεσμα σε υπό κτηματογράφηση περιοχές στερούμενες δασικού χάρτη να ελλείπει ο νόμιμος αυτός τίτλος, στον οποίον θα στηριζόταν η δήλωση του Δημοσίου. Ενόψει αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η κατάρτιση δασικών χαρτών και δασολογίου, στο οποίο θα αποτυπώνονται κατά τρόπο ακριβή και οριστικό δάση και δασικές εκτάσεις, πρέπει να προηγηθεί της ολοκλήρωσης του Κτηματολογίου και έχει αδικαιολογήτως βραδύνει, κατά τρόπο που υπερβαίνει τα συνταγματικώς ανεκτά όρια […]».

Ποιο κοινό στοιχείο έχουν και οι δυο αυτές αποφάσεις, όμως; Απαιτούν οι δασικοί χάρτες να είναι ακριβείς — και, κατά το δυνατόν, η καταγραφή σ’ αυτούς να είναι οριστική. Έτσι, μολονότι έχει καθυστερήσει η κατάρτιση των δασικών χαρτών (και προσμετράται στα θετικά της προηγούμενης ηγεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ότι ξεκίνησε τη σχετική διαδικασία), οι χάρτες δεν εξυπηρετούν τον συνταγματικό σκοπό τους, εάν δεν είναι ακριβείς και οριστικοί.

Δυστυχώς όμως αυτό δεν ισχύει στους αναρτηθέντες δασικούς χάρτες. Ποιο είναι το πρόβλημα, συγκεκριμένα; Ότι, σε πολλές περιπτώσεις, περιλαμβάνουν εκτάσεις που δεν είναι δασικές πλέον. Εκτάσεις που είχαν, πριν το 1975, μεταβάλει νομίμως τη χρήση τους (κυρίως σε αγροτική ή βιομηχανική ή τουριστική) με νόμιμες πράξεις της Διοικήσεως, οι οποίες όμως δεν ελήφθησαν υπόψιν κατά την κατάρτιση των δασικών χαρτών, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται ως δασικές, ενώ κατά το νόμο δεν είναι. (Πρόκειται κυρίως για πράξεις με τις οποίες αποκαταστάθηκαν ακτήμονες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κυρίως πρόσφυγες, και μετά τον Εμφύλιο, καθώς και πράξεις με τις οποίες εγκρίνονταν οι εγκαταστάσεις μεγάλων βιομηχανικών ή τουριστικών μονάδων κυρίως τις δεκαετίες του ’50 και του ’60). Ποιος είναι ο νόμος αυτός που αναφέρει τις πράξεις της Διοικήσεως πριν το 1975; Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 7 του ν. 998/1979, η οποία, πριν τον νέο νόμο, είχε ως εξής:

«7. Εκτάσεις που έχουν απωλέσει [sic] το δασικό τους χαρακτήρα πριν τις 11.6.1975 λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις ή ως εκτάσεις των παραγράφων 5α ή 5β του άρθρου 3, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979 και δεν κηρύσσονται αναδασωτέες […]».

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αυτή τη διάταξη όχι απλώς σύμφωνη με το Σύνταγμα αλλά, ουσιαστικά, και επιβεβλημένη από το Σύνταγμα. Νά τι λέει στη σκ. 7 της απόφασης υπ’ αριθμόν 1573/2002, η οποία μνημονεύεται ως νομολογιακό προηγούμενο και σε πολλές μεταγενέστερες αποφάσεις:

«7. […] Αν όμως το δάσος ή οι δασικές εκτάσεις έχουν απολέσει το δασικό τους χαρακτήρα όχι κατόπιν αυθαίρετης και παράνομης ανθρώπινης ενέργειας, αλλά για κάποια νόμιμη αιτία, τότε δεν είναι δυνατή η ανατροπή της νομίμως δημιουργηθείσης πραγματικής καταστάσεως και με αυτή την έννοια η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου εκτάσεις, οι οποίες νομίμως έχουν απολέσει το δασικό τους χαρακτήρα πριν από την 11η Ιουνίου 1975, με βάση διοικητικές πράξεις, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, με πράξη του Δασάρχη ως δάση ή δασικές εκτάσεις».

Ακόμα πιο σημαντικό είναι πως δεν ενδιαφέρει, νομικά, εάν οι διοικητικές αυτές πράξεις που οδήγησαν σε μεταβολή του δασικού χαρακτήρα μιας έκτασης εκδόθηκαν με σύμπραξη της δασικής υπηρεσίας. Γράφει το ΣτΕ στη σκ. 6 της απόφασης 156/2019:

«6. […] Αντιθέτως, προκύπτει ότι η εν λόγω έκταση απώλεσε τον δασικό χαρακτήρα της ως αποτέλεσμα της αγροτικής εκμετάλλευσής της από το 1961 και την, εν συνεχεία, παραχώρησή της ως γεωργικού κλήρου στον δικαιοπάροχο της αιτούσης με βάση διοικητικές πράξεις και, μάλιστα, πριν την ισχύ του Συντάγματος του 1975 (ΣτΕ 2257, 1573/2002). Εξάλλου, με την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών η αιτούσα αμφισβήτησε λυσιτελώς τον δασικό χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης, η δε απόφαση της ΕΠ.Ε.Α., η οποία περιορίσθηκε στην μη ασκούσα εν προκειμένω επιρροή διαπίστωση ότι της παραχώρησης δεν προηγήθηκε έγκριση της δασικής υπηρεσίας αιτιολογείται κατά τούτο ανεπαρκώς, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση κύρωσης του δασικού χάρτη, στην οποία αναφέρεται, ότι από τις εκτάσεις που απεικονίζονται σε αυτόν ως δάση και δασικές στην παλαιότερη αεροφωτογράφιση, εξαιρούνται αυτές που παραχωρήθηκαν για αποκατάσταση ακτημόνων γεωργών (κληροτεμάχια), παρίσταται, στο σημείο αυτό, ως αντιφατική».

Επομένως, είναι σαφές ότι, για να είναι νόμιμοι οι δασικοί χάρτες, έπρεπε να μην περιλαμβάνουν εκτάσεις στις οποίες επήλθε νόμιμη μεταβολή της δασικής τους χρήσης, δυνάμει διοικητικής πράξης. Δυστυχώς, όμως, οι χάρτες που έχουν ήδη αναρτηθεί και κυρωθεί είναι κατά τούτο ατελείς. Αυτό προκύπτει και από εγκύκλιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος που εκδόθηκε το 2017, η οποία αναφέρει, μεταξύ των άλλων, και τα εξής:

«[…] Συνεπώς, σε εκτάσεις που παρουσιάζονται ως δασικές στην παλαιά κατάσταση και μη δασικές στην πρόσφατη (ΔΑ), οι οποίες αποτελούν οριστικά παραχωρητήρια, διανομές και αναδασμούς της αγροτικής νομοθεσίας, τελούν σε καθεστώς νόμιμης αλλαγής χρήσης ή αλλαγής του χαρακτήρα τους με τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, όπως ισχύουν εν συνδυασμό με τις δασικές διατάξεις, δεν υφίσταται υποχρέωση, ούτε ανάγκη για υποβολή αντιρρήσεων, αφού δεν υπάρχει αντικείμενο ανατροπής του περιεχομένου του δασικού χάρτη, ο οποίος έχει καταγράψει πραγματική κατάσταση (α/φ έτους 1945), που δικαιολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις της δασικής και αγροτικής νομοθεσίας».

Όλα τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο στοιχεία και πληροφορίες, θα καταχωριστούν, σε δεύτερο χρόνο, στο δασικό χάρτη μετά την ολοκλήρωση τής συλλογής τους, που θα προκύψει είτε από την υπόδειξή τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες είτε από τον ολοκληρωμένο χειρισμό αυτού κατά την κατάρτιση του Δασολογίου».

Δηλαδή, η ίδια η Διοίκηση ομολογεί ότι οι χάρτες δεν είναι πλήρεις και, μάλιστα, προτρέπει τους ενδιαφερομένους να μην αμφισβητήσουν τους αναρτηθέντες δασικούς χάρτες με τη διαδικασία των αντιρρήσεων. Μάλιστα, όπως μπορείτε να διαβάσετε στην παραπάνω εγκύκλιο, η Διοίκηση λέει στους ενδιαφερομένους ότι δεν πολυπειράζει που το (αγροτικό) ακίνητό τους περιλαμβάνεται στους δασικούς χάρτες. Αντιγράφω από την πρώτη σελίδα της εγκυκλίου:

Επισημαίνεται, λοιπόν, ότι πράξεις της διοίκησης που είτε έχουν εκδοθεί, σύννομα, σε εφαρμογή κείμενων διατάξεων της δασικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της αγροτικής νομοθεσίας (όπως σχετικώς έχει καθοριστεί από τις οικείες διατάξεις και τις σχετικές εγκύκλιες διαταγές) και δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή λόγο είτε δεν πάσχουν ακυρότητας, είναι σε ισχύ και δεν ανατρέπονται από τον δασικό χάρτη.

Δυστυχώς, όμως, η αναφορά αυτή έρχεται σε αντίθεση με τα όσα προβλέπει ο νόμος. Παραθέτω τις παρ. 5 και 5α του άρθρου 17 του ν. 3889/2010:

«5. Ο κυρωμένος δασικός χάρτης δημοσιεύεται αμέσως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από την ημερομηνία δημοσίευσής του καθίσταται οριστικός και έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή για όλα τα τμήματα που αποτυπώνονται σε αυτόν με πράσινο περίγραμμα και πράσινη διαγράμμιση, τα οποία αποτελούν δασικές εν γένει εκτάσεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Επί των ανωτέρω εκτάσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, με την επιφύλαξη των προβλεπομένων στην παράγραφο 5 του ως άνω άρθρου 3, ως προς τις χορτολιβαδικές και τις πετρώδεις και βραχώδεις εκτάσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της ως άνω παραγράφου. [§] 5α. Ψηφιακό αντίγραφο του κυρωμένου δασικού χάρτη αποστέλλεται, επίσης, στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. και στην οικεία Περιφερειακή Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας».

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ο υπεύθυνος για τις αγροτικές επιδοτήσεις οργανισμός. Όταν ενημερώθηκε για τους αναρτηθέντες δασικούς χάρτες, αμέσως διέκοψε τις επιδοτήσεις για τους αγρούς που φέρονταν δασικοί στους χάρτες αυτούς, θεωρώντας ότι ανήκουν, κατά τεκμήριο, στο Δημόσιο και, επομένως, δεν μπορεί να επιδοτείται ο αγρότης για να καλλιεργεί γη που δεν του ανήκει. Έτσι, ξαφνικά, πολλοί αγρότες βρέθηκαν χωρίς τις επιδοτήσεις τους, γεγονός που τους προκάλεσε προβλήματα επιβίωσης.

Για να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα η Διοίκηση προχώρησε σε μια μάλλον ανορθόδοξη λύση. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εξέδωσε έναν οδηγό με τον οποίο προέτρεπε τους αγρότες, ειδικά αυτούς που είχαν χάσει πλέον την προθεσμία για την υποβολή αντιρρήσεων, να αξιοποιήσουν ένα άλλο «εργαλείο» του νόμου: να εξαγοράσουν τα κτήματά τους, που πλέον (εξαιτίας της ανάρτησής τους στους δασικούς χάρτες) θεωρούντο ότι δεν ανήκουν σ’ αυτούς αλλά στο Δημόσιο. Πρόκειται για την αξιοποίηση των διαδικασιών που προβλέπονται στην παρ. 5 του άρθρου 47 και στο άρθρο 47Β του ν. 998/1979. Έτσι, πολλοί αγρότες υποχρεώθηκαν να ζητήσουν να αγοράσουν τα δικά τους χωράφια από το Δημόσιο.

Δυστυχώς, όμως, οι διατάξεις των άρθρων 47 και 47Β του ν. 998/1979 κηρύχθηκαν αντισυνταγματικές με τις αποφάσεις 643, 644 και 645/2019 του ΣτΕ. Για την ακρίβεια, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια (που έχει την τελική αρμοδιότητα να κρίνει επί της συνταγματικότητας μιας διάταξης), αλλά η 7μελής παραπεμπτική σύνθεση έκρινε την αντισυνταγματικότητα και είναι σχεδόν βέβαιο ότι την ίδια κρίση θα έχει και η Ολομέλεια. Συνεπώς, και οι αγρότες που εξαγόρασαν τα χωράφια τους είναι στον αέρα.

Ακόμα και χωρίς αυτούς, όμως, έχουν ασκηθεί περίπου 170.000 αντιρρήσεις κατά των δασικών χαρτών που έχουν αναρτηθεί και καλύπτουν το 50% της χώρας και από αυτές έχουν μέχρι σήμερα συζητηθεί ελάχιστες.

Τι προκύπτει από όλα αυτά; Πως οι δασικοί χάρτες σήμερα ούτε ακριβείς είναι, ούτε, με δεδομένο τον αριθμό των αντιρρήσεων που έχουν υποβληθεί και τον ρυθμό εκδίκασής τους, πρόκειται να είναι οριστικοί στο εγγύς μέλλον. Και, παράλληλα, έχουν προκαλέσει σε χιλιάδες καλλιεργητές σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης. Εκτός από τους καλλιεργητές, και πολλές βιομηχανικές και τουριστικές επιχειρήσεις, που βρέθηκαν από το πουθενά σε δασικούς χάρτες, μολονότι λειτουργούν επί χρόνια με νόμιμες άδειες, έχουν πολύ σοβαρά προβλήματα: δυσκολεύονται, λόγω του φερόμενου δασικού χαρακτήρα που έχει το ακίνητό τους, να βγάλουν ακόμη και οικοδομικές άδειες για επισκευές ή επεκτάσεις.

Για να λυθούν τα προβλήματα αυτά, αποφασίσαμε να απαριθμήσουμε ενδεικτικά στον νόμο ποιες είναι αυτές οι «διοικητικές πράξεις» που δικαιολογούν τη νόμιμη αλλαγή χρήσης. Οπότε, στην παραπάνω παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 προσθέσαμε κάποιες από αυτές. Έτσι, με την παρ. 1β’ του άρθρου 48 του νέου νόμου ορίζεται:

«β΄. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής:

»“7. Εκτάσεις που έχουν απολέσει το δασικό τους χαρακτήρα πριν τις 11.6.1975 λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις ή ως εκτάσεις των παραγράφων 5α ή 5β του άρθρου 3, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 ή κατά τη διαδικασία κατάρτισης δασικού χάρτη ή αναμόρφωσης κυρωμένου δασικού χάρτη και δεν κηρύσσονται αναδασωτέες εφόσον διατηρούν τη χρήση που τους αποδόθηκε. Διοικητικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου είναι ιδίως: α. πράξεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αγροτικής νομοθεσίας, όπως: αποφάσεις Επιτροπών Απαλλοτριώσεων για το σύνολο των εκτάσεων των οποίων επελήφθησαν (κληροτεμάχια, εξαιρεθείσες υπέρ ιδιοκτητών εκτάσεις, ιδιοκτησίες, διαθέσιμες και κοινόχρηστες εκτάσεις), διανομές και αναδασμοί για το σύνολο των εκτάσεων που αναφέρονται στα σχετικά κτηματολογικά διαγράμματα, άδειες ή αποφάσεις Υπουργού ή Νομάρχη για κάθε περίπτωση μεταβίβασης αγροτικών ακινήτων που έχουν αποδοθεί για γεωργική ή κτηνοτροφική χρήση, αμπελουργικά και ελαιουργικά κτηματολόγια και β. πράξεις που εκδόθηκαν με σκοπό τη βιομηχανική και τουριστική ανάπτυξη της χώρας, όπως απαλλοτριώσεις με σκοπό την εγκατάσταση βιομηχανικής ή τουριστικής μονάδας ή άδειες εγκατάστασης ή/και λειτουργίας βιομηχανικής ή τουριστικής μονάδας”».

Αν εξαιρέσουμε τις λέξεις που είναι με έντονη γραφή (και τη διόρθωση στην ορθογραφία της λέξης «απολέσει»), η πρώτη περίοδος της νέας διάταξης είναι ίδια με την προϊσχύουσα. Η δεύτερη περίοδος δεν προσθέτει κάτι, αλλά παραθέτει έναν ενδεικτικό (και όχι περιοριστικό) κατάλογο των πράξεων που δικαιολογούν την αλλαγή χρήσης, εάν έχουν γίνει πριν τις 11.6.1975 (την ημερομηνία ισχύος του Συντάγματος). Θεωρητικά, εάν έλειπε η δεύτερη περίοδος, δεν θα άλλαζε καθόλου το ουσιαστικό περιεχόμενο της ρύθμισης. Είναι όμως χρήσιμη, επειδή δείχνει μια πολύ πιο σαφή κατεύθυνση στις υπηρεσίες που καταρτίζουν τους δασικούς χάρτες (δασική υπηρεσία και Κτηματολόγιο), καθώς και στις Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων, που είναι τα διοικητικά όργανα που εξετάζουν τις αντιρρήσεις κατά των δασικών χαρτών.

Προτού πάω στις λέξεις που είναι με έντονη γραφή, που είναι σημαντικές, θα αναφερθώ και σε μια άλλη προσθήκη που κάνουμε, με την παρ. 1α του άρθρου 48 του νόμου, η οποία ορίζει:

«1. α. Στο τέλος της περίπτωσης ζ’ της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289) προστίθεται η φράση: “ή είναι περιοχές βιομηχανικών-βιοτεχνικών εγκαταστάσεων που περιλαμβάνονται σε ζώνες οικιστικού ελέγχου του άρθρου 29 του ν. 1337/1983 (Α’ 33), ως προς τα ακίνητα επί των οποίων έχουν εγκατασταθεί επιχειρήσεις, κατόπιν ισχυουσών αδειών ή άλλων διοικητικών πράξεων που καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας ή βεβαιώσεων ή άλλων εγγράφων πληροφοριακού χαρακτήρα του αρμοδίου Δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών ότι δεν εμπίπτουν σε δάσος ή δασική έκταση”».

Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 που ισχύει μέχρι σήμερα έχει ως εξής:

«6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε στις διατάξεις του παρόντος νόμου: […] ζ) Οι περιοχές για τις οποίες υφίστανται εγκεκριμένα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών, τα όρια των οποίων έχουν εγκριθεί με πράξεις της Διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων 21.11/1.12.1979 (Δ΄ 693), 2.3/13.3.1981 (Δ΄ 138) ή 24.4/3.5.1985 (Δ΄ 181) ή βρίσκονται εντός ορίων εγκεκριμένων πολεοδομικών μελετών ή ρυμοτομικών σχεδίων και όπως τα όρια αυτά έχουν εφαρμοσθεί στο έδαφος ή πρόκειται περί οικοδομήσιμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του ν. 947/1979 ή αποτελούν εκτάσεις Οργανωμένων Υποδοχέων Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων, που οργανώθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4458/1965, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 742/1977, καθώς και τις διατάξεις του ν. 2545/ 1997 και όπως ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 41 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) για τις οποίες έχει εγκριθεί η οριοθέτηση ή το ρυμοτομικό τους σχέδιο».

Με τη διάταξη αυτή εξαιρούνται από τη δασική νομοθεσία εκτάσεις οι οποίες είναι πολεοδομημένες σύμφωνα με ειδικούς νόμους. Με την παρ. 1α’ προστέθηκε και ένα επιπλέον είδος πολεοδόμησης, αυτή που γίνεται σε Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ) — πρόκειται για μια περιαστική πολεοδόμηση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 29 του ν. 1337/1983 (του λεγόμενου «νόμου Τρίτση»). Η προσθήκη αυτή, όμως, επικρίθηκε, επειδή θεωρήθηκε πως ορίστηκε ότι μπορεί να επέλθει μεταβολή του δασικού χαρακτήρα μιας έκτασης δυνάμει εγγράφων πληροφοριακού χαρακτήρα του Δασάρχη, τα οποία η νομολογία του ΣτΕ δεν έχει κρίνει επαρκή για να αποδεικνύουν τον δασικό χαρακτήρα μιας έκτασης. Πράγματι, στη σκ. 3 της υπ’ αριθμόν 2429/2019 απόφασης του ΣτΕ που ο Συνήγορος του Πολίτη έχει επισημάνει στα σχόλιά του επί του νομοσχεδίου, αναφέρονται τα εξής:

«3. […] Σε κάθε όμως περίπτωση ο δασάρχης υποχρεούται να ακολουθήσει τη διαδικασία του νόμου και δεν έχει την ευχέρεια να διατυπώσει απλώς προσωπική αντίληψη πληροφοριακού χαρακτήρα. Ο δασάρχης οφείλει, δηλαδή, να εκδώσει προσηκόντως αιτιολογημένη απόφαση σύμφωνα με τα κριτήρια του νόμου, περαιτέρω δε υποχρεούται να κοινοποιήσει την απόφασή του στον ιδιώτη ή τη δημόσια αρχή που υπέβαλε τη σχετική αίτηση και να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται στο νόμο. […] Πριν από την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας η απόφαση του δασάρχη δεν δύναται να ληφθεί υπ’ όψιν από οποιαδήποτε άλλη δημόσια αρχή, ενώπιον της οποίας ανακύπτει ως προκριματικό το ζήτημα του χαρακτήρα της έκτασης».

Όπως όμως θα παρατηρήσει κάποιος που έχει διαβάσει προσεκτικά το άρθρο, το πληροφοριακό έγγραφο του Δασάρχη δεν είναι αυτό που οδηγεί σε μεταβολή του δασικού χαρακτήρα μιας έκτασης. Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται καν για μεταβολή: για να ορισθεί μια ζώνη οικιστικού ελέγχου, απαιτείται η έκδοση προεδρικού διατάγματος, άρα και προληπτικός έλεγχος από το ΣτΕ. Η ΖΟΕ ορίζει και περιοχές με βιομηχανική και βιοτεχνική χρήση. Κανονικά, αυτό θα αρκούσε για να αποδείξει ότι η περιοχή αυτή δεν είναι δασική, αφού ο ορισμός μιας περιοχής ως βιομηχανικής είναι ασύμβατος με τον δασικό χαρακτήρα (άλλο ζήτημα η βιομηχανική δραστηριότητα στο δάσος, πολύ περιορισμένη, που επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 998/1979 κατόπιν έγκρισης επέμβασης του άρθρου 45 του ν. 998/1979). Ωστόσο, περιορίσαμε αυτή τη δυνατότητα: Πρώτον, αφορά μόνο ακίνητα στα οποία λειτουργεί επιχείρηση, άρα πρόκειται για περιοχή που δεν έχει εν τω μεταξύ δασωθεί εκ νέου. Δεύτερον, η επιχείρηση αυτή πρέπει να έχει εγκατασταθεί κατόπιν αδείας. Τρίτον, ένα από τα έγγραφα που επιτρέπουν την εγκατάσταση (όταν έγινε) είναι το τυχόν πληροφοριακό έγγραφο του Δασάρχη. Δηλαδή απαιτείται επιπλέον, αφού έχουμε βεβαιωθεί ότι μιλάμε για περιοχή που έχει καθορισμένη βιομηχανική ή βιοτεχνική χρήση με π.δ., να υπάρχει και ατομική διοικητική πράξη ή άλλη πράξη της Διοικήσεως, η οποία να δημιουργεί στον επιχειρηματία την εύλογη πεποίθηση ότι εγκαθίσταται νομίμως.

Πάμε τώρα πίσω, στην παρ. 7, στα γράμματα με έντονη γραφή, τα οποία προστέθηκαν στη διάταξη με τον καινούργιο νόμο. Εδώ, λοιπόν, έχουμε μια σαφή βελτίωση στην προστασία των δασών, η οποία αποτελεί τη νομοθετική αποτύπωση παγιωμένης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Χαρακτηριστικά παραθέτω απόσπασμα από τη σκ. 17 της απόφασης 643/2019 (που ανέφερα και παραπάνω):

«17. […] η νομοθεσία προέβλεπε, διαχρονικώς, τη δυνατότητα παραχώρησης δασικών εκτάσεων για αγροτική καλλιέργεια, η οποία τελούσε πάντοτε —ασχέτως, δηλαδή, από την έκδοση οριστικού παραχωρητηρίου ή την παρέλευση μακρού χρόνου— υπό την προϋπόθεση ότι διετηρείτο η γεωργοδενδροκομική καλλιέργεια. Στις περιπτώσεις αυτές, η παραχωρούμενη δασική έκταση δεν αποχαρακτηριζόταν, ούτε έχανε το δασικό της χαρακτήρα οριστικώς, αλλά επιτρεπόταν η χρησιμοποίησή της για μόνιμη γεωργική εκμετάλλευση, αποκλειομένης κάθε περαιτέρω αλλαγής χρήσης της σε οικιστική ή άλλη, ενώ, μετά τη διαπίστωση της έλλειψης ή απώλειας της ως άνω προϋπόθεσης, η παραχώρηση υπέκειτο σε ανάκληση με διοικητική πράξη, η οποία συνεπαγόταν την εφαρμογή των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας […]».

Τι μας λέει εδώ το ΣτΕ; Ότι, για να έχει μεταβληθεί νομίμως η δασική χρήση μιας έκτασης, δεν αρκεί να έχει προηγηθεί διοικητική πράξη νόμιμη πριν το 1975. Απαιτείται επιπλέον να εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση και τη διατήρηση της πράξης. Αν, δηλαδή, είχε παραχωρηθεί μια δασική έκταση για αγροτική αποκατάσταση και στη συνέχεια η χρήση της από αγροτική μετατράπηκε σε οικιστική ή τουριστική, κατά τη νομολογία του ΣτΕ η έκταση αυτή επανέρχεται στον δασικό της χαρακτήρα. Αυτή η νομολογιακή κρίση δεν είχε αποτυπωθεί στη νομοθεσία και κρίναμε ότι ήταν ώρα να περιληφθεί. Γι’ αυτό και προσθέσαμε ότι η αλλαγή χρήσης που επισυνέβη πριν το 1975 είναι νόμιμη, μόνον εφόσον η (μη δασική) χρήση που είχε αποδοθεί διατηρείται. Έτσι καλύπτεται και η περίπτωση των εκτάσεων που είχαν μεταβάλει τον δασικό τους χαρακτήρα αλλά, στη συνέχεια, απέκτησαν και πάλι δασική βλάστηση: οι εκτάσεις αυτές, βάσει της νέας αυτής διάταξης, θεωρούνται και στον νόμο δασικές.

Αφού λοιπόν τροποποιήσαμε τον ν. 998/1979, διευκρινίζοντας τις διοικητικές πράξεις που οδηγούν σε νόμιμη αλλαγή χρήσης και προσθέτοντας την προϋπόθεση για διατήρηση της αποδοθείσας χρήσης, έπρεπε να διορθώσουμε και τα σφάλματα που έχουν οι σημερινοί δασικοί χάρτες. Με την παρ. 10 του άρθρου 48 προβλέφθηκαν τα εξής:

«10. Μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος αναμορφώνονται υποχρεωτικά οι μερικώς ή ολικώς κυρωθέντες και οι αναρτηθέντες δασικοί χάρτες, όπως και οι δασικοί χάρτες που βρίσκονται σε οποιοδήποτε στάδιο κατάρτισης ή θεώρησης, προκειμένου να συμπεριληφθούν σε αυτούς διοικητικές πράξεις, οι οποίες είχαν παραλειφθεί κατά την αρχική κύρωση, ανάρτηση ή επεξεργασία, αντίστοιχα. Η αποτύπωση στο χαρτογραφικό υπόβαθρο των πράξεων αυτών και των οριογραμμών τους γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο, και λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπόψη ιδίως οι ψηφιοποιημένες απεικονίσεις τους που έχουν γίνει από κάθε αρμόδια υπηρεσία ή από φορείς στους οποίους οι αρμόδιες υπηρεσίες ανέθεσαν το σχετικό αντικείμενο, καθώς και το ψηφιακό αρχείο δεδομένων της ΑΓΡΟΓΗ Α.Ε., το οποίο περιήλθε στον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης γγ’ της υποπαραγράφου β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 3895/2010 (Α’ 206), χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια θεώρησης, επεξεργασίας ή συμπλήρωσης αυτού. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία του Κτηματολογίου, ιδίως στις περιοχές όπου έχει γίνει ανάρτηση ή πρώτη εγγραφή δικαιωμάτων, καθώς και οι σχετικές δηλώσεις των ενδιαφερομένων. Μέχρι την ολοκλήρωση της αναμόρφωσης που προβλέπεται στην παρούσα αναστέλλεται αναδρομικά από την κύρωσή τους η αποδεικτική ισχύς των δασικών χαρτών ως προς τα αγροτεμάχια, τα οποία περιλαμβάνονται στο Ολοκληρωμένο Σύστημα (Ο.Σ.) και, σύμφωνα με το ψηφιακό αρχείο δεδομένων που διαθέτει ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., βρίσκονται επί εκτάσεων, για τις οποίες δεν εφαρμόζεται η δασική νομοθεσία, κατόπιν διοικητικών πράξεων που έχουν εκδοθεί σε εφαρμογή της αγροτικής και εποικιστικής νομοθεσίας, όπως ιδίως οι αναφερόμενες στην παράγραφο 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289). Μετά την ανάρτηση των αναμορφωθέντων ή τροποποιηθέντων, κατά τα ανωτέρω, δασικών χαρτών εφαρμόζεται η διαδικασία αντιρρήσεων που προβλέπεται στα άρθρα 15 επ. του ν. 3889/2010 (Α’ 182) και μπορούν να ασκούνται τα σχετικά ένδικα βοηθήματα από τους έχοντες σχετικό έννομο συμφέρον, πλην όσων έχουν υποβάλει αντιρρήσεις, των οποίων η εξέταση εκκρεμεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος».

Όπως ήδη τεκμηριώθηκε πιο πάνω, έχουμε τα εξής δεδομένα:

α. δασικούς χάρτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν εκτάσεις που δεν είναι δασικές,

β. πολλούς αγρότες που δεν άσκησαν το δικαίωμα για την υποβολή αντιρρήσεων (και έχασαν τη σχετική προθεσμία), κατόπιν και των σχετικών προτροπών του Υπουργείου,

γ. απώλεια επιδοτήσεων για τους αγρότες αυτούς.

Στοιχειώδης υποχρέωση του κράτους δικαίου ήταν να διορθώσει τα σφάλματά του, τα οποία έχουν δημιουργήσει σε πολλές αγροτικές οικογένειες προβλήματα επιβίωσης. Αυτό έπρεπε να γίνει γρήγορα και με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Για τον λόγο αυτό και προβλέπεται ότι το κράτος θα διορθώσει τους χάρτες αυτεπαγγέλτως και σε σύντομη προθεσμία. Πώς θα μπορέσει να το κάνει τόσο γρήγορα; Επειδή θα κάνει κάτι που δεν είχε κάνει ώς τώρα: θα αξιοποιήσει αρχεία που είναι ήδη ψηφιοποιημένα και αποτυπώνουν σε χαρτογραφικά υπόβαθρα τις πράξεις της Διοικήσεως. Βασικό τέτοιο αρχείο είναι αυτό που είχε δημιουργήσει η (καταργηθείσα εταιρεία του δημόσιου τομέα) ΑΓΡΟΓΗ. Υπάρχουν και άλλα αρχεία, ψηφιοποιημένα, που διαθέτουν σε αρκετές περιπτώσεις οι κατά τόπους διευθύνσεις Πολιτικής Γης των Περιφερειών. Ο νόμος επιτάσσει την ταχεία αξιοποίησή τους — που δεν είχε γίνει μέχρι σήμερα, λόγω αδυναμίας στη συνεννόηση μεταξύ των υπηρεσιών. Η αξιοποίηση γίνεται με επίθεση των δεδομένων που περιέχουν τα αρχεία αυτά στα ψηφιακά υπόβαθρα των δασικών χαρτών.

Αλλά προχωρήσαμε και παραπέρα: για να αρθούν οι αδικίες που έχουν ήδη επισυμβεί, η διάταξη που παρέθεσα πιο πάνω ορίζει την προσωρινή —μερική— αναστολή ισχύος των δασικών χαρτών. Η αναστολή δεν είναι καθολική, αλλά στοχευμένη: Αφενός αφορά μόνο τους αγρότες και όχι άλλους ενδιαφερομένους, καθώς αυτοί είναι που αντιμετωπίζουν το άμεσο πρόβλημα επιβίωσης (και το ενδεχόμενο να απολέσουν διά παντός την ιδιότητα του ενεργού αγρότη, εάν προκύψει ότι δεν καλλιεργούν τα κτήματά τους επί δύο έτη). Αφ’ ετέρου ισχύει μόνο στον βαθμό που, από τα ψηφιακά αρχεία του ΟΠΕΚΕΠΕ που περιλαμβάνουν και αυτά της ΑΓΡΟΓΗΣ, προκύπτει ότι τα κτήματα βρίσκονται επί εκτάσεων που είχαν περιληφθεί σε πράξεις της αγροτικής και εποικιστικής νομοθεσίας, άρα πιθανολογείται ότι θα αποδειχθεί, στο τέλος, ότι έχουν αγροτικό και όχι δασικό χαρακτήρα. Επίσης, είναι όλως προσωρινή, μέχρι να μπορέσει το κράτος να διορθώσει τα σφάλματά του.

Η αυτεπάγγελτη αναμόρφωση των δασικών χαρτών αναμένεται να έχει ένα πολύ θετικό αποτέλεσμα: να καταστούν άνευ αντικειμένου πάρα πολλές από τις 170.000 υποβληθείσες αντιρρήσεις (ίσως και πάνω από τις μισές). Θα οδηγήσει, δηλαδή, στη σημαντική επιτάχυνση της οριστικοποίησης των δασικών χαρτών. Επίσης, θα τους καταστήσει ακριβείς — προκειμένου να αποτελέσουν τη βάση για το Δασολόγιο, όπως επιτάσσει η σχετική συνταγματική διάταξη. Η ακρίβειά τους θα προκύψει και από τη διευκρίνιση των πράξεων της Διοικήσεως που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν για την κατάρτιση των δασικών χαρτών, αλλά και από την προϋπόθεση ότι πρέπει να διατηρείται η αποδοθείσα χρήση, για να θεωρηθεί ότι δεν ισχύει πλέον η δασική.

Έτσι, ο δασικός πλούτος θα προστατεύεται κατά τρόπο ουσιαστικό και οπωσδήποτε όχι εις βάρος των δικαιωμάτων και των νόμιμων προσδοκιών των πολιτών.

Στο επόμενο άρθρο, οι διατάξεις περί οικιστικών πυκνώσεων.