Ριγανοσαλάτα

C
Γιώργος Κυριαζής

Ριγανοσαλάτα

Τα κείμενα μπορείς να τα δεις και σαν πιάτα, δηλαδή σαν εδέσματα. Όπως πάνω από τον πάγκο της κουζίνας, έτσι και πάνω από το πληκτρολόγιο (ή το χαρτί, αν συγκαταλέγεσαι στους παλιομοδίτες) επιλέγεις υλικά, είτε βάσει συγκεκριμένης συνταγής είτε όχι, τα συνταιριάζεις και, με προσεκτική αναλογία, τους δίνεις τη μορφή που θέλεις και συνθέτεις το πιάτο που πρόκειται να παρουσιάσεις στον άνθρωπο που θα το καταναλώσει, ελπίζοντας να του προκαλέσεις την απαραίτητη όρεξη και να του αφήσεις στο τέλος ένα αίσθημα ικανοποίησης.

Αυτή η μεταφορά μού ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας πρόσφατα μια κριτική συναυλίας στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Θα μπορούσα να πω πολλά για τη συναυλία, το έργο, τη διαδικασία των δοκιμών, καθώς βέβαια και για τον ίδιο τον κριτικό, αλλά δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα, γιατί τότε το θέμα θα γινόταν προσωπικό, και το προσωπικό δεν με ενδιαφέρει, και δεν βλέπω γιατί θα έπρεπε να ενδιαφέρει τον οποιονδήποτε. Ας ξεφύγουμε, επιτέλους, από τις έριδες και τις αντιπαραθέσεις που μόνο τροφή για κουτσομπολιό δίνουν χωρίς να προσφέρουν τίποτε στον απέραντο κήπο της τέχνης. Για μένα σημασία έχει να συνειδητοποιήσουμε, κάποια στιγμή, τι γράφουμε και, κυρίως, πώς το γράφουμε.

Ξεκινά, λοιπόν, ο κριτικός να φτιάξει μια ωραία και χορταστική χωριάτικη σαλάτα. Βάζει την ντομάτα (οι βασικές πληροφορίες της συναυλίας, ποιοι συμμετείχαν κλπ.), βάζει το αγγούρι (2-3 λόγια για το έργο), βάζει την πιπεριά (μια γλαφυρή εισαγωγή) , βάζει το κρεμμύδι (η γενικότερη εντύπωση που του άφησε η συναυλία), βάζει ελιές (λίγα λόγια για την προϋπηρεσία κάποιων εκ των συντελεστών), βάζει τη φέτα (αναφορές σε συγκεκριμένα σημεία του έργου και στο πώς αποδόθηκαν), η οποία όμως ήταν κακής ποιότητας και άφηνε και την υπόνοια πως ήταν λιγάκι χαλασμένη (μια που οι αναφορές αυτές ήταν γεμάτες λάθη, φανερώνοντας πως ίσως ο κριτικός να μην ήξερε το έργο τόσο καλά όσο ήθελε να μας κάνει να πιστέψουμε), βάζει το λάδι (κριτική προς τον μαέστρο, πράγμα που σημαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι το λάδι που χρησιμοποίησε ήταν υψηλής οξύτητας), ρίχνει και το αλάτι (έναν «έξυπνο» τίτλο). Φυσικά, μια χωριάτικη χρειάζεται οπωσδήποτε ρίγανη, την οποία εδώ θα παραλληλίσω με την υφολογική σπιρτάδα, η οποία εξαρτάται από τον στόχο του κειμένου — επομένως, στην περίπτωσή μας, πρόκειται για την ειρωνεία. Και κάπου εδώ ο κριτικός έχασε την αίσθηση του μέτρου. Ειρωνεία παντού: το κείμενο είναι γεμάτο καθαρευουσιάνικες ή ψευδοκαθαρευουσιάνικες εκφράσεις και λεκτικούς τύπους (το κάνω κι εγώ πολλές φορές, είτε ειρωνικά είτε απλώς για πλάκα), η παρουσίαση των σολίστ, ιδίως των γυναικών (νά που προβάλλει το κεφαλάκι του ο υφέρπων μισογυνισμός), εστίαζε στο τι φορούσαν και γενικότερα στην εικόνα που παρουσίαζαν (ο υποτιμητικός χαρακτηρισμός «μεσήλιξ» έδινε κι έπαιρνε), η πρώτη αναφορά στον μαέστρο τόνιζε πως έχτισε την καριέρα του σε επαρχιακά θέατρα της Γερμανίας (άρα χωριάταρος που είχε το θράσος να έρθει εδώ να μας το παίξει μέγας και τρανός), ρητορικές ερωτήσεις διατυπώνονταν με υποτιθέμενα καυστικό τρόπο, ενώ υπήρχαν και διάφορες ειρωνικές παραπομπές σε τεθνεώτες συνθέτες, μαέστρους και ζωγράφους (οι οποίοι, δήθεν, θα έφριτταν μετά οστεϊκών τριγμών ακούγοντας τη συναυλία). Με άλλα λόγια, ο σεφ έφτιαξε μια μέτρια προς κακή χωριάτικη, και μετά έριξε από πάνω ενάμισι κιλό ρίγανη, με αποτέλεσμα να φτιάξει ουσιαστικά μια ριγανοσαλάτα, ένα γαστρονομικό έκτρωμα που δεν τρώγεται ούτε από θεονήστικο γουρούνι.

Η χρήση της ειρωνείας μπορεί να είναι εξαιρετικά αποδοτική. Πότε; Όταν συνοδεύει κείμενα που έχουν ουσία, οπότε γίνεται έξοχο καρύκευμα και δίνει αυτή την παραπάνω σπιρτάδα σε έναν ήδη εύστροφο, ακριβή, εύστοχο λόγο. Όταν το κείμενο είναι φληνάφημα και βολοδέρνει από το βουνό στη θάλασσα χωρίς στόχο και σκοπό, ή όταν αυτό που θέλει να πει είναι πέρα για πέρα λάθος, ή ακόμη όταν οι ρόλοι αντιστρέφονται και το κείμενο γίνεται απλώς το φόντο για να αφεθεί αχαλίνωτη να καλπάσει αφοδεύοντας παντού σαν τα άλογα στη σκηνή του Ηρωδείου σε φιλόδοξη παράσταση της Αΐντας, η ειρωνεία μόνο οίκτο μπορεί να προκαλέσει.

Οίκτο προς τον συντάκτη του κειμένου, εννοώ.