Σε αναζήτηση μιας queer ταυτότητας

C
Χρήστος Γραμματίδης

Σε αναζήτηση μιας queer ταυτότητας

Το έκτο φιλμ του Τοντ Χέινς διαφέρει σημαντικά από το μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ στο οποίο βασίζεται (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μετάιχμιο), ένα εξαιρετικά δημοφιλές βιβλίο που ωστόσο παρέμεινε μη αναγνωρισμένο από τη συγγραφέα για δεκαετίες λόγω του «σαπφικού» περιεχομένου του. Γράφοντας μέσα από τη λογοτεχνική «ντουλάπα» (με το ψευδώνυμο Κλερ Μόργκαν), η Χάισμιθ έφτιαξε ένα έργο ψυχολογικού ρεαλισμού, δίνοντας το πυκνό πλέγμα των εντάσεων που καθορίζουν τη σχέση μεταξύ της Τερέζ Μπέλιβετ, μιας ενζενί σκηνογράφου, και της Κάρολ Έρντ, μιας νοικοκυράς στα πρόθυρα του διαζυγίου. Όταν, προς το τέλος του μυθιστορήματος, η Κάρολ επιβεβαιώνει ότι η Τερέζ την καταλαβαίνει καλύτερα ακόμη και από την καλύτερή της φίλη, το διακύβευμα του βιβλίου είναι ξεκάθαρο.

Στην αρχή του φιλμ «Carol», ένας δευτερεύων χαρακτήρας έχοντας δει για έκτη φορά το «Sunset Boulevard» του Μπίλι Γουάιλντερ λέει ότι προσπαθεί να καταγράψει «τον συσχετισμό ανάμεσα στο τι λένε οι χαρακτήρες και σε αυτό που πραγματικά αισθάνονται». Αυτή η ατάκα, όπως συμβαίνει με την πλειονότητα των διαλόγων της ταινίας, είναι εφεύρεση της σεναριογράφου Φίλις Νάγκι. Τη λέει ο Ντάνι, ένας δημοσιογράφος των New York Times, ο οποίος φαίνεται αρκετά ερωτευμένος με την Τερέζ (Ρούνεϊ Μάρα), παρά το γεγονός (ή ίσως εξαιτίας του) ότι αυτή βρίσκεται σε μια μάλλον δυστυχισμένη σχέση με τον φίλο του τον Ρίτσαρντ. Λίγες σκηνές αργότερα, ενώ προσπαθεί να αποπλανήσει την Τερέζ μέσα στο γραφείο του, ο Ντάνι λέει ότι το σύνολο των ανθρώπινων σχέσεων πρέπει να γίνει κατανοητό μέσα από την οπτική γωνία της φυσικής, κάθε σχέση να αναχθεί σε μια επιστημονική εξήγηση. Εάν κάποιος λάμβανε αυτές τις δύο παρατηρήσεις του Ντάνι ως κυριολεκτικές δηλώσεις καλλιτεχνικών προθέσεων, τότε θα μιλούσαμε για δύο άκομψα, προφανή σφάλματα στην κατά τα λοιπά άψογη επιφάνεια της ταινίας και, το πιο σημαντικό, θα είχαμε μια απόδειξη ότι ο Χέινς και η Νάγκι θα είχαν αποτύχει να βρουν το κινηματογραφικό ανάλογο της ψυχολογικής οξύτητας της Χάισμιθ. Αν συνέβαινε αυτό, το φιλμ «Carol» θα χαρακτηριζόταν από μια τεράστια απόσταση μεταξύ του πλούσιου, παγωμένου ύφους του Χέινς και αυτού που οι χαρακτήρες του «πραγματικά αισθάνονται». Ευτυχώς, τα πράγματα δεν είναι έτσι.

Ενώ η σε τρίτο πρόσωπο αφήγηση της Χάισμιθ εξυπηρετεί την (πολιτική) λειτουργία της αποστασιοποίησής της από τη νεαρή ηρωίδα της, η συγγραφέας ξοδεύει πολύ χρόνο λέγοντας στον αναγνώστη, όχι μόνο τι σκέφτεται η Τερέζ, αλλά και τι φαντάζεται η Τερέζ ότι σκέφτονται οι γύρω της, και η Κάρολ ιδιαίτερα. Οι χαρακτήρες της Χάισμιθ βρίσκονται στις ίδιες ακριβώς σταθερές συνειδησιακές θέσεις με τις οποίες είναι γεμάτη η αμερικανική λογοτεχνία στα μεταπολεμικά χρόνια: αν μοιάζουν συχνά αβέβαιοι για το τι είναι αυτό που θέλουν, είναι επειδή δεν έχουν ακόμη καταφέρει να δαμάσουν έναν κοινωνικό κόσμο που φαίνεται να περιπλέκει τόσο τους δρόμους προς την εκπλήρωση των επιθυμιών τους όσο και τις αναμνήσεις τους από μια παλαιότερη ευτυχία. Ο Χέινς, που δουλεύει για πρώτη φορά πάνω σε ένα σενάριο στη συγγραφή του οποίου δεν συμμετείχε, ασχολείται με ένα πιο βασικό ερώτημα: Πώς μορφοποιείται μια queer συνείδηση όταν δεν έχει μοντέλα, πρότυπα για να βασιστεί;

Το «Carol» φτάνει σε μια στιγμή αυξανόμενης κινηματογραφικής ομοκανονικότητας (τουλάχιστον στη Δύση). Αν οι λεσβιακές σχέσεις παραμένουν υποεκπροσωπούμενες στη μεγάλη οθόνη σε σχέση με την αντρική ομοφυλοφιλία, το γεγονός του έρωτα δύο γυναικών καθαυτό δεν φέρει πλέον το έντονο φορτίο της αμαρτίας ή του τεράστιου σκανδάλου (τουλάχιστον στον κόσμο του σινεμά). Αλλά, εάν ορισμένα είδη queer επιθυμίας δεν απαιτείται πλέον να κρύβονται και μπορούν να εμφανίζονται δημόσια, πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν ισχύει το ίδιο για όλα τα είδη queer συμπεριφοράς και πρέπει επίσης να σκεφτούμε πόσο επικίνδυνη παραμένει η κατάσταση για εκείνους που (όπως θα μας θύμιζε η Σούζαν Σόνταγκ) δεν έχουν ακόμη βιώσει μια ισοδύναμη κοινωνική αλλαγή που θα συνόδευε την αλλαγή στην ορατότητα. Ο Χέινς και η Νάγκι ασχολούνται με αυτό που διατηρεί την ικανότητά του για διαφορά ακόμη και στο εσωτερικό της καλλιτεχνικής κανονικότητας. Κατά την παρουσίαση ενός ειδυλλίου ανάμεσα σε δύο αναμφισβήτητα «θηλυκές» γυναίκες, γεγονός που είναι πράγματι παρόν και στο βιβλίο της Χάισμιθ (ο Χέινς και η Νάγκι διατηρούν τη στιγμή στο βιβλίο κατά την οποία η Τερέζ συναντά δύο γυναίκες με παντελόνια και αμέσως γυρίζει το κεφάλι, νιώθοντας προφανώς άβολα με το βλέμμα τους), η ταινία παίζει με μια γενικότερη ασάφεια στη γυναικεία φιλία, όπου η φυσική και συναισθηματική αγάπη δεν έχουν ακόμη τοποθετηθεί ξεκάθαρα κάτω από τον αστερισμό της ομοφυλοφιλίας. Η Κάρολ της Κέιτ Μπλάνσετ, με όλη τη συντριπτική αίγλη της, τα εντυπωσιακά κοστούμια της, τα τέλεια κοραλλί νύχια της, το ακτινοβόλο ξανθό μαλλί της και τη βελούδινη προφορά της, παραμένει κοντά στο ιδανικό πρότυπο της ψυχροπολεμικής κανονικότητας: την προαστιακή νοικοκυρά. Και η Ρούνεϊ Μάρα θα μπορούσε να θυμίζει τη Νάταλι Γουντ, αν δεν ήταν ένα κορίτσι με τόσο παράξενη ιδιοσυγκρασία.

Το αφηγηματικό σχήμα της ταινίας και μερικές από τις πιο σημαντικές στιγμές της είναι απευθείας παρμένα από το «Brief Encounter» του Ντέιβιντ Λιν, μια ταινία στην οποία οι μοιχοί πρωταγωνιστές είναι τόσο βαρετοί μεσοαστοί, που, ακόμη και τις λίγες ώρες την εβδομάδα που ξεκλέβουν για το πάθος τους, συνήθως δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το να πάνε στον κινηματογράφο. Ο Χέινς και η Νάγκι δεν στέλνουν την Τερέζ και την Κάρολ στον κινηματογράφο, αλλά μας δείχνουν δυο γυναίκες που ζουν μέσα στην κοινωνία της εποχής τους: η Τερέζ στο φιλμ δεν ζει στο κέντρο της πόλης και στη θεατρική σκηνή ως σκηνογράφος (όπως στο βιβλίο), αλλά τη βλέπουμε μόνο στην πρωινή εργασία της στο πολυκατάστημα Frankenburg πριν το προφανές ταλέντο της ως φωτογράφου την οδηγήσει στους New York Times. Με άλλα λόγια, το φιλμ «Carol» ασχολείται με το queer ως χώρο διαφοράς και αντι-κανονικότητας μέσα στα καταπιεστικά, κανονιστικά κοινωνικά όρια (και όχι στο περιθώριο), όρια που χαράσσονται εδώ από δύο ζηλιάρηδες, μπερδεμένους άντρες που παραμένουν πεπεισμένοι για την ικανότητά τους (ή ίσως ακόμη και για την ευθύνη τους) να ελέγχουν τις γυναίκες που βρίσκονται γύρω τους. Στην περίπτωση της Κάρολ, η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από τη δική της βαθιά δέσμευση στον ρόλο της ως μητέρας, πράγμα που είναι τόσο η μεγαλύτερη πρόκλησή της (ο εν διαστάσει σύζυγός της Αρτζ χρησιμοποιεί την επικείμενη μάχη για την επιμέλεια της κόρης τους και τη νομική βία ενός ετεροκανονικού κράτους ως μέσο ελέγχου) όσο και η πηγή της βαθύτερης δύναμής της (η αγάπη που νιώθει για την κόρη της είναι πολύ μεγάλη για να της επιτρέψει να τη μεγαλώσει μέσα σε ένα ψέμα).

Ως προς τη μορφή, επιμένω στην αρχική μου εντύπωση ότι το φιλμ έχει σαφή προβλήματα ρυθμού: υπάρχουν άσχετες σκηνές (π.χ., η σκηνή όπου οι αρχισυντάκτες των Times επιλέγουν φωτογραφίες δεν κολλά πουθενά στην αφηγηματική δομή της ταινίας, δείχνοντας πρόβλημα στο ντεκουπάζ) και υπάρχουν σκηνές που έχουν παραπάνω διάρκεια από όση δικαιολογείται (τα 30 δευτερόλεπτα που κάνει η Μπλάνσετ να δει τη Μάρα στο εστιατόριο του Oak Tree έπρεπε να είναι 10). Εξ ου και θεωρώ το φιλμ λίγο άνισο (και ίσως λίγο «κρύο»). Αλλά πρόκειται για καλή ταινία, αναμφισβήτητα.

Ως προς το περιεχόμενο, το θέμα του φιλμ δεν είναι τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από την πιθανότητα του queer: μια πιθανότητα που παραμένει απροσδιόριστη, που αναδύεται χωρίς να έχει προηγούμενο και που αρνείται να λειτουργήσει ως μοντέλο ή πρότυπο. Το φιλμ μάς θυμίζει την κοινωνική σημασία των εικόνων, αφού αυτές μεταβάλλουν τους όρους της αποδοχής μας από τους άλλους και παράλληλα μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε καλύτερα τη δική μας θέση: αρκεί να δει κανείς τη σύγχυση στα μάτια της Ρούνεϊ Μάρα στις αρχικές σκηνές της ταινίας, καθώς αγωνίζεται να καταλάβει την κατάστασή της χωρίς να έχει καμιά εικόνα αναφοράς, καμιά προτυπική παράσταση για να τη βοηθήσει. Δεν είναι τυχαίο που, όταν οι δυο γυναίκες πλησιάζουν προς την ευτυχή κατάληξη της ταινίας, η Τερέζ έχει αρχίσει να παρουσιάζει τον εαυτό της με πρότυπο την εικόνα της Κάρολ, φτάνοντας για το τσάι με ένα εντυπωσιακό γκρι κοστούμι, αφού πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας φορώντας μάλλινες φούστες και πουλόβερ.

Αλλά πέρα από τη θεραπευτική αξία των εικόνων του, η πιο συναρπαστική απόλαυση του φιλμ είναι το γεγονός ότι οι χαρακτήρες του, όπως λέει η Τερέζ πολλές φορές και η Κάρολ μία φορά (αξέχαστη φορά), δεν ξέρουν τι πραγματικά αισθάνονται. Απλώς το αισθάνονται και κάνουν ό,τι μπορούν με αυτό που νιώθουν.