Τρεις στιγμές

D
Στέλιος Μόσχογλου

Τρεις στιγμές

Σπάνια στο Λονδίνο έχεις χρόνο να παρατηρείς. Συνήθως είσαι επί ποδός για να προλάβεις κάποιο ραντεβού. Ακόμα όμως κι αν έχεις χρόνο να παρατηρείς, συνήθως αυτό που βλέπεις είναι ανθρώπους να τρέχουν. Ή ανθρώπους που, αν δεν τρέχουν, φωτογραφίζονται με τα φαγητά τους σε ένα εξεζητημένο εστιατόριο, ή με τα καινούρια και φανταχτερά τους ρούχα, ή με το αυτοκίνητο που θα ήθελαν να έχουν. Παρ’ όλα αυτά, μέσα στην επιδερμικότητα των καιρών, είναι κάποιες στιγμές που τυχαίνει και τις παρατηρείς ή τις ζεις και θες να παγώσεις τον χρόνο και να μείνεις εκεί για μερικά λεπτά ακόμα. Είναι σπάνιες αυτές οι στιγμές. Και πολύτιμες. Μετά από μήνες παρατήρησης και αναζήτησης, μόλις πριν λίγες μέρες συμπληρώθηκε, για εμένα, η τρίτη.

Οκτώβριος ’16.—Ο άγγελος του Hyde Park

Τέλη Οκτωβρίου. Οι μέρες αρχίζουν και συρρικνώνονται για τα καλά. Είναι περίπου 4 το απόγευμα και ο ήλιος έχει ξεκινήσει να δύει. Γυρίζω από τη σχολή διασχίζοντας το Hyde Park. Έχω μαζί μου κάτι αποφάγια και πηγαίνω ως συνήθως να ταΐσω τα παπάκια στη λιμνούλα εντός του πάρκου. Ενώ τους δίνω να φάνε, ένα ξανθό κοριτσάκι με μπούκλες και πράσινα μάτια, πρέπει να ήταν περίπου τριών χρονών, κρατά στο ένα χέρι ψίχες και από το άλλο τον παππού του. Χαίρεται με τις πάπιες γύρω του και χαμογελά τόσο γλυκά και αθώα ενόσω τις ταΐζει. Θέλω να βρω ένα pause και να το πατήσω. Μάταια.

Δεκέμβριος ’16.—Ο άστεγος της Oxford Str.

Μέσα Δεκεμβρίου, ημέρα Σάββατο προς Κυριακή, αρκετά μετά τα μεσάνυχτα. Το κρύο είναι τσουχτερό. Φεύγω από ένα πάρτι γενεθλίων. Η Oxford Str. είναι στολισμένη με χιλιάδες λαμπιόνια στους δρόμους και στις εισόδους των πολυτελών καταστημάτων Μου αρέσει να τη διασχίζω τέτοια εποχή, ειδικά τέτοιες ώρες, που είναι έρημη. Αισθάνεσαι λες και είναι σχεδόν όλη δική σου. Ακούω το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» και προχωρώ με κατεύθυνση προς το Marble Arch. Σε μια γωνιά, δίπλα σε ένα φανάρι του πεζοδρομίου, είναι ξαπλωμένος ένας άστεγος. Γύρω στα τριάντα πέντε, καστανός, με λεπτά χαρακτηριστικά, μεγάλο μούσι και γυαλιά μυωπίας. Έχει ακουμπισμένο τον ώμο του στον σκύλο του ενώ στο άλλο χέρι κρατά ένα βιβλίο και διαβάζει με αφοσίωση. Προσπαθώ διακριτικά να δω τι διαβάζει. Τελικά ήταν το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Και όμως, ο χρόνος του δεν ήταν καθόλου χαμένος.

Φεβρουάριος ’17.—Η επίσκεψη δημοτικού στο Πανεπιστήμιο

Τέλη Φεβρουαρίου, καθημερινή, γύρω στις 10 π.μ. Κατεβαίνω στο εργαστήριο για να εκτυπώσω μια δημοσίευση. Το εργαστήριο είναι ασυνήθιστα γεμάτο για τέτοια ώρα, και μάλιστα από παιδιά. Αργότερα μαθαίνω ότι είναι παιδιά από ένα δημοτικό σχολείο — έχουν έρθει εκδρομή στο Πανεπιστήμιο για να εξοικειωθούν με τον χώρο και να πάρουν ερεθίσματα. Ενόσω περιμένω τον συνάδελφο να τελειώσει με τις εκτυπώσεις του, δυο μαθητές με προσεγγίζουν: ένα κοριτσάκι κι ένα αγοράκι, γύρω στα δέκα. Με ρωτούν με τι ασχολούμαι και τι θα τους πρότεινα να διαβάσουν για να αποκτήσουν μεγαλύτερη οικειότητα με τους υπολογιστές. Τους απαντώ, χαμογελούν, και μου δίνουν ένα σοκολατάκι. «Μας είπαν οι δάσκαλοι να δίνουμε από ένα σε όσους μας βοηθούν», μου λένε. Και ξαφνικά γύρισε ο χρόνος πολλά χρόνια πίσω. Τότε που με το δημοτικό σχολείο, κάπου κοντά στο 2000, μας είχαν πάει εκδρομή στη Σίνδο, στο Τεχνικό Μουσείο. Μαζί μας είχαν έρθει και κάποια παιδιά από το ΤΕΙ Αυτοματισμού να μας ξεναγήσουν. Θυμάμαι με τι ενδιαφέρον παρατηρούσα τους φοιτητές να αναλύουν τα εκθέματα, και ιδιαίτερα τον Γιώργο, που ήταν και ο πιο εγκάρδιος μαζί μας. Η ιστορία κάνει κύκλους, σκέφτομαι, καθώς ο χρόνος κυλά αμείλικτα και δυστυχώς δεν σταματά, παρά μόνον στην πρόζα.