Το Υπερεγώ, το Εκείνο και το Κέντρο

L
Ειρήνη Αγαπηδάκη

Το Υπερεγώ, το Εκείνο και το Κέντρο

Η εξέταση της δομής και της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος στη χώρα μας θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τα δομικά χαρακτηριστικά του ψυχικού οργάνου, όπως περιγράφεται στην ψυχαναλυτική θεωρία για την προσωπικότητα. Αν υποθέσουμε ότι το πολιτικό σύστημα είναι το άτομο, ο χώρος του Κέντρου είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του «Εγώ»: υπακούει στην αρχή της πραγματικότητας , επιδιώκοντας τον συμβιβασμό, τη σύνθεση των αντιθέσεων και την προσαρμογή στις απαιτήσεις της. Αναλογικά, η Δεξιά —η Συντηρητική παράταξη— εκπροσωπείται από το «Υπερεγώ», που εμπεριέχει όλες τις ηθικές επιταγές, τις κοινωνικές αξίες και τους κανόνες, αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο την ηθική συνείδηση, ενώ από την άλλη το «Εκείνο» (που ταυτίζεται με το ασυνείδητο) ενσαρκώνεται περισσότερο από την Αριστερά, που αντιπροσωπεύει την ανάγκη του ατόμου για καταστροφικότητα, εξιδανίκευση, παντοδυναμία: τα βαθύτερα ασυνείδητα κίνητρα που δεν διδάσκονται από την εμπειρία, εξ ου και δρουν ανεξέλεγκτα, εκτός αν με κάποιον τρόπο βρεθούν στο κατώφλι του «Εγώ».

Φαινομενικά, τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά λειτουργούν με μεγαλύτερη αυτονομία καθώς φαίνεται σαν να έχουν μόνο μία αποστολή να εκτελέσουν: η μεν της ηθικής, η δε της ασυνείδητης επιθυμίας και φαντασίωσης. Το Κέντρο μοιάζει να έχει δυσκολότερη δουλειά, καθώς —όπως και το «Εγώ»— καλείται να λάβει υπόψη την ασυνείδητη φαντασίωση, να αισθανθεί την ενοχή που προκύπτει από την ηθική και να προσαρμόσει την επιθυμία αλλά και την πραγμάτωσή της, σεβόμενο τους περιορισμούς και εκμεταλλευόμενο την ευκαιρία που υπαγορεύεται από την πραγματικότητα.

Ο χώρος του Κέντρου στην Ελλάδα πάσχει από μια εγγενή αντίφαση που τον καθιστά πολύπαθο: ενώ υποτίθεται πως είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του «Εγώ», συνιστά δηλαδή χώρο σύνθεσης, συμβαίνει να έλκει ανθρώπους με αρχαϊκές άμυνες, οι οποίοι και παρερμηνεύουν το «Εγώ» που λειτουργεί με βάση την αρχή της πραγματικότητας με το «εγώ» που σημαίνει «μόνο εγώ και κανένας άλλος». Αυτό το τελευταίο, που ταυτίζεται με μία παθολογική έκφραση του ναρκισσισμού, καταλήγει να διαβάλλει τη δημιουργική λειτουργία του «Εγώ» και συνακόλουθα του Κέντρου. Μάλιστα, όχι σπάνια, οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από τον χώρο της Αριστεράς και εντάσσονται στο Κέντρο εξαιτίας της έλξης που τους ασκεί το πλαίσιο. Πολύ γρήγορα όμως το διαβρώνουν, με αποτέλεσμα να καταλήγει ένα «κουφάρι», ένα αδύναμο, κατακερματισμένο «Εγώ», ανίκανο να αντέξει την ορμή της ασυνείδητης φαντασίωσης και την ισχυρή ενοχή της ηθικής συνείδησης — ένα «Εγώ» έρμαιο στη συγκυρία. Έτσι όμως η πραγματικότητα δεν εισχωρεί παρά ελάχιστα στο πολιτικό σκηνικό και η μόνη δύναμη που μένει να την υπερασπιστεί είναι η ηθική συνείδηση. Η ηθική συνείδηση είναι πολύ αυστηρή. Συνιστά την εικόνα του ανθρώπου που είναι «καλός», «σωστός», δεν κάνει παραβιάσεις, σέβεται σταθερά τους πάντες και τα πάντα και δεν εναντιώνεται στις βουλές των άλλων. Παρά ταύτα, τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει: πάντα παρεμβάλλεται η επιθυμία του ατόμου που διαταράσσει την ισορροπία. Γι’ αυτό ίσως όλοι προσβλέπουμε σε «άνοιγμα» της Συντηρητικής παράταξης στο Κέντρο. Για να μπορέσει, εκτός από την ηθική επιταγή, να εξυπηρετηθεί και η επιθυμία μας, εντός της πραγματικότητας.

Κατά τα προηγούμενα χρόνια οι «δυνάμεις του Κέντρου» είχαν διασπαρεί σε όλα τα κόμματα, με αποτέλεσμα η παραπάνω διαφοροποίηση να μην είναι εμφανής. Έτσι θα έπρεπε να είναι άλλωστε η πολιτική λειτουργία που υπακούει στους όρους της «κανονικότητας» και δεν επιτρέπει στο «Εκείνο», στο ασυνείδητο, να αυτονομείται και να καθορίζει την τύχη του ανθρώπου. Η συνεχής επικράτησή του όμως, που συνέπεσε με την παράλληλη κορύφωση της κρίσης, δημιούργησε συνθήκες πλήρους αυτονόμησης, με αποτέλεσμα, τη χειρότερη περίοδο, να καθοδηγεί την τύχη της χώρας η Αριστερά, όπως το «ασυνείδητο» καθοδηγεί την πορεία της ζωής ενός ατόμου που πάσχει από ψυχική νόσο. Το «Εγώ» έχει τραυματιστεί και, για να ανασυσταθεί και να μπορέσει να υποφέρει το βάρος του διογκωμένου ασυνειδήτου της Αριστεράς, αλλά και την ενισχυμένη ηθική συνείδηση της Δεξιάς, δεν του αρκούν τα μορφώματα του στείρου τεχνοκρατικού ορθολογισμού. Χρειάζεται και συναισθηματική επένδυση.

Καθώς το «Εγώ», ο χώρος του Κέντρου, καλείται να υπηρετήσει δύο «αφεντάδες», το «Υπερεγώ» και το «Εκείνο», έχει ανάγκη από έναν ηγέτη που να μη σκέφτεται μόνο, αλλά και να επενδύει συναισθηματικά. Κάποιον που να αντέχει, αλλά και να επιθυμεί την πραγματικότητα με τους περιορισμούς που ενέχονται σε αυτήν.

Αν μη τι άλλο, η επιτυχής λιβιδινική επένδυση είναι ακριβώς αυτό: ο έρωτας της πραγματικότητας με όλες της τις ματαιώσεις. Μια, ας πούμε, «μαζοχιστική» λειτουργία — αλλά όχι σαν αυτές που έχει συνηθίσει ο «κεντρώος χώρος».

Αντίθετα, μια «μαζοχιστική» λειτουργία απολαυστική.

[ Εικονογράφηση: Brendan Donovan, Id, Ego, Super Ego ].