Αναζητώντας το κέντρο του σύμπαντος

C
Βίβιαν Αβρααμίδου-Πλούμπη

Αναζητώντας το κέντρο του σύμπαντος

«Σε κάποιες πόλεις πηγαίνεις επειδή θέλεις να πας· σε κάποιες άλλες πόλεις πηγαίνεις επειδή αυτές θέλουν να πας», γράφει σε κάποιο σημείο του καινούργιου μυθιστορήματός της η Ελίφ Σαφάκ, αναφερόμενη στην Άγκρα της Ινδίας. Χωρίς κανένα δισταγμό, μπορώ να αναδιαμορφώσω την πρότασή της και να πω πως όποια πόλη και να μας παρουσίαζε η σημαντική Τουρκάλα συγγραφέας, εγώ τουλάχιστον θα την ακολουθούσα πιστά. Πρέπει πάντως να πούμε πως το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στην Ιστανμπούλ, την πόλη των πόλεων, που με την πένα της Σαφάκ, γίνεται απείρως πιο ελκυστική.

Αναφέρομαι βέβαια στο μυθιστόρημα με τίτλο «Ο μαθητευόμενος αρχιτέκτονας» που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, σε εξαιρετική μετάφραση της Άννας Παπασταύρου.

Η Ελίφ Σαφάκ διαλέγει πάντα πολύ ενδιαφέροντα θέματα τα οποία αναπλάθει με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο, θυμίζοντάς μας τους μεντάχ, τους μεγάλους Οθωμανούς παραμυθάδες των παλιών εποχών. Πιστή σε ιστορικά στοιχεία όπου οφείλει να είναι, καμιά φορά κάνοντας κάποιες ανώδυνες μικρές ανατροπές τις οποίες ομολογεί η ίδια στο τέλος του βιβλίου, στον «Μαθητευόμενο αρχιτέκτονα» μας ταξιδεύει πίσω στον 16ο αιώνα. Θα μας πει την ιστορία του Τζαχάν, ενός ορφανού νεαρού, ο οποίος πικραμένος από τη συμπεριφορά του πατριού του κυρίως απέναντι στη μάνα του, με μια λάμψη στα μάτια, μια ανήσυχη περιέργεια για τον κόσμο και μια κρυμμένη επιθυμία να εγκαταλείψει τον τόπο της γέννησής του, μπαίνει σ’ ένα καράβι που θα τον βγάλει στα νερά της μυθικής Ιστανμπούλ, με την πεποίθηση πως η πραγματική ζωή είναι αλλού.

Κι έτσι εμείς, οι αναγνώστες, παρέα με τον Τζαχάν και τον συμπαθέστατο λευκό του ελέφαντα, τον Τσότα, θα ταξιδέψουμε στη μαγική πόλη παρακολουθώντας τον να αναζητά μια νέα προσωρινή ζωή με σκοπό να γυρίσει πίσω στα γενέθλια εδάφη μεγάλος, και τιμωρός. Η μοίρα του τον οδηγεί στα οθωμανικά παλάτια, στην αρχή σαν μαχούτ, εκπαιδευτή του μεγάλου ζώου. Εκεί, ο νεαρός Τζαχάν θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τη μοναχοκόρη του Σουλτάνου Σελίμ και της Χουριέμ, και η ιστορία του θα πάρει πια εντελώς διαφορετική πορεία από αυτήν που είχε ακόμα και ο ίδιος σχεδιάσει. Σαν μαχούτ, θα του ζητηθεί να παίξει έναν ρόλο που ουσιαστικά αγνοεί. Όχι μόνον σαν εκπαιδευτή του μεγάλου ζώου, αλλά ακόμα και σαν οδηγό του στον πόλεμο στη Μαύρη Μπογδανία, τη Μολδαβία. Εκεί, μαζί με τους ντελιμπασλάρ, τους τρελάρες, όπως τους αποκαλεί ο ίδιος ο Τζαχάν, ντυμένους με γούνες, με τατουάζ από την κορυφή ώς τα νύχια, με τρυπημένα αυτιά, ξυρισμένα κεφάλια, απρόβλεπτους, άξεστους και πρωτόγονους, αναλαμβάνουν την πρώτη γραμμή, όπου με μια τρελή οχλοβοή είχαν σαν στόχο να τρομάξουν τους μαχητές του εχθρού…

Γυρνώντας από τον πόλεμο, η τύχη θα τον περιμένει. Τα όμορφά σχέδια που αγαπούσε να φτιάχνει θα τον φέρουν δίπλα στον Πρώτο Βασιλικό Αρχιτέκτονα του παλατιού· έναν εξαιρετικό άνθρωπο, τον σπουδαίο Σινάν, ένα υπαρκτό πρόσωπο που έχει συνδέσει το όνομά του με μια σειρά από μεγάλα αρχιτεκτονήματα εκείνης της εποχής, αρχιτεκτονήματα που θαυμάζουμε μέχρι και τις ημέρες μας. Πλάι στον μεγάλο αρχιτέκτονα και μαζί με άλλους τρεις μαθητευόμενους, θα χτίσουν την Ιστανμπούλ. Τόσο διαφορετικός ο ένας από τον άλλο, σαν πέντε διαφορετικά υλικά, το ξύλο, το μέταλλο, την πέτρα, το γυαλί και το νερό, οι πέντε μαζί δίνουν αναμεταξύ τους υποσχέσεις που στη συνέχεια θα αποτύχουν να κρατήσουν.

Σε αυτή τη νέα ζωή που ανοίχτηκε μπροστά στον συμπαθέστατο Τζαχάν, για πρώτη φορά εκεί, κάτω από τον θόλο του του λαμπρού τζαμιού Σουλεϊμάνιγιε, αντιλαμβάνεται τον κόσμο πολύ διαφορετικά κι έρχεται ένα βήμα πιο κοντά στο κέντρο του σύμπαντος. Σ’ αυτή την πανέμορφη πόλη, με τις εβδομήντα δυόμισι φυλές όπου «…όλοι ακολουθούσαν διαφορετικά μονοπάτια, ενώ οι σκιές τους διασταυρώνονταν και μπλέκονταν αναμεταξύ τους», ο Τζαχάν θα βρει τη φιλία και την υποστήριξη από αυτή τη μισή φυλή, που δεν είναι άλλοι από τους τσιγγάνους, τη φυλή που δεν εμπιστεύεται κανείς. Ή… σχεδόν κανείς.

Στα χρόνια του ο Τζαχάν θα γνωρίσει στην πόλη και την πανούκλα. Με όλα όσα ζούμε πρόσφατα με τον κορονοϊό, δεν θα μπορούσαμε να μη σημειώσουμε την συγκλονιστική περιγραφή της Σαφάκ για την αρρώστια:

Κατέφθασε η πανούκλα. Πρώτα εμφανίστηκε στα περίχωρα της πόλης, στα χαμόσπιτα δίπλα στο λιμάνι του Σκούταρι, έπειτα απλώθηκε πιο γρήγορα και από πυρκαγιά και, πηδώντας από το ένα σπίτι στο άλλο, η κατάρα σκορπίστηκε με τον άνεμο. Ο θάνατος θρονιάστηκε στην Ιστανμπούλ, σαν ομίχλη που δεν σηκωνόταν με τίποτα, πότιζε τρύπες και χαραμάδες, φτερούγιζε ολόγυρα με τη θαλασσινή αύρα, άφριζε στη μαγιά του ψωμιού, ζυμωνόταν μες στον πηχτό, πικρό καφέ. Σιγά-σιγά ο κόσμος έπαψε να τριγυρίζει έξω, και, καθώς απέφευγαν τις μαζώξεις, βυθίζονταν στη μοναξιά. Ο παφλασμός του νερού στα κουπιά και οι ψίθυροι των βαρκάρηδων δεν ακούγονταν πια ούτε τα πιο ήσυχα βράδια. Κανένας δεν ήθελε να ταξιδεύει από την μια ακτή στην άλλη, αν δεν ήταν υποχρεωμένος. Ποτέ οι κάτοικοι της πόλης δεν είχαν φοβηθεί τόσο πολύ να ξεχωρίσουν μες στο πλήθος. Ποτέ δεν είχαν φοβηθεί τόσο πολύ μήπως προβάλουν τον Θεό.

Ανάμεσα στα θαυμαστά αρχιτεκτονήματα σημειώνεται και το αστεροσκοπείο, που μετά την αποπεράτωσή του, και τον χαμένο πόλεμο με το Ιράν που ακολούθησε, κρίθηκε πως είχε φέρει δυστυχία κι έπρεπε να κατεδαφιστεί από τους ίδιους μαστόρους που το έχτισαν. Ο Τζαχάν —σε συνεννόηση με τον Σινάν— θα προσπαθήσει να σώσει κρυφά τα πολύτιμα βιβλία που βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη του αστεροσκοπείου πριν την ημέρα της κατεδάφισης. Από τις εκπληκτικές εικόνες που μας δίνει με τις περιγραφές της η συγγραφέας, σημειώνουμε:

Τότε, κάτι συνέβη, κάτι που δε θα το μαρτυρούσε ποτέ σε κανέναν, ούτε πολλά χρόνια αργότερα στα γεράματά του. Τα βιβλία, τα χειρόγραφα, οι χάρτες και τα γραφήματα άρχισαν να φωνάζουν το όνομά του: στην αρχή βουβά, στη συνέχεια σε ολοένα και πιο τσιριχτούς τόνους, ικετεύοντάς τον να τα πάρει μαζί του. Ο Τζαχάν έβλεπε καθαρά τα στόματά τους από σκισμένο χαρτί, το μελάνι των δακρύων τους. Έπεφταν μόνα τους από τα ράφια, πατούσαν το ένα πάνω στο άλλο, του έκλειναν τον δρόμο, με μάτια ορθάνοιχτα από τρόμο. Ο Τζαχάν ένιωσε σαν να ήταν σε μια βάρκα και προσπαθούσε να σώσει μια ντουζίνα ψυχές μέσα στη θύελλα, ενώ γύρω του εκατοντάδες πνίγονταν.

Είκοσι πέντε σελίδες πριν το τέλος του μυθιστορήματος, είχα αποφασίσει πλήρως πώς το φανταζόμουν να τελειώνει. Η Ελίφ Σαφάκ όμως, με την εκπληκτική γραφή της και τις απίστευτες ανατροπές που συνηθίζει να δίνει στις ιστορίες της, με ξάφνιασε, αφήνοντάς με να θαυμάζω για μια ακόμα φορά μια προικισμένη συγγραφέα.

Δεν θα σας αποκαλύψω άλλα μυστικά. Θα σας πω μόνο πως το κέντρο του σύμπαντος δεν ήταν ούτε στην Ανατολή ούτε στη Δύση. Δεν ήταν εκεί που το αναζητούσε αρχικά ο Τζαχάν.

Τελικά βρίσκεται εκεί όπου ο άνθρωπος παραδίνεται ολότελα στην αγάπη.