Αρμιά

L
Σταύρος Ασθενίδης

Αρμιά

Χιόνι. Δυο παιδιά που το σκάνε από το αστυνομικό τμήμα γιατί οι φύλακές τους έχουν βγει να δουν το χιόνι που πέφτει. Χιόνι. Ένας οδηγός σταματά στη μέση του χιονισμένου πουθενά να μιλήσει για μια χώρα που πεθαίνει. Χιόνι, ομίχλη και βροχές, πατημένη γκρίζα λάσπη, σιταροχώραφα και λιγνίτης, λίμνες και άνθρωποι με κίτρινες νιτσεράδες πάνω σε στύλους. Πλίθινα σπίτια που βουλιάζουν σε λίμνες, χαμένες στους καπνούς από ατμάμαξες. Βαλς του γάμου και αποχωρισμός. Χειμώνας εσωτερικός, απόλυτος, χειμώνας που του παραδίνεσαι, χειμώνας να στριμώχνεσαι δίπλα στην ξυλόσομπα στο καφενείο, χειμώνας να αφήσεις το σπίρτο να κυλήσει μέσα σου πριν γυρίσεις σπίτι να δεις αν είναι έτοιμη η αρμιά, σαράντα μέρες το λάχανο μέσα στο βαρέλι, από του αϊ-Φιλίππου, γεμισμένο χοντρό αλάτι, λεμόνια και νερό. Φυλαγμένο σκοτεινά στο κρύο δώμα. Χειμώνας παλιός, υγρά στρωσίδια και τσιγάρα, θαμπές τζαμαρίες και χνώτα στις γωνίες των δρόμων. Χειμώνας με την κατσαρόλα να αχνίζει, δυο ώρες σιγοβράζει η αρμιά με κόκκινο πιπέρι, πάπρικα μπόλικη, έξω από λίγο λάδι, νερό και δυο κουταλιές πελτέ. Χειμώνας με τα βόρεια σύννεφα να σέρνονται στη στέγη, να μπλέκονται με τις καμινάδες, χειμώνας με το καμένο ξύλο να υποχωρεί στο τσιγαρισμένο σε κρεμμύδι χοιρινό, τώρα που το ρίχνεις κι αυτό στην κατσαρόλα να έρθει η σύβραση σιγά-σιγά να δέσει, να μείνει με το ζουμί το λαχταριστό, λίγο πριν κλείσεις τη φωτιά μονάχα μην ξεχάσεις το μαυροπίπερο και μια κουταλιά λίγδα. Χειμώνας και ένας μουσικός παίζει βιολί σε ένα υποφωτισμένο μισοάδειο εστιατόριο. Χειμώνας, και ένας σκηνοθέτης στήνει σιγά-σιγά το παραμύθι του πάνω από ένα άδειο πιάτο χοιρινό με αρμιά.