Ένας χρόνος από το τέλος του χρόνου

L
Νίκος Ψαρρός

Ένας χρόνος από το τέλος του χρόνου

Σαν σήμερα πριν από έναν χρόνο για εκατόν δύο συνανθρώπους μας ο χρόνος σταμάτησε να κυλά. Σαν σήμερα πριν από ένα χρόνο για όλους εμάς που τυχαίνει να ζούμε, έστω και για λίγες βδομάδες τον χρόνο, στο Μάτι, στο Κόκκινο Λιμανάκι, στον Νέο Βουτζά, στη Ραφήνα ο χρόνος απέκτησε μια άλλη σημασία. Όσοι επιζήσαμε –και επιζήσαμε περισσότερο από τύχη, και μόνο κατά ένα πολύ μικρό μέρος επειδή οι τοπικές Αρχές έκαναν το καθήκον τους ή επειδή ήμασταν προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο μιας σαρωτικής πυρκαγιάς– καταλάβαμε τη σημασία του χρόνου. Καταλάβαμε ότι ο χρόνος είναι η ζωή και καταλάβαμε, είτε τρέχοντας να σωθούμε, είτε περιμένοντας ένα σημάδι από τους αγνοούμενους συγγενείς και φίλους μας, τι σημαίνει να παύει να κυλά ο χρόνος ή να κυλά τόσο αργά ώστε τα λεπτά να γίνονται ώρες και οι ώρες να διαρκούν μια αιωνιότητα.

Και αργότερα, όταν πια όλα είχαν τελειώσει, περιδιαβάζοντας μέσα στα αποκαΐδια και τα ερείπια, προσπαθώντας να καθαρίσουμε ό,τι είχε απομείνει και να κάνουμε μια αποτίμηση των ζημιών και των απαραίτητων ενεργειών για την αποκατάστασή τους, καταλάβαμε τι σημαίνει να βιώνεις ένα γεγονός: μια ολική ανατροπή της ζωής, που συντελείται μεν σε ελάχιστο χρόνο, όμως αλλάζει για πάντα την αντίληψη του χρόνου γιατί τον χωρίζει σε ένα απόλυτο πριν και ένα απόλυτο μετά – πριν την καταστροφή που κόστισε τη ζωή σε εκατόν δύο συνανθρώπους μας, μετά την καταστροφή που προσπαθήσαμε, εμείς που επιζήσαμε από αυτήν, να ξαναβρούμε τον βηματισμό της ζωής μας.

Εγώ στάθηκα τυχερός, πολύ τυχερός. Δεν θρήνησα νεκρούς ούτε ανάμεσα στην οικογένειά μου, ούτε ανάμεσα στους γείτονες και τους φίλους. Και οι ζημιές στο σπίτι μου ήταν σε σχέση με την υπόλοιπη καταστροφή πραγματικά αμελητέες. Και για αυτό είμαι ευγνώμων.

Σήμερα, μετά από έναν χρόνο, μπορώ να αγναντέψω από τη βεράντα του σπιτιού μου τη θάλασσα ανεμπόδιστα γιατί το πυκνό πευκόδασος που έκρυβε τη θέα είναι παρελθόν. Αλλά μπορώ να αγναντέψω και το κουφάρι ενός σπιτιού απέναντι που στέκεται στο χείλος του γκρεμού επάνω από την παραλία, ενός σπιτιού που δεν είχε την τύχη του δικού μου – ευτυχώς οι ιδιοκτήτες του εκείνη την ημέρα έλειπαν και έτσι βίωσαν μόνο το γεγονός και όχι το τέλος του χρόνου. Πολλοί θα το έχουν δει και σε άλλες φωτογραφίες γιατί έχει κάτι γραφικό και τραγικό καθώς στέκεται πάνω στο χείλος του γκρεμού, και το γκριζόασπρο των τοίχων του βρίσκεται σε μια ωραία αντίθεση με το βαθύ μπλε χρώμα της θάλασσας και το γαλάζιο του ουρανού.

Γύρω από το σπίτι μου υπάρχουν όμως και άλλα ερείπια που δεν είναι τόσο γραφικά ώστε να τραβήξουν την προσοχή του φωτογραφικού φακού, ερείπια που δείχνουν ακόμα και σήμερα, ένα χρόνο μετά, το φρικτό πρόσωπο της καταστροφής. Ερείπια που μάλλον δεν πρόκειται να αναστηθούν, τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον. Και μαζί με την πλέον ανεμπόδιστη θέα στη θάλασσα αυτά τα ερείπια θα μου θυμίζουν για πολύ καιρό τη μέρα που ο χρόνος σταμάτησε να κυλά για εκατόν δύο συνανθρώπους μας· τη μέρα που βιώσαμε το γεγονός που χώρισε τον χρόνο σε ένα απόλυτο πριν και ένα απόλυτο μετά – για όλους μας.