Το γερασμένο παρελθόν

C
Χρήστος Γραμματίδης

Το γερασμένο παρελθόν

Κάποια στιγμή, στα μέσα του 20ού αιώνα, ο Φεντερίκο Φελίνι συναγωνίστηκε τον Κουροσάβα για το ποιος θα καταλάβει στη λαϊκή συνείδηση τον θρόνο του εμβριθούς auteur, του μεγάλου δημιουργού (στη λαϊκή συνείδηση, όχι στους εστέτ). Σήμερα, ο Φελίνι ίσως μοιάζει περισσότερο σαν ένα αξιοπερίεργο της μεταπολεμικής εποχής. Ίσως ο ολίγον χοντροκομμένα gauche Φελίνι να ήταν η ιταλική φιλμική ιδιοφυΐα που ταιριάζει σε όσους δεν αρέσκονται σε ιταλικές φιλμικές ιδιοφυΐες. Σήμερα, μετά από κάποιες δεκαετίες, το έργο του μοιάζει με ένα εκθαμβωτικό καρναβάλι, τόσο ξέφρενο και καλοσχεδιασμένο, που κανείς δεν πρόσεξε πως, όσην ώρα παρακολουθούσαμε, κάποιος μας έκλεβε τα πορτοφόλια (άλλη συζήτηση, πολύ μεγάλη). Μόνο το «8½», αυτό το μισογύνικο αλλά σπουδαία αυτοτιμωρητικό ονειρικό ταξίδι στη ναρκισσιστική απόγνωση, μοιάζει ακόμη αριστούργημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα αγαπημένα του τέρατα, από τη «La Strada» και την «Dolce Vita» μέχρι το «Amarcord», δεν είναι εξόχως σημαντικά φιλμ.

Σίγουρα οι «Κλόουν» δεν είναι από τα πιο γνωστά δημιουργήματά του. Συνήθως απορρίπτονται ως ένα ομφαλοσκοπικό μπιχλιμπίδι φτιαγμένο για την ιταλική τηλεόραση στον απόηχο του «Fellini Satyricon», αξιοποιώντας το μόνιμο ενδιαφέρον του σκηνοθέτη για το «ολίγον μαγεία, ολίγον σφαγείο» παράδειγμα του τσίρκου. Και βέβαια οι «Κλόουν» είναι ακριβώς αυτό. Αλλά είναι επίσης και ένα φιλμ πιο ενδιαφέρον, αμφίσημο και μυστηριώδες από ό,τι οι περισσότερες περίφημες υπερπαραγωγές του Φελίνι, ίσως παρά τις προθέσεις του.

Οι «Κλόουν» είναι φαινομενικά ένα ντοκιμαντέρ, αλλά φυσικά δεν είναι απλώς αυτό: μοιάζει περισσότερο σαν μια ιστορία για ένα κινηματογραφικό συνεργείο με ένα διάσημο σκηνοθέτη που προσπαθεί να κάνει μια ταινία για την ετοιμοθάνατη τέχνη των κλόουν, και αποτυγχάνει λόγω του εγγενούς εφήμερου παραλογισμού της τέχνης αυτής. Ο Φελίνι είναι διάσημος για την κατασκευή παρακμιακών θεαμάτων, μερικές φορές μάλιστα (όπως στο «8½») τολμώντας να τοποθετήσει μια μετααφηγηματική ρωγμή μεταξύ κάμερας και θέματος, αλλά μόνο στους «Κλόουν» τοποθετεί το πρόβλημα της κινηματογράφησης στην καρδιά της ίδιας της ταινίας. Οι γκονταρισμοί που επιχειρεί είναι σαφείς και χτυπητοί: Μια γυναίκα βοηθός σκηνοθέτη διατάσσεται περιστασιακά να διαβάζει ιστορικές αναλύσεις απευθείας στην κάμερα και συχνά διακόπτεται από τη φασαρία. Οι συνεντεύξεις εναλλάσσονται με παραδοσιακές ιστορικές σκηνές. Βλέπουμε συχνά τα μέλη του συνεργείου (ακόμη και ο μπούμαν σερβίρεται ένα ποτήρι κρασί κατά τη διάρκεια μιας πρόποσης). Και όλα αυτά τοποθετημένα γύρω από το κεντρικό αίνιγμα της ταινίας: το χαμένο φαινόμενο των κλόουν. Γέροι πια και συνταξιούχοι ή μεσήλικες και ακόμα ενεργοί, οι κλόουν παίζουν αυθάδικα για την κάμερα του Φελίνι. Ακριβώς το θέμα της ταινίας είναι αυτή η απαρχαιωμένη μορφή τέχνης που ξεκίνησε από τη φτωχή αγροτιά, και ο Φελίνι, αιώνιος τσιρκολάνος (βλ. τις κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη), εξερευνά τη φύση του θηρίου με μια παντεπόπτρια κάμερα.

Αυτό που προκύπτει από τους «Κλόουν», για πρώτη ίσως φορά με τόσο διεξοδικό τρόπο, είναι το απλό γεγονός ότι, από την έλευση της μαζικής επικοινωνίας στα τέλη του 19ου αιώνα, οι κλόουν έπαψαν να είναι οι παραγωγοί άδολου χιούμορ που ήταν κάποτε. Η απόσταση μεταξύ κοινού και κλόουν τον 18ο και 19ο αιώνα επέτρεψε αναμφίβολα αυτό το ιδιαίτερο ύφος της κωμωδίας — μια απόσταση που εκμηδενίστηκε από την αντικειμενική οικειότητα του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Στον 20ό αιώνα, οι κλόουν απλά έπαψαν να είναι αστείοι, και, όπως εμμέσως λέει ο Φελίνι, ίσως η κωμωδία έπαψε να είναι ο σκοπός τους. Ποιοι είναι αυτοί οι παράξενοι άντρες, ζωγραφισμένοι σαν πρωτόγονοι και ντυμένοι με τα ρούχα του τσίρκου, που χορεύουν και τσακώνονται σαν σπαστικά νήπια; Υπάρχει πολύ λίγο γέλιο στην ταινία του Φελίνι, αλλά υπάρχει και ένα τρομαγμένο παιδί, αφηγηματική φωνή της ταινίας, που γυρνά στο σπίτι και τις τρώει από τη μητέρα του. (Ο φόβος για τους κλόουν είναι κάτι που συμμερίζομαι απολύτως, τους θεωρώ αδιανόητα τρομακτικούς).

Μέχρι τη στιγμή που έκανε ο Φελίνι την ταινία του, η αθωότητα και η προβιομηχανική αίγλη του κλόουν είχαν ξεθωριάσει και κάτι πιο ανατριχιαστικό έχει σταδιακά πάρει τη θέση τους. Αν και ο Φελίνι αγαπά τους κλόουν του και τους κοιτά όλο νοσταλγία, η ταινία είναι αναμφισβήτητα πένθιμη. Όπως έδειξε ο Βασίλης Ραφαηλίδης (επανέρχομαι στις κριτικές του γιατί είναι αναγκαίες για να γίνει σοβαρή περί Φελίνι συζήτηση), ο Φελίνι αντιλήφθηκε όσο κανένας άλλος σκηνοθέτης τον κατ’ ουσίαν διεφθαρμένο σουρεαλισμό του τσίρκου, την αντιστικτική σχέση του με την κανονική ζωή, ότι το τσίρκο λειτουργεί σαν ένα μυθικό θέαμα του χάους που επιτυγχάνει την αποσυμφόρηση της πίεσης της οργανωμένης κοινωνίας, όπως το μπαχτινικό καρναβάλι ή όπως η Αποκριά. Οι κλόουν, αυτά τα ερειπωμένα φαντάσματα, χοροπηδούν στα νούμερά τους, αξιοποιώντας τους φόβους, τις προκαταλήψεις, τις επιθυμίες και τη χαιρεκακία των χαμηλότερων τάξεων, αλλά καταλήγουν, σχεδόν αναπόφευκτα, σε μια μελαγχολική παραξενιά τόσο οξεία, που αναγκαστικά πρέπει να διαβαστεί μεταφορικά.

Ο Φελίνι επιστρατεύει τις υποτιθέμενες μνήμες της παιδικής του ηλικίας, το χωριό του με τους τρελούς, τους μεθυσμένους και τα «τέρατα» (συμπεριλαμβανομένης μιας μοναχής-νάνου), όλα όσα αποτελούσαν τη μοναδική πηγή κουτσομπολιού και ψυχαγωγίας για τους χωρικούς, υποδηλώνοντας ότι οι κλόουν ήταν πάντοτε τα επισφαλή, αξιολύπητα αποθετήρια των πιο βάναυσων απολαύσεών μας: το θέαμα ενός κλόουν στο τσίρκο συγγενεύει περισσότερο με τους δημόσιους απαγχονισμούς, παρά με την κωμωδία.

Το φιλμ «Οι Κλόουν» περιλαμβάνει και συνεντεύξεις με ηλικιωμένους κλόουν στα διαμερίσματά τους και σε οίκους ευγηρίας, και μαζί τους ο Φελίνι περιοδεύει στον προηγούμενο αιώνα, των αιώνα της ιστορίας των κλόουν, όπως αυτός είναι ήδη μυθοποιημένος στη συνείδηση της τσιρκολάνικης κουλτούρας. Αλλά ακριβώς επειδή η ουσία των αναμνήσεών τους είναι περισσότερο ανατριχιαστική παρά απλώς ιστορική, ο Φελίνι καταφέρνει να εμποτίζει ακόμη και τις συνεντεύξεις αυτές με μια σκηνοθετημένη, παράδοξα τεχνητή ατμόσφαιρα, όχι λιγότερο περίεργη από την ατμόσφαιρα των σεκάνς με τους κλόουν του 19ου αιώνα που μάταια αγωνίζονται να γοητεύσουν τους τροφίμους ενός ασύλου. Στην πραγματικά εφιαλτική μεγάλη σκηνή της παράστασης, δεν υπάρχει κοινό, μόνο το σκοτάδι των κενών καθισμάτων. Οι γερασμένοι κλόουν αγωνίζονται να κάνουν τις περίεργες τελετές τους, σαν ήρωες επιστημονικής φαντασίας σε κάποια μετααποκαλυπτική έρημο ή σαν μπεκετικά χαμένα κορμιά που ζουν μόνο στο παρελθόν, προσπαθώντας να εκφραστούν με τον μόνο τρόπο που μπορούν: με παράλογες, επαναλαμβανόμενες χειρονομίες που ίσως κάποτε είχαν κάποια αόριστη έννοια, αλλά τώρα σαφώς δεν έχουν καμία.

Ο Φελίνι εδώ δεν κάνει πλάκα, είναι σαφές: το φιλμ αυτό αποδεικνύει ότι η μανία του μεγάλου Ιταλού για το τσίρκο δεν ήταν απλά μια φτηνή αγάπη για το παράξενο, αλλά μια ζοφερή ανάγκη για αμφισβήτηση του αλλόκοτου και μη δυνάμενου να σωθεί παρελθόντος, η κατανόηση του οποίου είναι πάντοτε ανέφικτη.