Η ηρωίδα της ημέρας

L
Νικόλαος Ζήσιμος

Η ηρωίδα της ημέρας

Κυριακή Ιουλίου, νωρίς το απόγευμα. Επιστρέφαμε από ένα γάμο μιας φίλης στο Φίσκαρς, ένα μικρό χωριό κοντά στο Ελσίνκι (στο οποίο, παρεμπιπτόντως, παράγονται τα ψαλίδια της ομώνυμης φίρμας, με την πορτοκαλί λαβή, ένα από τα πολλά βιομηχανικά προϊόντα που με την απλότητα και την ανεπιτήδευτη κομψότητά τους έκαναν το φινλανδικό design παγκόσμια γνωστό). Έπρεπε να αφήσουμε το αυτοκίνητο που είχαμε νοικιάσει σε ένα πάρκινγκ στο κέντρο, κάτι που έμοιαζε πολύ εύκολο. Μόνο που, βγαίνοντας από το πάρκινγκ, και παρακολουθώντας τη βαριά γκαραζόπορτα να σφραγίζει το θηριώδες autotalo (ένα πολυώροφο γκαράζ — το Ελσίνκι έχει πολλά τέτοια), διαπιστώσαμε πως είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο σε λάθος πάρκινγκ. Σκέφτηκα πως θα ήταν απλό να ξαναμπούμε, να πάρουμε το αυτοκίνητο και να διορθώσουμε το λάθος. Όμως, το να ξαναμπούμε στο πάρκινγκ δεν ήταν τόσο εύκολο: η πόρτα άνοιγε μόνο με την απόδειξη του πάρκινγκ, την οποία είχαμε αφήσει στο αυτοκίνητο.

Καθώς στεκόμασταν εκεί, προσπαθώντας να βρούμε μια λύση που όσο περνούσε η ώρα γινόταν ολοένα και πιο φανερό πως δεν υπήρχε ―η γκαραζόπορτα ήταν ερμητικά κλειστή και το γραφείο ενοικίασης είχε κλείσει πριν μόλις μερικά λεπτά και θα ξανάνοιγε την επόμενη μέρα―, καθώς προσπαθούσα να ανακαλύψω κάποιον ανορθόδοξο τρόπο να ανοίξω την πόρτα, εμφανίστηκε μια νεαρή γυναίκα, γύρω στα 20, με ξανθοκάστανα μαλλιά:

«Θέλετε βοήθεια;» μας ρώτησε στα αγγλικά, χαμογελώντας ευγενικά.

Της εξήγησα πως δεν ήταν αυτό που πιθανά νόμιζε, δεν είχαμε σκοπό να διαρρήξουμε το πάρκινγκ, και πως απλά έπρεπε να ξαναμπούμε, να πάρουμε το αυτοκίνητο και να το βάλουμε δίπλα.

«Μην ανησυχείτε, θα σας ανοίξω εγώ», απάντησε καθησυχαστικά.

Πήγε πίσω στο καφέ, έφερε ένα κλειδί, άνοιξε, και περπατήσαμε μαζί ώς το αυτοκίνητο. Αφού την ευχαριστήσαμε, της προτείναμε να έρθει μαζί μας και να βγούμε όλοι μαζί με το αυτοκίνητο. Έτσι κι έγινε.

Καθώς η σιωπή είναι κάτι για το οποίο οι Φινλανδοί σπάνια νιώθουν αμηχανία (δηλαδή: ποτέ) και σχεδόν πάντα απολαμβάνουν, απέφυγα να ανοίξω τη συζήτηση. Την άνοιξε εκείνη.

«Από πού είστε;»

«Από την Αθήνα».

«Πρώτη φορά στο Ελσίνκι;»

«Όχι, έχω έρθει πολλές φορές στο Ελσίνκι. Έρχομαι σχετικά συχνά στη Φινλανδία κι έχω αρκετούς φίλους εδώ», της εξηγώ, στα μέτριά μου φινλανδικά, με ανανεωμένη όμως αυτοπεποίθηση, χάρη στο εντατικό φρεσκάρισμα των τελευταίων ημερών.

«Από την Αθήνα; Αλήθεια; Τι σύμπτωση! Σχεδιάζω να πάω του χρόνου στην Ελλάδα. Έχω ήδη κανονίσει, πιάνω δουλειά το φθινόπωρο σε έναν οίκο ευγηρίας. Θέλω να μάθω ελληνικά».

Βγαίνοντας, την αφήσαμε να επιστρέψει στο καφέ, κι εμείς, με αναπτερωμένο ηθικό, μετά από αυτή την απρόσμενη κι ευχάριστη τροπή, μπήκαμε στο σωστό πάρκινγκ και αφήσαμε το αυτοκίνητο στην καθορισμένη θέση. Απαλλαγμένοι πια από το άγχος των υποχρεώσεων, μπορούσαμε επιτέλους να απολαύσουμε την, ασυνήθιστα ζεστή και ηλιόλουστη, κυριακάτικη απογευματινή ραστώνη. Το καφέ είχε τραπεζάκια έξω, σε ένα πολύ φαρδύ πεζοδρόμιο, οπότε ήταν ιδανικό μέρος. Όχι πως, αν δεν ήταν ιδανικό, δεν θα πηγαίναμε.

Αφού την ευχαριστήσαμε πάλι θερμά για τη βοήθεια, παραγγείλαμε καφέ. Καθώς περιμέναμε να ετοιμάσει την παραγγελία, ανταλλάξαμε στοιχεία επικοινωνίας.

«Αν χρειαστείς οτιδήποτε όταν είσαι στην Ελλάδα, δώσε σήμα», την προέτρεψα, «αν και δεν πιστεύω ότι θα χρειαστεί, νομίζω ότι δεν θα έχεις κανένα πρόβλημα», πρόσθεσα καθησυχαστικά.

Δεν πίστευα καθόλου το τελευταίο που είπα.  Αλλά κράτησα τις σκληρές διαπιστώσεις για τον εαυτό μου.

«Ευχαριστώ πολύ! Θα το κάνω!» είπε χαμογελώντας καθώς τοποθετούσε με προσοχή το φλιτζάνι με τον καφέ στο πιατάκι.

Στριφογύριζε στο μυαλό μου για ώρα η απορία, οπότε, παίρνοντας το φλιτζάνι από το δίσκο, και λίγο πριν κάνω μεταβολή, τη ρώτησα:

«Μα καλά, για ποιο λόγο θέλεις να μάθεις ελληνικά;  Δεν είναι και η πιο χρήσιμη γλώσσα του κόσμου, ξέρεις».

«Δεν ξέρω. Απλά μου αρέσουν. Εσύ πώς και μιλάς φινλανδικά;»

Την έλεγαν Σούβι. Στα φινλανδικά σημαίνει καλοκαίρι.