Η κοινή συνείδηση

C
Γιώργος Παππάς

Η κοινή συνείδηση

«Όσοι νομίζουν ότι η Ιστορία είναι μια προοδευτική δύναμη, η οποία μας οδηγεί αργά αλλά σταθερά σε έναν καλύτερο, πιο λογικό κόσμο, υποτιμούν την ικανότητα του ανθρώπου για παραλογισμό», τονίζει σε κάποιο σημείο τού «Ο φόβος και η ελευθερία» ο Keith Lowe. Δεν είναι έργο αναφοράς, αποτελεί όμως μια πρωτότυπη ματιά στον μεταπολεμικό κόσμο, που ξεκινά από το ερώτημα γιατί εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να ερμηνεύουμε το σήμερα, και μέσα από ιστορίες απλών (ή λιγότερο απλών) ανθρώπων περνά από το εξατομικευμένο στο κοινωνιολογικό και πολιτικό σχόλιο, και εντέλει οδηγεί τον αναγνώστη να σταθεί απέναντι στις δικές του αντίστοιχες δοξασίες.

Ο Lowe αναρωτιέται γιατί επιστρέφουμε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να αναζητήσουμε συμβολισμούς και εξηγήσεις. Γιατί εγγράφουμε και αποδίδουμε κατά το δοκούν χαρακτηρισμούς όπως «νέος Χίτλερ» ή «ολοκαύτωμα» στην τρέχουσα πραγματικότητα; Υπάρχει κάποια κοινή συλλογική μνήμη που, ανεξίτηλα χαραγμένη, μας επαναφέρει συνεχώς στο 1945; Γιατί πλάσαμε τη δική μας μυθολογία, πλήρη μαρτύρων, ηρώων και τεράτων, για την εποχή αυτή; Και πώς ήταν το 1945; Τι σήμαινε η λήξη του ολέθρου για τον κόσμο που αναδυόταν από τις στάχτες του;

Ο Lowe ξεκινά και συναντά ιστορίες ανθρώπων. Και, μέσα από αυτές τις ιστορίες, όλων των ηπείρων, όλων των φύλων και των φυλών, νικητών και νικημένων, ανακαλύπτει ένα δίπτυχο κοινής συνείδησης. Ο πόλεμος που έχει μόλις τελειώσει είναι μια ευκαιρία για μια νέα αρχή. Ένα παγκόσμιο tabula rasa, μια Stunde Null, κυριολεκτικά χρόνος μηδέν, μια μοναδική ευκαιρία για κάθαρση, για ανάδειξη ενός καλύτερου ανθρώπου, μιας κοινωνίας που θα μπορούσε να αγγίζει την ουτοπία. Θέλει έτσι ο κόσμος να αφήσει πίσω του τη φρίκη του πολέμου, θέλουν ακόμη και οι νικητές να απεκδυθούν των ενοχών της Χιροσίμα, θέλουν όμως οι άνθρωποι και να εφαρμόσουν αυτά τα νέα που έμαθαν στον πόλεμο. Θέλουν οι γυναίκες να συνεχίσουν τον μάχιμο κοινωνικό τους ρόλο που οι ανάγκες της λείψανδρης κατοχής τούς είχαν προσδώσει. Θέλουν αυτοί που στελέχωσαν αποικιακές μονάδες στρατών να δουν την ελευθερία και στον δικό τους τόπο, να λογίζονται ισότιμες μονάδες και στην ειρήνη. Άλλοι θέλουν να κηρύξουν τον φεντεραλισμό. Θέλουν να μετέχουν σε μια κοινή προσπάθεια, ακόμη κι αν αυτή είναι ο πολιτιστικός σύλλογος της γειτονιάς. Θέλουν να ανήκουν, επειδή τους πληγώνει ο αδιάλειπτος Φόβος πως ο όλεθρος μπορεί να επαναληφθεί, και θέλουν να ανήκουν επειδή οι καιροί επιτρέπουν τα όνειρα παντός είδους Ελευθερίας (ακόμη κι αν εντέλει η ανάγκη τού ανήκειν θα οδηγήσει στη σημερινή φοβική περιχαράκωση στην έννοια του έθνους/κράτους, του μόνου εναντίον όλων). Θέλουν να ζητήσουν συγγνώμη, όπως ο Ken Yuasa, από τους λίγους μετανοημένους Ιάπωνες, θέλουν να σηκώσουν σημαία επανάστασης όπως η Ινδονήσια Τριμούρτι, δεν θα οπισθοχωρήσουν ακόμη κι αν αναβιώσουν εν μέρει τη βαρβαρότητα όπως ο Ιτότε των Μάου-Μάου. Αλλά και θέλουν να οραματιστούν, όπως ο Σπινέλι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Γκάρι Ντέιβις του Παγκόσμιου Διαβατηρίου. Θέλουν ακόμη και να σχεδιάσουν και να χτίσουν κυριολεκτικά, με νέους τρόπους (κι έχει εδώ ένα εξαιρετικό κεφάλαιο για τα αρχιτεκτονικά ρεύματα, από τον δογματισμό, δίκην ΚΚ, των οπαδών του Κορμπιζιέ, μέχρι το θεωρητικό ιδανικό της προαστιοποίησης, που κατέληξε στην οικιακή απομόνωση). Θέλουν να πρεσβεύσουν μια ηθικά ανώτερη νέα γενιά, αλλά θέλουν και να συνεχίσουν να νιώθουν ήρωες, οπότε ενίοτε κατασκευάζουν και τους αντίστοιχους δράκους — η πεμπτουσία του Ψυχρού Πολέμου.

Δεν κρύβεται ο Lowe απέναντι στις σκοτεινές πτυχές αυτού του νέου κόσμου. Δεν αναιρεί η Χιροσίμα το γεγονός ότι το μεταπολεμικό ιαπωνικό βιομηχανικό θαύμα ήταν στηριγμένο στα σαθρά θεμέλια ενόχων που δεν διώχθηκαν (μόλις το 2015 η Μιτσουμπίσι αποζημίωσε συγγενείς σκλάβων εργατών της, Κινέζων και Αμερικανών), δεν ξεχνά ότι ο πρωτομάστορας της εισβολής στην ηπειρωτική Ασία, ο Μασανόμπου Τσούζι, επέστρεψε διαφνοσκεπής σχεδόν το 1949 στο κοινοβούλιο. Με εξαιρετικό τρόπο διαβάζει ο συγγραφέας και το Ισραήλ: όχι μόνο τον διαρκή Φόβο, αλλά και τη σκοτεινή πτυχή των αποζημιώσεων, αλλά και τη σοσιαλίζουσα ορμή των πρώτων ετών, αλλά και τον διχασμό εποίκων και γηγενών μέχρι τη στιγμή που η δίκη του Άιχμαν φέρνει στο προσκήνιο τη δυνατότητα αξιοποίησης του μαρτυρικού ρόλου.

Εξαιρετικά διεισδυτικά, έως προφητικά, ο Lowe μελετά και τις μεταπολεμικές μετακινήσεις πληθυσμών, χρησιμοποιώντας τον ωραιότατο όρο «αποθραυσματοποίηση» για να τις ερμηνεύσει, αλλά και για να εξηγήσει την, μέσω αυτών, αντανάκλαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε συγκρούσεις και κρίσεις του ύστερου 20ού και του 21ου αιώνα: συζητά για παράδειγμα αναλυτικά τις κοινοπολιτειακές ανάστροφες αποικιακές ροές που αυτές τις μέρες ήρθαν στο προσκήνιο στη Μεγάλη Βρετανία με το σκάνδαλο Windrush, τους εντός της Κοινοπολιτείας μετανάστες που ποτέ δεν γράφτηκαν σε κάποιο επίσημο βιβλίο, και που ποτέ δεν έγιναν πολίτες.

Η τραγωδία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, λέει ο Lowe, δεν είναι ότι προώθησε ψυχοπαθητικούς σε θέσεις μεγάλης ισχύος, αλλά ότι εξέθρεψε και μεγέθυνε την αρρώστια εντός των κοινωνικών στρωμάτων σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμη και κανονικοί άνθρωποι να γίνουν ικανοί, και ενθουσιώδεις, για τη διάπραξη κακών πράξεων. Αυτόν τον ατομικό Φόβο καλούνται όλες οι μεταπολεμικές γενιές να αποδιώξουν, αυτή την (συχνά ψευδεπίγραφη) Ελευθερία, που ως ιδανικό υπεράσπισε ο Πόλεμος, καλούνται να αναζητήσουν.