Η κυβέρνηση του Σρέντιγκερ

P
Ρωμανός Γεροδήμος

Η κυβέρνηση του Σρέντιγκερ

Προσπαθούσα προ ημερών να εξηγήσω το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα σε ένα φίλο που τα τελευταία χρόνια παρακολουθεί τις εξελίξεις μέσω των διεθνών ΜΜΕ. Αφού καλύψαμε τα βασικά —το πώς εκλέγονται και πέφτουν οι κυβερνήσεις και οι πρωθυπουργοί, το πώς λειτουργεί ο εκλογικός νόμος και τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις σήμερα—, με ρώτησε, όπως είναι φυσικό, εάν πιστεύω ότι θα γίνουν εκλογές και τι, επιτέλους, επιδιώκει ο πρωθυπουργός. Αυτές ίσως είναι και οι πιο χιλιοσυζητημένες ερωτήσεις στον Τύπο, στα καφενεία και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα τελευταία χρόνια.

Εξήγησα στον φίλο μου ότι η βασική επιδίωξη του κ. Τσίπρα και γενικότερα της κυβέρνησης —όπως και κάθε κυβέρνησης— είναι η παραμονή στην εξουσία· ότι, ακόμη και σε ένα χρεοκοπημένο κράτος όπως η Ελλάδα, η εξουσία αποδίδει κάποιους καρπούς· και ότι η υποχώρηση τον Ιούλιο του 2015 και η υπογραφή του τρίτου Μνημονίου δείχνουν ότι έχει κάθε πρόθεση να παραμείνει. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο κ. Τσίπρας «πιστεύει» στα Μνημόνια ή στις μεταρρυθμίσεις ή ότι έχει κάποιο σχέδιο για να πάει τη χώρα μπροστά. Στη γλώσσα του ποδοσφαίρου, η κυβέρνηση παίζει ένα αέναο παιχνίδι καθυστερήσεων.

Το ερώτημα όμως παραμένει: αφού θέλει να παραμείνει στην εξουσία, γιατί δημιουργεί συνεχώς τεχνητές κρίσεις, όπως την πρόσφατη με το επίδομα των συνταξιούχων; Διαβάζουμε πάλι σήμερα ότι «η Ελλάδα παραπαίει» και ότι τα πάντα (αξιολόγηση, χρέος, εκλογές, ευρώ) είναι πάλι στον αέρα. Ένας πρωθυπουργός και μία συγκυβέρνηση που έχουν ακόμη 3 χρόνια κοινοβουλευτικού βίου, και με την αξιωματική αντιπολίτευση να προηγείται με 11 μονάδες στις δημοσκοπήσεις, θα μπορούσαν άνετα να επιδιώξουν τη σταθερότητα· να επικεντρωθούν στη νομή της εξουσίας για όσο χρόνο τούς μένει, διεκπεραιώνοντας ό,τι χρειάζεται για να μην εκτροχιαστεί το τρένο. Άλλωστε, η κατάρρευση των συζητήσεων για την Κεντροαριστερά τούς αφήνει ζωτικό χώρο ώστε μετά από λίγα χρόνια σταθερότητας να παρουσιαστούν ως το νέο ΠΑΣΟΚ.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να εξετάσουμε και μία σχολή σκέψης σύμφωνα με την οποία πραγματική πρόθεση του Αλέξη Τσίπρα είναι να οδηγήσει την Ελλάδα εκτός Ευρωζώνης και, ίσως, να επιβάλει κάποιας μορφής προσωπική ή κομματική ηγεμονία. Το σενάριο αυτό το αναπτύσσουν σοβαροί αναλυτές και δημοσιογράφοι (όπως ο Παύλος Παπαδόπουλος), οι οποίοι γνωρίζουν καλά την προσωπικότητα του πρωθυπουργού. Οι κινήσεις του επιτελείου του σε σχέση με μία σειρά από θεσμικά θέματα —δικαιοσύνη, ΜΜΕ, κράτος, εκλογικός νόμος, Σύνταγμα— υποστηρίζουν το σενάριο αυτό. Η υποχώρηση του 2015 θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως τακτικός ελιγμός, εφόσον θεωρήθηκε ότι η κοινωνία δεν είναι ακόμη έτοιμη για να πέσει έξω από την Ευρωζώνη και στην αγκαλιά του σωτήρα Αλέξη.

Σε κάθε περίπτωση όμως, καμία από τις δύο αυτές αναλύσεις (ομαλοποίηση και εξουσία ή μετάβαση και εξουσία) δεν είναι συμβατή με τη συζήτηση περί εκλογών που έχει ενταθεί τις τελευταίες εβδομάδες. Ποιος θα προκαλέσει τις εκλογές; Γιατί ένας πρωθυπουργός που είναι στην εξουσία να την παραδώσει με τη θέλησή του; Η διαμόρφωση της λίστας των βουλευτών (εφόσον οι εκλογές γίνουν μέχρι τον Μάρτιο) και η παραμονή στο προσκήνιο (εφόσον οι πρώτες εκλογές δεν δώσουν αυτοδυναμία στη Νέα Δημοκρατία, οι επόμενες θα γίνουν με απλή αναλογική) δεν είναι αρκετά θέλγητρα για έναν άνθρωπο που έχει εθιστεί στο να καθορίζει τις τύχες μιας χώρας αποκλειστικά προσωπικά.

Εδώ ίσως κρύβεται και η αλήθεια: εδώ και δύο χρόνια μία ολόκληρη χώρα και, εκτός αυτής, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αγορές, τα διεθνή ΜΜΕ και οι διεθνείς όργανισμοί, προσπαθούν να «διαβάσουν», να «αποκρυπτογραφήσουν», να καταλάβουν, να προβλέψουν τον Αλέξη Τσίπρα. Να καταλάβουν επιτέλους εάν η επιδίωξή του είναι η ένταξη στο δημοκρατικό σύστημα εξουσίας ή η μετάβαση σε μια λατινοαμερικανικής έμπνευσης λαϊκιστική ηγεμονία. Μία ολόκληρη διεθνής κοινότητα πάλλεται ανάμεσα σε δύο θέσεις με βάση την μπανάλ καθημερινότητα ενός ανθρώπου που έχει ως πρότυπα του τον Τσε, τον Κάστρο και τις απρόβλεπτες κινήσεις «ματ» του Ανδρέα Παπανδρέου. Εδώ και δύο χρόνια η κυβέρνηση αυτή —και μαζί της η χώρα— βρίσκεται ταυτόχρονα σε δύο θέσεις: μένει και πέφτει. Αν και η κυβέρνηση Τσίπρα συνδέθηκε στη συλλογική μνήμη με τη γάτα των Ιμαλαϊων, η διπολική αβεβαιότητα για την πορεία, τις προθέσεις και το μέλλον της θυμίζει μία άλλη γάτα: αυτή του Σρέντιγκερ.