Η ομορφιά

L
Χρυσούλα Δημοπούλου

Η ομορφιά

Την Αθήνα την αγαπώ πολύ. Διαμαρτύρομαι για τις δυσκολίες της, δυσανασχετώ με τα μειονεκτήματά της, αλλά θυμώνω όταν την κακολογούν σαν να πρόκειται για δικό μου άνθρωπο. Θεωρώ ότι όποιος δεν την αγαπά δεν μπορεί και να παλεύει με όποιον τρόπο μπορεί για να τη διατηρήσει καθαρή ή να την κάνει καλύτερη. Και είμαι σίγουρη πως οι περισσότεροι που δεν βρίσκουν όμορφη την Αθήνα δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δουν τις ομορφιές της Για αυτούς τους λόγους, όποτε συναντώ επιβάτες που, μολονότι δεν γεννήθηκαν ή ούτε καν μεγάλωσαν εδώ, την αγαπούν, χαίρομαι ιδιαίτερα.

 

Ηλικιωμένος κύριος κάθεται δίπλα μου και με τα σπαστά ελληνικά του μου εξηγεί πού θέλει να πάμε. Είναι χαμογελαστός, σχολιάζει τη λαμπερή λιακάδα, ανοίγει το παράθυρό του και ανασαίνει βαθιά.

Τον ρώτησα, δεν άντεξα: «Ζείτε καιρό εδώ;»

«Είκοσι δύο χρόνια. Αγάπησα και έμεινα εδώ. Η γυναίκα μου μου έμαθε να αγαπώ και την πόλη. Είναι πολύ όμορφη, έχει εντελώς δικό της χαρακτήρα και, παρόλο που έχω ταξιδέψει πολύ, δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να μένει κάπου αλλού».

Χαμογελάει και αρχίζει να μου περιγράφει τα αγαπημένα του σημεία στο κέντρο με μεγάλο ενθουσιασμό. Όταν έρχεται η στιγμή να κατέβει, κοιτάζει έξω από το παράθυρο, προς τα πάνω:

«Δείτε. Αυτό είναι το πιο ωραίο σε αυτήν την πόλη — το χρώμα του ουρανού τέτοιες φωτεινές μέρες. Αυτό το αψεγάδιαστο, έντονο μπλε».

 

Κεντρικός δρόμος, φουλ κίνηση, με χωρίς αρκετό χώρο για να σταματήσω. Η επιβάτιδα που με έχει καλέσει έχει κάποιο κινητικό πρόβλημα και δεν μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο όπου έχω καταφέρει τελικά να κάνω στην άκρη για να την περιμένω. Η έντασή της από την προσπάθεια να κινηθεί είναι τόση, που βάζει τα κλάματα όταν με βλέπει να πηγαίνω προς το μέρος της για να τη βοηθήσω:

«Δεν μπορώ να φτάσω ώς εκεί! Δεν μπορώ, δεν μπορώ!»

Της ζητώ να ηρεμήσει και τη βεβαιώνω πως θα κάνω ό,τι μπορώ για να φέρω το αυτοκίνητο ακριβώς μπροστά της. Ελάχιστη ώρα αργότερα, η κυρία με τα άπταιστα ελληνικά, αλλά με τη γαλλική προφορά, κάθεται ανακουφισμένη δίπλα μου.

«Καταλαβαίνω τι περνάτε», της λέω, «η πόλη δεν είναι καθόλου φιλική προς τους ανθρώπους με κινητικές δυσκολίες».

«Η πόλη, ναι, δεν είναι, είναι όμως οι άνθρωποί της. Πάντα κάποιος θα βρεθεί να βοηθήσει όσο περισσότερο μπορεί».

«Ζείτε μόνιμα εδώ»;

«Ναι, είμαι αρχαιολόγος. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Βέλγιο, αλλά όταν διάλεξα να ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα δεν σκέφτηκα στιγμή να ζήσω πουθενά αλλού».

«Είναι όμως τόσο δύσκολα για εσάς».

«Είναι, δεν λέω όχι. Όπως κάθε σχέση αγάπης, βέβαια. Κι εγώ την αγαπώ αυτή την πόλη».

 

Νεαρός επιβιβάζεται σε κεντρικό σημείο της πόλης με προορισμό τα νότια προάστια.

«Να πάμε από την παραλιακή κι ας κάνουμε κύκλο», λέει, «έχει τέλεια μέρα!»

Η ιδέα του με βρίσκει απολύτως σύμφωνη, είναι και για μένα αγαπημένη διαδρομή.

«Γεννήθηκα στη Βουλγαρία, αλλά ήρθα μικρός εδώ. Η οικογένειά μου ξαναγύρισε εκεί, όμως εγώ δεν θέλω να φύγω, είναι όμορφη η ζωή εδώ».

«Μήπως να το ξανασκεφτείτε, καλέ μου άνθρωπε;»

«Χαχά! Το έχω σκεφτεί πολλές φορές, αλλά εδώ είμαι καλά. Μου αρέσει η πόλη, οι άνθρωποί της, οι ρυθμοί της, το περιβάλλον της».

Ο νεαρός μιλάει χαρούμενα και έχει έναν καλό λόγο να πει για κάθε σημείο της πόλης. Φτάνοντας στην παραλιακή, ανοίγει το παράθυρο και χαζεύει τη θάλασσα.

«Μα κοιτάξτε», λέει, «πού αλλού θα το έχετε αυτό μέσα σε ελάχιστη ώρα από το κέντρο της πόλης;»

«Δεν θα διαφωνήσω μαζί σας, κι εμένα μου αρέσει πολύ, αλλά, αναρωτιέμαι, μήπως το τίμημα που έχουμε φτάσει να πληρώνουμε για όλο αυτό έχει γίνει δυσβάσταχτο;»

«Μπορεί και να έχετε δίκιο, αλλά αν είναι να πληρώνω κάποιο τίμημα, ας έχω τουλάχιστον να χαίρομαι αυτό».

Ακολουθώ το βλέμμα του. Είναι τέλος της ημέρας και, από ένα από τα πολλά υψώματα της πόλης, παρακολουθώ τον ήλιο να δύει και να βάφει τα πάντα πορτοκαλί.

Ναι, είναι όμορφη η άτιμη, τελικά.