Η σκιά σου

L
Σταύρος Ασθενίδης

Η σκιά σου

Μένουν οι σκιές των ανθρώπων, μένουν στους χώρους που ζούσαν, που σημάδευαν με την παρουσία τους, που κοιμόντουσαν, που μαγείρευαν, μένουν οι σκιές τους μαζί με τις κινήσεις τους, τις ανάσες τους, τις μυρωδιές τους, και μολονότι πάνε χρόνια που δεν έχω βρεθεί εκεί που άναβες τις φωτιές σου, τη βλέπω τη σκιά σου, τη βλέπω να παίρνει το πλακερό, να στάζει λάδι καλό, κι αφού το αφήνει να κάψει να σπάει τον κιμά από πάνω —«Όχι άπαχο, βρε Βαγγέλη, πώς θα νοστιμέψει το φαΐ, λάπα θα μου βάλεις, και λίγο χοιρινό, μια φορά περασμένο»—, να τον καβουρντίζει καλά μέχρις ότου γεμίσει η κουζίνα μυρωδιά μαυλιστική ψημένου κρέατος και, έχοντας ήδη ρίξει δέκα, δώδεκα σπυριά μπαχάρι να ψηθούν μαζί του βγάζοντας όλη την Ανατολή από μέσα τους —«Μπαχάρι μόνο, άντε και πιπέρι, δεν θέλει πολλά-πολλά, να είναι καθαρό το άρωμα, να το ακούς»—, να το ακούω, ναι, πριν πάρω το κρεμμύδι, το χαράξω και το κόψω ψιλό-ψιλό κατευθείαν μέσα στην κατσαρόλα, το φέρω δυο βόλτες πριν βάλω κι ένα τριμμένο καρότο, άσ’ τα τώρα να τσιγαριστούν, να βγάλουν και να πιουν το νερό τους πριν τα σβήσεις με ένα ποτηράκι κρασί, άσε το οινόπνευμα να φύγει και ρίξε τον πελτέ, δυο κουταλιές της σούπας φτάνουν, ανακάτεψε, φέρνεις και το νερό, ζεστό, λίγο να σκεπάζει τον κιμά, κι αφού πάρει βράση χαμηλώνεις τη φωτιά και το αφήνεις — μέχρι να τελειώσεις τα μαθήματά σου θα είναι έτοιμος, λες, και πού να συγκεντρωθώ μ’ αυτή τη μυρωδιά, ρε μάνα, που μου ’χει σπάσει τα ρουθούνια, μια χαρά μπορείς και πριν τελειώσεις πες μου να βάλω τα μακαρόνια — να συγκεντρωθώ, λες κι είναι εύκολο, λες και μπαίνει μόνη της η μια λέξη μετά την άλλη, κι όταν γράφω θα ήθελα να είναι όπως όταν μαγειρεύω τώρα, που παίρνω τη τσιμπιά το αλάτι και είναι σαν να την παίρνει η σκιά σου, τόσο όσο, να μη βγαίνει η γραφή μήτε άνοστη, μήτε λύσσα.