Η τελευταία θητεία

P
Ξενοφώντας Κονταργύρης

Η τελευταία θητεία

Η Άνγκελα Μέρκελ έχει ήδη πετύχει να μείνει στην ιστορία. Ήρθε η ώρα να αποδείξει αν το όνομά της αξίζει να γραφτεί με χρυσά γράμματα.

Σε τρεις εβδομάδες συμπληρώνω τρία χρόνια ως μόνιμος κάτοικος Γερμανίας. Τον τελευταίο χρόνο πριν μετακομίσω εδώ, είχα κάνει δύο ταξίδια στη χώρα, ένα το καλοκαίρι του 2013, κατά την προεκλογική περίοδο που οδήγησε στην τρίτη θητεία της Μέρκελ και τον «μεγάλο συνασπισμό» του χριστιανοδημοκρατικού με το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, και ένα τον Ιούνιο του 2014, όταν και επισκέφθηκα για πρώτη φορά το Βερολίνο.

Από τότε κατάλαβα ότι η Γερμανία είναι μια χώρα που ο μόνος τρόπος να την ερμηνεύσεις είναι να έχεις ζήσει για ικανό χρονικό διάστημα σε αυτή. Καθώς και ότι είναι μια χώρα σε ένα κρίσιμο ιστορικό σταυροδρόμι: η κατεύθυνση που θα διαλέξει να ακολουθήσει θα επηρεάσει καταλυτικά όχι μόνο το μέλλον της ίδιας αλλά και της ΕΕ — και του κόσμου ολόκληρου.

Εκείνο το καλοκαίρι του 2013, θυμάμαι, σκεφτόμουν πόσο πολύ θα ήθελα να ζήσω από κοντά τις επόμενες γερμανικές εκλογές, μην έχοντας ιδέα ότι τέσσερα χρόνια μετά η ευχή μου θα πραγματοποιούνταν και με το παραπάνω: θα είχα ζήσει από πρώτο χέρι το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων που οδήγησαν στα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών για τα οποία συζητούν όλοι εδώ και λίγες ώρες. Αποτελέσματα που αιφνιδίασαν σχεδόν άπαντες. Στην τριετία που προηγήθηκε λοιπόν αλλά και στη βραδιά των εκλογικών αποτελεσμάτων (τα οποία παρακολούθησα σε ένα Wahlparty, ένα κάλεσμα δηλαδή σε σπίτι Γερμανών συναδέλφων), αυτά που έζησα ή άκουσα ή έμαθα και χρησιμεύουν περισσότερο στο να κατανοήσει κανείς τη συγκυρία στην οποία βρίσκεται η Γερμανία του 2017 είναι τα εξής:

Η Γερμανία είναι μία, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, πλούσια χώρα. Όχι όμως εξίσου ανεκτική σε όλη την επικράτειά της. Το να πιστέψει κανείς ότι οι περιοχές στα ανατολικά χάρισαν θηριώδη ποσοστά στην ακροδεξιά λαϊκιστική AfD εξαιτίας τού ότι το επίπεδο εισοδήματος εκεί είναι τόσο δραματικά χαμηλότερο από τα δυτικά είναι μια μάλλον παρωχημένη αντίληψη που σχηματίζεται με τα δεδομένα που ίσχυαν στη Γερμανία αμέσως μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Οι «δύο Γερμανίες» έχουν έκτοτε συγκλίνει σημαντικά σε οικονομικό επίπεδο — όχι όμως και σε επίπεδο κοινωνικών αντιλήψεων. Οι Γερμανοί που ψήφισαν μαζικά σήμερα την AfD δεν είναι ξενοφοβικοί ούτε ρατσιστές στο σύνολό τους. Οι προερχόμενοι από το ανατολικό τμήμα της χώρας το έκαναν γιατί φοβούνται πρωτίστως ότι οι σχεδόν ένα εκατομμύριο μετανάστες που εισήλθαν μαζικά στη Γερμανία τα τρία τελευταία χρόνια θα διαταράξουν τις πολιτικές σύγκλισης που εφαρμόζονται υπέρ τους. Οι δε ψηφοφόροι της AfD από το δυτικό τμήμα ή τη Βαυαρία (πάντα είναι μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη περίπτωση η Βαυαρία στη μεγάλη γερμανική εικόνα…) είναι κυρίως ευκατάστατοι πολίτες που ανησυχούν για την ασφάλεια και την τάξη της καθημερινότητάς τους, στοιχεία απαραίτητα για να απολαμβάνει κανείς τα θετικά μιας οικονομικά ευημερούσας κοινωνίας.

Αν έπρεπε να απαντήσω με μία φράση στο πότε ακριβώς η Άνγκελα Μέρκελ υποθήκευσε τη δυναμική του κόμματός της, και της ίδιας, με συνέπεια να φτάσει στην αποψινή πύρρειο νίκη της, θα έλεγα ότι αυτό συνέβη κατά το Συμβούλιο Κορυφής τής ΕΕ, στο οποίο ως λύση της μεταναστευτικής κρίσης προκρίθηκε η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για τη διαχείριση των προσφυγικών ροών από τη Συρία. Ένα νομικό κατασκεύασμα γεμάτο ασάφειες και κενά, που ποτέ δε λειτούργησε πλήρως στην πράξη (είχε εγγενή προβλήματα εξάλλου που καθιστούσαν ουτοπικό κάτι τέτοιο από την πρώτη στιγμή) και ήρθε ως απάντηση στη μεγαλύτερη προσφυγική κρίση που αντιμετώπισε η υφήλιος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά από τεράστια χρονική καθυστέρηση και αναβλητικότητα. Ο λόγος για τον οποίο επιλέγω αυτό το γεγονός; Μα γιατί αποκρυσταλλώνει με τον πλέον εμφατικό τρόπο το πιο ισχυρό χαρακτηριστικό της Μέρκελ ως πολιτικού: την υπερβολικά αργή και μετά από ενδελεχή μεν, πλην τρομερά χρονοβόρα έκφραση της βούλησής της ως κυβερνήτη.

Η Μέρκελ το καλοκαίρι του 2015 είχε να επιλέξει ανάμεσα στο να περιφρουρήσει τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ —και δι’ αυτών της χώρας της— ή στο να απαλύνει όσο πιο αποτελεσματικά γινόταν τον πόνο και την απαξίωση που βίωναν οι εκατομμύρια απάτριδες που έπεφταν θύματα δουλεμπόρων και έπαιρναν χωρίς σχέδιο τον δρόμο της προσφυγιάς αναζητώντας σωτηρία στην Ευρώπη. Όχι, οι Γερμανοί και οι λοιποί Ευρωπαίοι δεν είναι μισάνθρωποι, γι’ αυτό και πριν δύο καλοκαίρια είδαμε όλες αυτές τις εικόνες ανθρωπιάς κατά μήκος των προσφυγικών οδών από την Ελλάδα και τα Βαλκάνια, μέχρι τους αυτοκινητόδρομους στα σύνορα Ουγγαρίας-Αυστρίας. Όμως, μέχρι να αποφασίσει να αντιδράσει σε αυτή την κρίση η Άνγκελα Μέρκελ, μαζί με τους πραγματικά αναξιοπαθούντες είχαν συγκεντρωθεί στα νότια σύνορα της Γερμανίας χιλιάδες επιτήδειοι που από τότε διεκδικούν μέσα από βραδυκίνητες (λόγω του όγκου των αιτούντων) γραφειοκρατικές διαδικασίες μια προνομιακή άδεια παραμονής στην πιο εύρωστη χώρα της Ευρώπης. Και αυτό είναι κάτι που δεν περνά απαρατήρητο από τον μέσο Γερμανό πολίτη.

Αν ανησυχώ μετά το αποψινό αποτέλεσμα; Όχι, καθόλου! Δεν ανησυχώ γιατί, αν και δεν περίμενα ακριβώς τα ποσοστά που προέκυψαν, τελικά οι Γερμανοί είναι κι αυτοί τυπικοί Ευρωπαίοι όπως όλοι μας: θεωρούν σχεδόν αυτονόητο ότι θα απολαμβάνουν και στο μέλλον το κοινωνικό κράτος που απολαμβάνουν σήμερα, τείνουν να ξεχνούν ότι για να συμβεί αυτό χρειάζεται ένας μάχιμος και οικονομικά ενεργός πληθυσμός που με τίποτα δεν μπορούν να διατηρήσουν από μόνοι τους με τα ιστορικά χαμηλά ποσοστά γεννήσεων που καταγράφουν δημογραφικά και επιλέγουν να διαμαρτυρηθούν για όσα τούς ενοχλούν με την ψήφο τους, μη αντιλαμβανόμενοι όμως ότι τις τυχόν δυσμενείς συνέπειες αυτής της διαμαρτυρίας (όπως, για παράδειγμα, η είσοδος ως τρίτης δύναμης ενός ξενοφοβικού κόμματος στο Κοινοβούλιό τους) θα τις επωμιστούν πρώτα απ’ όλους οι ίδιοι — και, όταν όψιμα συνειδητοποιούν τον κίνδυνο που δημιούργησαν οι ίδιοι για το μέλλον τους, κινητοποιούνται συσπειρωτικά ως κοινωνία πολιτών.

Απόψε, έξω από την έδρα της AfD στο Βερολίνο πολίτες διαδήλωναν μαζικά κατά του ξενοφοβικού αυτού κόμματος ενώ στα social media έκαναν την εμφάνισή τους καμπάνιες για καταψήφιση του AfD το 2021 και άλλα παρόμοια. Είμαι βέβαιος ότι αρκετοί από όσους συμμετείχαν σε αυτές τις όψιμες διαμαρτυρίες δεν θεώρησαν σκόπιμο να πάνε λίγες ώρες νωρίτερα να ψηφίσουν, επαναπαυόμενοι και από το γεγονός ότι σε αυτή την προεκλογική περίοδο η Άνγκελα Μέρκελ έτρεχε με μόνο αντίπαλο τον εαυτό της…

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, την επαύριο της τηλεοπτικής μονομαχίας μεταξύ Μέρκελ και Σουλτς, φίλοι και συνάδελφοι, παραδοσιακοί ψηφοφόροι ή και ενεργά μέλη του SPD ορισμένοι από αυτούς, μου έλεγαν ότι ο Μάρτιν Σουλτς θα πρέπει να είναι ευχαριστημένος αν έπιανε το 20%. Τους είχα θεωρήσει πολύ αυστηρούς μαζί του, αν και ο ίδιος επίσης θεωρώ ιστορικό χαμηλό το ότι ένας τόσο ανεπαρκής πολιτικός βρέθηκε να ηγείται ενός από τα δύο παραδοσιακά λαϊκά κόμματα της Γερμανίας. Τελικά, μάλλον ήξεραν πολύ καλά τι έλεγαν. Ευτυχώς, η Γερμανία δοκιμάζεται από τη χίμαιρα της Ακροδεξιάς όντας οικονομικά εύρωστη και έχοντας σε ανοδική τροχιά του εκλογικού τους κύκλου δύο κόμματα-κλειδιά για την πολιτική ζωή της χώρας, τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους.

Οι εβδομάδες που ακολουθούν σίγουρα δεν θα είναι πολιτικά εύκολες. Ωστόσο, αν κάτι κάνει τη διαφορά στην καθημερινότητα εδώ είναι ότι η ζωή κάθε πολίτη συνεχίζεται απρόσκοπτα και ανεξάρτητα από τις συγκυριακές προστριβές στους διαδρόμους της Bundestag στο Βερολίνο. Τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των καναλιών διαρκούν από 15 έως 30 λεπτά το πολύ. Είτε η επικαιρότητα είναι μια από τα ίδια είτε συμβαίνει κάτι έκτακτο ή εκτός προγράμματος. Και αυτό θα συνεχίσει να συμβαίνει, όσο κι αν χρειαστεί για να σχηματιστεί η επόμενη γερμανική κυβέρνηση.

Η Άνγκελα Μέρκελ λοιπόν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα παραμείνει η Καγκελάριος της Γερμανίας και για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Εικάζω ότι θα είναι η τελευταία θητεία της. Είχε 12 χρόνια καιρό για να μελετήσει, κατά την προσφιλή της συνήθεια, αναλυτικά και εξονυχιστικά τις προκλήσεις για τη χώρα και την ήπειρό μας. Στα επόμενα τέσσερα, έχει την ευκαιρία να μείνει στην ιστορία όχι απλώς ως μια από τους μακροβιότερους δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες του Δυτικού κόσμου αλλά και ως η θεμελιωτής της Γερμανίας και της Ευρώπης της εποχής της ψηφιακής παραγωγής, ζωής και οικονομίας. Έχει όλη την απαραίτητη εμπειρία να το πετύχει.

Χρειάζεται απλά να εμπιστευτεί τον δυναμισμό των κυβερνητικών της εταίρων για να κινηθεί πιο άμεσα από όσο συνήθιζε μέχρι σήμερα!