Jo Nesbo: Αιχμάλωτος του Χάρι Χόλε

C
Κυριάκος Αθανασιάδης

Jo Nesbo: Αιχμάλωτος του Χάρι Χόλε

Η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, ποιήτρια, μεταφράστρια, επιμελήτρια εκδόσεων, με σπουδές Φιλοσοφίας και Πολιτικής Θεωρίας αλλά και Δημιουργικής Γραφής, είναι, μεταξύ άλλων πολλών, και η «επίσημη» μεταφράστρια του Νορβηγού Jo Nesbo. Με την ευκαιρία της έκδοσης του τελευταίου μυθιστορήματος του #1 στον κόσμο σύγχρονου συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας (τίτλος του: «Το μαχαίρι», πάντα από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο), είχαμε μία συζήτηση μαζί της.

Α.Κ.: Αγαπητή κυρία Γλυνιαδάκη, αφού ευχηθώ καλοτάξιδο, να πω ότι, καταρχάς, αυτό είναι το ενδέκατο ή δωδέκατο μυθιστόρημα του Νέσμπο που μεταφράζετε;

Κ.Γ.: Το ένατο. Άρχισα να μεταφράζω Νέσμπο από τη «Λεοπάρδαλη» και μετά. Πιο πριν μεταφράστρια ήταν η Γωγώ Αρβανίτη, η οποία συνεχίζει να μεταφράζει τα μη-Χάρι-Χόλε βιβλία του. Να ομολογήσω, όμως, ότι πιο πολύ απ’ όλα έχω ευχαριστηθεί το παιδικό του «Δόκτωρ Πορδαλός: Η συνωμοσία των Χριστουγέννων». Καλύτερα κι απ’ το έγκλημα, ο Νέσμπο ξέρει να γράφει με χιούμορ.

Α.Κ.: Υπέροχα. Λοιπόν, είστε φαν των αστυνομικών; Και, εάν ναι, υπήρξατε από πάντα;

Κ.Γ.: Δεν είμαι μεγάλη φαν των αστυνομικών ως αστυνομικών. Θέλω να πω, περισσότερο τα διαβάζω για την ατμόσφαιρα που μεταφέρουν, παρά για την υπόθεση (ξέρω, βαρετό). Να φανταστείτε, δεν θυμάμαι καν ποιο είναι το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα που διάβασα. Κάποια περιπέτεια του Σέρλοκ Χολμς του Άρθουρ Κόναλ Ντόιλ, υποθέτω. Θυμάμαι όμως ότι κάποια στιγμή, στο Λύκειο, άρχισα να καταβροχθίζω τα βιβλία της Πατρίσια Χάισμιθ με τον Τομ Ρίπλεϊ. Μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση η κοινωνιοπαθητική (sociopathic) προσωπικότητά του, η πλήρης απουσία κάθε ηθικού μέτρου. Μετά, στο πανεπιστήμιο, διάβασα ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε από Χένινγκ Μάνκελ στα Αγγλικά: κάτι στην παγωμένη ατμόσφαιρα του Σκόνε της νότιας Σουηδίας πολύ μού άρεσε. Μετά ήρθε η Ελίζαμπεθ Τζορτζ και η αγγλική επαρχία, το Λονδίνο της Ρουθ Ρέντελ, η Μασσαλία του Ζαν-Κλοντ Ιζό. Ο ακαταμάχητος Τόμας Ρίπλεϊ παραμένει ακόμα ο αγαπημένος μου ήρωας όλων των εποχών. Ομολογώ ότι δεν έχω διαβάσει Ρέιμοντ Τσάντλερ, Τζέιμς Έλροϊ, Ίαν Ράνκιν, Ντάσιελ Χάμετ. Και πολλούς/πολλές άλλους/-λες.

Α.Κ.: Μια χαρά. Τα αστυνομικά πάντα ήταν στην κορυφή των αναγνωστικών προτιμήσεων του κοινού, αλλά συχνά ένας μεγάλος όγκος τους θεωρούνταν, ή και ήταν, δεύτερης ποιότητας αναγνωστικό υλικό: φτηνές εκδόσεις, ιστορίες γεμάτες κλισέ κ.ο.κ. Μάλλον έχει αλλάξει όλο αυτό με τον καιρό. Ποια είναι η γνώμη σας;

Κ.Γ.: Δεν είμαι αρμόδια για να σχολιάσω την ποιοτική εξέλιξη των αστυνομικών μυθιστορημάτων. Ίσως η αίσθηση του «φτηνού» να οφείλεται στα κατά συρροήν μυθιστορήματα που βλέπαμε παλιά στα ράφια των σιδηροδρομικών σταθμών και τα drugstores/pharmacies και τώρα στα αεροδρόμια. Κλισέ βρίσκει κανείς σε όλα τα είδη, όχι μόνο στα αστυνομικά. Συν τοις άλλοις, τα δικά μου αγαπημένα crime βιβλία πάντα συνδύαζαν το whodunit με κάτι ακόμα: κατασκοπία, ιστορικό μυθιστόρημα, πολιτικό θρίλερ. Δεν μπορείς να πεις, ας πούμε, τη «Μάσκα του Δημήτριου» του Έρικ Άμπλερ, ‘φτηνό αστυνομικό’· ούτε τον «Άνθρωπο που λεγόταν Πέμπτη» του Τσέστερτον· ούτε το «Έγκλημα και μνήμη» του Ντανένξ· ούτε το «Η δεσποινίς Σμίλα διαβάζει το χιόνι» του Πέτερ Χόεγκ. Πόσο μάλλον τις βιβλιαράρες (ας μου επιτραπεί) του Ιζό, που μεταφέρουν όλη τη Μασσαλία στο σπίτι σου και νομίζεις ότι θα βγεις έξω και θα πας για ένα μπάνιο στα Καλένκ. Από την άλλη, όπως βλέπετε, τα αστυνομικά που μου αρέσουν, μόνο καθαρόαιμα αστυνομικά δεν είναι…

Α.Κ.: Στην αλλαγή της διάθεσης του μεγάλου κοινού απέναντι στο είδος, πάντως, έχει παίξει μεγάλο ρόλο ο Νέσμπο. Οι Σκανδιναβοί γενικώς, αλλά ο Νέσμπο ειδικώς — οι πωλήσεις του είναι εξωπραγματικές, και απλώνονται σε πάρα πολλές χώρες. Πείτε μου κάτι: είναι πράγματι εκπρόσωπος, όχι της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά της Σκανδιναβικής Σχολής, ή μία σχολή από μόνος του;

Κ.Γ.: Κι εδώ μία εμπεριστατωμένη απάντηση θα προϋπέθετε ότι έχω πλήρη επίβλεψη της Σκανδιναβικής (αστυνομικής) λογοτεχνίας, που δεν έχω: γνωρίζω τους/τις Νορβηγούς αστυνομικούς συγγραφείς, αλλά δεν ξέρω πολλά για το σουηδικό ή το δανέζικο τοπίο. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι ο Νέσμπο δεν ήταν πρωτοπόρος στην πατρίδα του. Είχαν προηγηθεί, με μεγάλη επιτυχία, η Άνε Χολτ, η Κάριν Φόσουμ, ο Γκούναρ Στόλεσεν φυσικά και ο φανταστικός Ίνγκβαρ Άμπιορσεν. Ο Νέσμπο ουσιαστικά «σέρφαρε» πάνω στο παγκόσμιο κύμα που είχαν ξεκινήσει οι Σουηδοί Μάνκελ και Λάρσον (κι αυτοί με τη σειρά τους παιδιά των Χέβαλ και Βάλε ― Sjöwal & Wahlöö) κι έφτιαξε τη δική του σχολή, που μιμήθηκαν μετά οι υπόλοιποι στη Νορβηγία (Γιορν Λίερ Χορστ, Χανς Ούλαβ Λάλουμ, Φρόντερ Σάνερ Έιεν, Ίνγκαρ Γιόνσρουτ κλπ.). Χαρακτηριστικό της είναι οι εξωπραγματικά βίαιοι φόνοι και οι ανατροπές (όχι πολλές, μα καθοριστικές). Το γιατί έγινε τόσο διάσημος εκτός Νορβηγίας και κουβάλησε στους ώμους του σχεδόν όλους τους Σκανδιναβούς δεν έχει να κάνει τόσο με τον ίδιο όσο με την πολιτική που ακολούθησε το νορβηγικό κράτος στο να προωθήσει τις μεταφράσεις νορβηγικών μυθιστορημάτων στο εξωτερικό: έριξε πάρα πολλά λεφτά μέσω επιδοτήσεων των μεταφράσεων, και των ίδιων των μεταφραστών, σε ταξίδια και σεμινάρια κλπ. Επίσης, η νορβηγική είναι μια σχετικά εύκολη γλώσσα στην εκμάθησή της, και πολύ κοντά στην αγγλική νοοτροπία. Δεν ήταν δύσκολο να βρεθούν εξαιρετικοί μεταφραστές από τα νορβηγικά προς τα αγγλικά. Από τη στιγμή που ο Νέσμπο έκανε επιτυχία στα αγγλικά, ξεπερνώντας και τον Μάνκελ και τον Λάρσον, τελείωσε το παιχνίδι.

Α.Κ.: Για κάποιον που δεν έτυχε να τον διαβάσει μέχρι τώρα, πείτε μας: ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του, αυτά στα οποία οφείλεται κυρίως η επιτυχία του;

Κ.Γ.: Όπως είπα και πριν, η βιαιότητα των εγκλημάτων που περιγράφει είναι πολύ χαρακτηριστική των βιβλίων του. Δεν νομίζω όμως ότι η επιτυχία του βασίζεται σε αυτή. Η άποψή μου είναι ότι ο Νέσμπο έχει πετύχει να δημιουργήσει έναν στιβαρό χαρακτήρα που εύκολα ταυτίζεται με τον ίδιο (9 στους 10 θα σας πουν ότι στο μυαλό τους ο Χόλε έχει το πρόσωπο του ίδιου του Νέσμπο ή κάτι παραπλήσιο) και ξανά και ξανά, επίμονα, συνεχίζει να τον εξερευνά, να ανατρέπει τα δεδομένα του, να του στερεί τους ανθρώπους που αγαπάει. Η επιτυχία του, λοιπόν, είναι ο ίδιος ο Χάρι Χόλε. Και, φυσικά, το γεγονός ότι έχει κατορθώσει να κάνει το Όσλο οικείο για εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο: αν διαβάζεις Νέσμπο, ξέρεις πώς είναι τα Κεντρικά της Αστυνομίας, πού είναι το πάρκο Μπότσεν και οι φυλακές, τι είναι το Χολμενκόλεν και ποιος κατοικεί εκεί, γιατί διαχωρίζεται το δυτικό από το ανατολικό μέρος της πόλης, πού είναι το πάρκο Βίγκελαν και τι μπορεί κανείς να δει εκεί. Αυτό, φυσικά, κάνουν όλοι οι μετρ της αστυνομικής λογοτεχνίας: βοηθούν τους αναγνώστες τους να οικειοποιηθούν μια άγνωστη περιοχή. Άρα οι δύο βασικοί χαρακτήρες του Νέσμπο είναι ο Χόλε και το Όσλο. Εκεί βασίζεται, πιστεύω, η επιτυχία του. Εκεί και στο γεγονός ότι δεν σταματάει να γράφει!

Α.Κ.: Αλήθεια, πώς αλλάζει, πώς εξελίσσεται η γραφή του από χρόνο σε χρόνο;

Κ.Γ.: Ενδιαφέρουσα ερώτηση. Δεν είναι τόσο η γραφή του που εξελίσσεται όσο το σκηνικό και το περιεχόμενο. Στις αρχές (πριν 22 χρόνια δηλαδή) τοποθετούσε τον Χόλε σε μέρη εξωτικά, όπου ταξίδευε κι ο ίδιος: στην Αυστραλία, στην Ταϊλάνδη. Μετά, ο Χόλε γύρισε στο Όσλο κι άρχισε να καταπιάνεται με ιστορικά τραύματα: τον ναζισμό, τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία κλπ. Από τον «Χιονάνθρωπο» και μετά, ουσιαστικά, εξελίσσεται η ίδια ιστορία: ένας-δύο κατά συρροήν δολοφόνοι που συνδέονται κάπως (δεν λέω πώς) μεταξύ τους και απειλούν τον ίδιο και την οικογένειά του. Για να σας πω την αλήθεια, νομίζω ότι αυτή η ιστορία τού έχει γίνει λίγο στενός κορσές στα τελευταία 3-4 βιβλία με τον Χάρι Χόλε, και τον αναγκάζει να δουλεύει με ένα ύφος λιγότερο ελεύθερο. Γι’ αυτό γράφει και αυτόνομα μυθιστορήματα όπως τον «Γιο» ή ξαναδουλεύει τον «Μακβέθ» ή προσπάθησε να γράψει τα δύο αστυνομικά στον Βορρά της Νορβηγίας με τον Ούλαβ Γιόχανσεν (που δεν του βγήκαν). Έχει γίνει λίγο δέσμιος της μεγάλης επιτυχίας του πρωταγωνιστή του.

Α.Κ.: Πάμε σε κάτι άλλο. Τον έχετε συναντήσει; Μιλάτε, είστε φίλοι; Τον συμβουλεύεστε για τυχόν απορίες όσο δουλεύετε τις μεταφράσεις;

Κ.Γ.: Ναι, τον έχω συναντήσει πολλάκις. Φίλοι δεν είμαστε· ο Γιου είναι πολύ αυτάρκης και ιδιωτικός άνθρωπος — όπως οι περισσότεροι Νορβηγοί. Δεν μπλέκει τη δουλειά με την προσωπική του ζωή, πόσο μάλλον τη φιλία με τους συνεργάτες του. Τις περισσότερες φορές, επειδή κι ο ίδιος αναγκάζεται να παραδώσει σχέδια του επόμενου μυθιστορήματός του στα γρήγορα κι εγώ αναγκάζομαι ν’ αρχίσω να μεταφράζω από αυτά τα πρώτα σχέδια, η συνεργασία μας περιορίζεται στο να διορθώνω ανακρίβειες του πρωτότυπου κειμένου ή νοηματικές αντιφάσεις που μπορεί να του έχουν ξεφύγει. Δεν ακούγεται πολύ σέξι όλο αυτό, αλλά έτσι είναι.

Α.Κ.: Μια χαρά ακούγεται. Λοιπόν, πώς είναι να ανακαλύπτετε (πρώτη) τις νέες περιπέτειες του Χάρι Χόλε;

Κ.Γ.: Είναι ένα περίεργο συναίσθημα ανίας κι ενθουσιασμού! Ανίας επειδή σκέφτομαι, «Άντε, να δω πάλι τι έχει κατεβάσει το μυαλό του· τι άλλο να πάθει πια αυτός ο Χάρι Χόλε;» κι ενθουσιασμού διότι, όταν μπαίνω για τα καλά μέσα στο μυθιστόρημα, καταλαβαίνω ότι και πάλι κάτι έχει βρει το πανούργο του μυαλό για να σε κάνει να μην το αφήνεις! Το γεγονός ότι ανακαλύπτω πρώτη τις νέες περιπέτειές του έχει την επιπρόσθετη πλάκα ότι είμαι ο μόνος άνθρωπος σε όλη την Ελλάδα που ξέρει τι στο καλό θα συμβεί στον Χάρι Χόλε: καμιά φορά πειράζω τους συναδέλφους στο εκδοτικό τμήμα του Μεταιχμίου λέγοντας, «Αφήστε, πού να σας τα λέω!» ή κάνοντας μικρούς υπαινιγμούς εδώ κι εκεί, και τρελαίνονται!

Α.Κ.: Σατανικό! Πριν πάμε στο τελευταίο ερώτημα, πείτε μας: ποιο μυθιστόρημά του ξεχωρίζετε κυρίως;

Κ.Γ.: Θα επιστρέφω πάντα σε αυτό που διάβασα εγώ πρώτη: τη «Λεοπάρδαλη». Μου είχε κάνει πραγματικά εντύπωση η ικανότητά του να φέρει εις πέρας μια τόσο μεγάλη, πολύπλοκη ιστορία. Το είχα καταβροχθίσει μέσα σε 24 ώρες. Μετά διάβασα και τον «Χιονάνθρωπο» και κατάλαβα γιατί γινόταν τέτοιος πανικός με αυτόν τον συγγραφέα. Νομίζω ότι αυτά τα δύο παραμένουν τα καλύτερα μυθιστορήματά του — αν και κανείς δεν πρέπει να αγνοεί τους «Κυνηγούς Κεφαλών», που είναι εκτός σειράς Χόλε.

Α.Κ.: Και το «Μαχαίρι»; Θα μας πείτε δυο λόγια και γι’ αυτό; Αν και δεν ξέρω πόσοι θα μείνουν χωρίς να το αγοράσουν.

Κ.Γ.: Το «Μαχαίρι» ξεκινά με κάτι αποτρόπαιο (ναι, θα το πω): τον φόνο της συζύγου του Χάρι Χόλε, της Ρακέλ. Να φανταστείτε ότι αυτός ο άνθρωπος (ο Χόλε) τόσα χρόνια παλεύει με το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τους κατά συρροήν δολοφόνους που θέλουν να κάνουν κακό στους πάντες αλλά και στον ίδιο και, πάνω που ηρεμεί και κόβει το ποτό κι ευτυχεί και παντρεύεται (στη «Δίψα»), ξεκινάει το «Μαχαίρι» με το φόνο της Ρακέλ Φάουκε. Κι όχι μόνον αυτό. Βρίσκεται ο ίδιος να κατηγορείται ότι τη δολοφόνησε. Και πολύ πιθανόν να το έκανε! Αυτά σας λέω, δεν λέω άλλα, να το πάρετε να το διαβάσετε.

Α.Κ.: Αν το έκανα, θα ήταν ο πρώτος μου Νέσμπο. Σας ευχαριστώ θερμά!