Το καθηλωτικό έρεβος

C
Γιώργος Παππάς

Το καθηλωτικό έρεβος

Ως άλλος Παγοπώλης που Έρχεται, σ’ ένα τοπίο της Κεντρικής Ευρώπης που το μαστίζει η συνεχής βροχή, μέσα από λασπωμένους δρόμους, εμφανίζεται ο Ιερεμίας, «ως άγγελος της ελπίδας απελπισμένων ανθρώπων που αντιμετώπιζαν αποκαρδιωτικές δυσκολίες», σε ένα χωριό παρηκμασμένο, ερειπωμένο όχι μόνο στα τούβλα του αλλά και στις ψυχές και τις ελπίδες των κατοίκων του. Άνθρωποι ηττημένοι αυτοί που ζουν στο χωριό, ζευγάρια άπιστα, μυαλά αλλοπαρμένα, όνειρα στοιχειωμένα από την παραδοχή μιας μόνιμης ήττας. Στον κόσμο αυτό σε βουτάει, στις λακκούβες του και στη βρόμικη υγρασία του, σε δωμάτια με τοξική κάπνα, ο László Krasznahorkai στο «Τανγκό του Σατανά», την πρώτη του ουσιαστικά μεγάλη κατάθεση, λίγα χρόνια πριν αγγίξει την κορυφή του με τη «Μελαγχολία της Αντίστασης».

Είναι δύσκολη η γραφή του Κρασναχορκάι· δεν αλλάζει η παράγραφος για σελίδες ολόκληρες (αν κι εδώ υπάρχουν παύσεις και ανάσες στην περιγραφή, σε αντίθεση με τους πλημμυρώδεις εσωτερικούς μονολόγους που δεξιοτεχνικά ανέπτυξε στη «Μελαγχόλια» αργότερα). Είναι φτιαγμένη έτσι η γραφή του ώστε να σε κυκλώσει, να σε κάνει να ανασάνεις τον αέρα της, να σε σφίξει όπως τους πρωταγωνιστές της. Και, ως άλλος Παγοπώλης, ο Ιερεμίας του Κρασναχορκάι, είναι άχρονος. Μπορεί να έχει επινοηθεί στα κομουνιστικά χρόνια της Ουγγαρίας, μα μεταφέρει αναλλοίωτη μια χροιά άλλων εποχών: θα μπορούσε να είναι η Ουγγαρία του Χόρτι ή η παρακμάζουσα Αυστροουγγαρία προηγούμενων αιώνων. Είναι ένα πέπλο από ιστούς αόρατων αραχνών, που μυστικά πλέκουν παγίδα για να αιχμαλωτίσει τον χρόνο και τη σκόνη ακόμη, πάνω στα τραπέζια του καπηλειού όπου συναντώνται απεγνωσμένα οι λιγοστοί κάτοικοι, για να επιδοθούν σε ένα μεθυσμένο ατέλειωτο παραιτημένο τανγκό, καθώς «Ο χρόνος θα διέλυε τα χαρακτηριστικά του[ς] με τον ίδιο τρόπο που τα διέλυε τώρα η βροχή πάνω στο τζάμι».

Έρχεται ο Ιερεμίας, σαν νεκραναστημένος λυτρωτής, να τάξει τη νέα σωτηρία. Υπόσχεται αφύπνιση, δικαίωση. Θα τον ακολουθήσουν απεγνωσμένα. Θα τρομάξουν σε ερειπωμένα αρχοντικά, θα πλανηθούν στοιβαγμένοι σε λασπωμένες καρότσες φορτηγών, δεν θα δουν ποτέ τον Ιερεμία ως έναν απλό τυχοδιώκτη μικρομεσαίο καταφερτζή που έχει τους δικούς του σκοπούς, και περισσότερο απ’ όλα την ίδια την επιβίωσή του. Δεν τους λυπάται ο Ιερεμίας, δεν είναι και για λύπηση η ευπιστία του ηττημένου, λέει ο Κρασναχορκάι. Αλλά δεν είναι κι ο Ιερεμίας υπεράνω του υπερφυσικού. Θα το συναντήσει μια βροχερή νύχτα κι αυτός, αν και απλώς θα προτιμήσει να στρέψει αλλού το βλέμμα.

Και παράλληλα, στο λασπωμένο χωριό, κυκλοφορούν και οι λιγότερο εύπιστοι, όπως όσοι επέλεξαν να μη λειτουργούν εντός των εγκοσμίων: ο γιατρός που κρυφοκοιτάζει από το παραθύρι του και σημειώνει τα πάντα —ογκώδεις φάκελοι ανθρώπινης ασημαντότητας— και το μικρό κορίτσι που μια νύχτα με βροχή θα περπατήσει σε παροξυσμούς του νου και τα βήματά της θα είναι μοιραία, ένα χαμένο κορμί σε μια χαμένη ενδοχώρα, μια επιπρόσθετη ενοχή στην καμπούρα των συγχωριανών του, μια ακόμη… ιερεμιάδα του Ιερεμία. Είναι αδυσώπητα αυτά τα κεφάλαια του Τανγκό, ζοφερά. Αλλά έρχονται να υπογραμμίσουν πως η μοίρα των άλλων, των ηττημένων, είναι τραγέλαφος και όχι τραγωδία.

Ήταν ανίκανος ν’ αποφασίσει αν πραγματικά άκουσε τα ουρλιαχτά ή αν […] δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσει τον γενικό θόρυβο από τις αρχαίες προϊστορικές κραυγές που διατηρήθηκαν μέσα στον χρόνο («Η οδύνη δεν εξαφανίζεται χωρίς ν’ αφήσει ίχνη», παρατήρησε έμπλεος ελπίδας) και τώρα η βροχή τις έφερνε στην επιφάνεια σαν σκόνη.

Το τοπίο του Κρασανχορκάι του κατοικούν αρχαίες κατάρες και σκοτεινές ψυχές. «Δεν υπάρχει φως», σού φωνάζουν οι λέξεις του, δεν υπήρχε ίσως φως το 1985 που το έγραφε, ως κουφάρι κήτους θα το ανακάλυπτε λίγα χρόνια αργότερα στη «Μελαγχολία». Θα έπαιρνε κοντά 8 ώρες στον φίλο και συνεργάτη του, τον Bela Tarr, να αποτυπώσει τον κόσμο του «Τανγκό του Σατανά» στην κινηματογραφική οθόνη λίγα χρόνια αργότερα (είναι υλικό για μια καταπληκτική δίωρη, όχι οκτάωρη, ταινία το «Τανγκό του Σατανά», όμως ας μη χαλάσουμε τις καρδιές μας): οι λέξεις του Κρασναχορκάι είναι διαχεόμενο έρεβος, τα πλάνα του Ταρ είναι απλά λάσπη. Αυτό το καθηλωτικό έρεβος είναι που δεν αποτινάσσει εύκολα ο αναγνώστης από πάνω του, αυτή την ανάγλυφη περιγραφή της μικρότητας των ηττημένων ανθρώπων.

Το «Τανγκό του Σατανά» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση (σημαίνουσα για τη μεταφορά του σύμπαντος του Κρασναχορκάι) της Ιωάννας Αβραμίδου.

[ Πηγή φωτογραφίας ]