Λευκή μελάνη σε λευκή σελίδα

C
Γιώργος Παππάς

Λευκή μελάνη σε λευκή σελίδα

Είναι τόσο μυθιστορηματική η ίδια η ζωή του Salman Rushdie, που συχνά λησμονούμε —ίσως μια εποχή λησμόνησε κι ο ίδιος— πόσο συναρπαστικός παραμυθάς είναι, πόσο οξυδερκής παρατηρητής των καιρών μας, πόσο ικανός συνεχιστής ενός αφηγηματικού νήματος που πάντα καταλήγει στον αγαπημένο του Κίπλινγκ.

Ο «Χρυσός Οίκος», που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ψυχογιός (σε μετάφραση, αναμενόμενα άριστη, του Γιώργου Μπλάνα), θέλει να γίνει ο «Μεγάλος Γκάτσμπι» των καιρών μας. Και ίσως να μην καταφέρνει να υπερβεί το χρονικό ασυνεχές των ηρώων του, παραδίδει όμως μια εικόνα των καιρών μας, μια ολοζώντανη, και γι’ αυτό τρομακτική, αποτύπωση της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, μια τοιχογραφία οιωνών καταστροφής. Είναι το «Bonfire of the Vanities» γύρω από το οποίο χορεύουμε καθημερινά. Είναι ταυτόχρονα και μια αγωνιώδης ερώτηση του συγγραφέα προς το κοινό (και/ή τον καθρέφτη του) για την ταυτότητα. Ερώτηση ενός ανθρώπου που κλήθηκε να απαρνηθεί τη δική του ταυτότητα, για έναν κόσμο που καθημερινά αναζητά την έννοιά της.

Χωρίς ταυτότητα εμφανίζονται και οι πρωταγωνιστές του «Χρυσού Οίκου», με τα ρωμαϊκά ονόματά τους να μην μπορούν να κρύψουν επί μακρόν τις οσμές της Ινδικής Χερσονήσου όπου έζησαν μια άλλη ζωή έως τότε. Ο Νέρων Γκόλντεν, ένας επιβλητικός μεγαλόσχημος πατριάρχης που έμαθε να αγοράζει τα πάντα, και οι τρεις γιοι του: ο κλεισμένος σε ένα παράλληλο σύμπαν του μυαλού του Πετρώνιος (ένα σύμπαν που μέσω υπολογιστών και video games θα γίνει περισσότερο αληθινό απ’ όσο νομίζουμε), ο ταλαντούχος δανδής Λούκιος Απουλήιος, ο «αχόρταγος αγοραφιλικός που κατέληξε να θεωρείται μαγικό πλάσμα, που το έσκασε από παραμύθι, αν και κανείς δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα αν ήταν ευλογημένος ή καταραμένος», και ο/η/το Διόνυσος, εις μόνιμη αναζήτηση σεξουαλικής και ατομικής ταυτότητας σε εποχές πολιτικής ορθότητας που ακόμη και η χρήση άρθρου αποτελεί αιτία πολέμου. Δίπλα τους σύντομα η Βασιλίσα, μια Ρωσίδα λέαινα, η νέα σύζυγος του Νέρωνα. Γύρω τους, ο αφηγητής (σε πλήρη αντιστοίχιση με τον Nick Carraway του «Μεγάλου Γκάτσμπι»), ο νεαρός που θέλει να γυρίσει ταινίες, που αναζητά το μυστικό παρελθόν της οικογένειας Γκόλντεν, που καταλήγει οικότροφος και πολλά περισσότερα του Χρυσού Οίκου. Όχι απλά ένας αφηγητής, περισσότερο μια «έξυπνη κάμερα», που καταγράφει αλλά και σκέφτεται, τροποποιεί, ίσως και να επινοεί την εξέλιξη της ιστορίας. Άνθρωποι που χορεύουν πάνω στη γραφομηχανή της ζωής πατώντας πλήκτρα και φτιάχνοντας την ιστορία τους, άνθρωποι όμως που παραιτημένα ονομάζουν την κατάληξη της ιστορίας μοίρα, τύχη, κάρμα, πεπρωμένο, Θεία Δίκη, αρνούμενοι να αποδεχθούν τα δικά τους λάθη. Και το παρελθόν των Γκόλντεν θα έρθει να τους συναντήσει, από πολλές οδούς, μα με το ίδιο αποτέλεσμα· κι όταν ο άρχοντας του Οίκου ονομάζεται Νέρων, ξέρεις πως θα έρθει η φωτιά στο τέλος.

Και γύρω τους μια Αμερική, κι ένας κόσμος ολόκληρος, σε πόλωση. Ο Rushdie διαβάζει την προεδρική εκλογή του 2016 με σαφήνεια, ένας Τζόκερ βγαλμένος από τη χειρότερη φαντασίωση κόμικ, εναντίον μιας εναλλακτικής αντιπάλου που αναγκαστήκαμε να την παρουσιάσουμε ως Catwoman, μήπως και η Νέα Υόρκη, κι ένας κόσμος ολόκληρος, δεν γίνουν Gotham City. Ευφυώς δηλώνει ο Rushdie την αδυναμία της φιλελεύθερης κοινωνίας να απαντήσει πειστικά στους Τζόκερ που γιγαντώνονται παντού. Όταν αναγκάζεσαι να βαφτίσεις Catwoman κάποια που έδειξε τα νύχια της σε λάθος τόπους και χρόνους, τότε στρώνεις ροδοπέταλα στον δρόμο των Τζόκερ αυτού του κόσμου. Δεν αρκεί η μάσκα για να είσαι Μισέλ Πφάιφερ, ούτε καν Ανν Χαθαγουέι.

Τρομάζει ο Rushdie με «αυτούς τους άνανδρους καιρούς μας, όπου αρνούμαστε το μεγαλείο του Οικουμενικού και υποστηρίζουμε και εξυμνούμε τους τοπικούς μας Δογματισμούς», αυτούς τους φαύλους καιρούς μας, όπου «κούφιοι, πομπώδεις άνθρωποι για τους οποίους τίποτε δεν απαγορεύεται, αν προάγει τον ευτελή σκοπό τους, ισχυρίζονται πως είναι μεγάλοι ηγέτες και ευεργέτες που ενεργούν για το κοινό καλό, αποκαλώντας όλους όσοι τους αντιτάσσονται ψεύτες, ζηλόφθονους, ανθρωπάκια, βλάκες, στενόμυαλους, και, αντιστρέφοντας εντελώς την αλήθεια, ανέντιμους και διεφθαρμένους». Με δέος παρατηρεί ο Rushdie πως «είμαστε τόσο διαιρεμένοι, τόσο εχθρικοί ο ένας απέναντι στον άλλον, τόσο υποκριτές και αλαζόνες, τόσο βουτηγμένοι στον κυνισμό, που ονομάζουμε τη μεγαλομανία μας ιδεαλισμό». Φωνάζει ο Rushdie μήπως και αφυπνιστούν κάποιοι, για «όλη τη δυσαρέσκεια μιας ξέφρενα διχασμένης χώρας, όπου όλοι πίστευαν πως είχαν δίκιο, πως ο σκοπός τους ήταν δίκαιος, πως ο πόνος τους ήταν μοναδικός […] πως πρέπει να δοθεί επιτέλους προσοχή σ’ αυτούς και μόνο σ’ αυτούς». Αναρωτιέται ο Rushdie «αν είμαστε καθόλου ηθικά όντα ή απλώς άγριοι που ορίζουν τους προσωπικούς φανατισμούς τους ως αναγκαίες ηθικές αρχές, ως τους μοναδικούς τρόπους ύπαρξης». Θλίβεται ο Rushdie που «οι καλύτεροι έχουν χάσει κάθε πίστη και οι χειρότεροι είναι γεμάτοι παθιασμένη ένταση και η αδυναμία των δικαίων αποκαλύπτεται από την οργή των αδίκων». Μελαγχολεί ο Rushdie για εσένα, αναγνώστη, που «ανατράφηκες να πιστεύεις στην ομορφιά της γνώσης» σ’ έναν κόσμο όπου «όλα αυτά, μόρφωση, τέχνη, μουσική, κινηματογράφος, γίνονται λόγος για να είσαι μισητός». Και αγωνιά ο Rushdie για τον ίδιο του τον εαυτό όταν μονολογεί: «Σκέψου τη ζωή σαν μυθιστόρημα, ένα μυθιστόρημα τετρακοσίων σελίδων ας πούμε, και μετά φαντάσου πόσες σελίδες έχει ήδη καλύψει η ιστορία σου».

Δεν μπορείς να μη θαυμάζεις τη μαεστρική πένα του Rushdie, πώς συσσωρεύει θραύσματα της εποχής για να ορθώσει σταδιακά αυτή την ογκώδη μα εύθρυπτη και εύφλεκτη τοιχογραφία του καιρού μας. Πώς σε παρασύρει πότε σε αποκλειστικούς κήπους της πολυτελούς Νέας Υόρκης, πότε σε διεφθαρμένα σοκάκια της Βομβάης, πότε σε δαιμονικές παραδόσεις του Καυκάσου, πότε σε ατέλειωτες κινηματογραφόφιλες μνήμες (από την αναπόφευκτη παρομοίωση του Νέρωνα ως δόκτορα Mabuse μέχρι την επίσης αναπόφευκτη ανάμνηση του «Εξολοθρευτή Άγγελου» του Μπουνιουέλ).

Δεν επανέρχεται μόνο ο Κίπλινγκ πίσω από τη γραφή του Rushdie, είναι εκεί και τόσες άλλες αναφορές του, που, όσο σύγχρονες κι αν μοιάζουν, τόσο αναχρονιστικά αφελείς τις έχουν χρωματίσει οι κυνικοί, βίαια εναλλασσόμενοι καιροί μας: θυμάται ο Rushdie την Winona Ryder για να περιγράψει μία εκ των ηρωίδων του, μια δική του Winona, από τα «Χρόνια της Αθωότητας» μα με διαφορετική πορεία. Και ξαφνικά συνειδητοποιείς πως αυτή η σύγχρονη αναφορικότητα είναι ήδη πεπαλαιωμένη. Ποιος έχει καιρό για λεπτά αισθήματα και κρινολίνα και κομψότητα όταν όλοι βιάζονται να φωνάξουν, να εκραγούν, όταν κανείς δεν επιθυμεί, ή δεν μπορεί να έχει, τον χρόνο για να αναρωτηθεί για την ευτυχία; Αυτή που «γράφεται με λευκή μελάνη σε λευκή σελίδα» που λέει μέσω του Rushdie και ο Henry de Montherland.

[ Εικονογράφηση ]