Μέσα στο ομοιογενές γκρίζο

C
Γιώργος Παππάς

Μέσα στο ομοιογενές γκρίζο

Είμαστε συνομήλικοι με τον Μαξίμ Λέο, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ζούσαμε και οι δυο στην κρίσιμη εφηβεία μας, τις ίδιες ανησυχίες είχαμε: η εποχή που το βλέμμα ενός κοριτσιού μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από έναν παγκόσμιο πόλεμο. Μα είχαμε μια τεράστια διαφορά. Αυτός ζούσε σ’ ένα ασφυκτικό, γερασμένο καθεστώς, σε μια χώρα με σφριγηλή πρόσοψη και ερειπωμένο περιεχόμενο, και απαγορευόταν να μιλά. Εγώ όμως όχι. Εγώ δεν ήμουν πολίτης της Ανατολικής Γερμανίας.

Τα όσα ακολούθησαν μετά την πτώση του Τείχους και του κομουνισμού ο Λέο αισθάνθηκε την ανάγκη να τα ξαναδεί μέσα από τα μάτια των δικών του. Προσπάθησε να εννοήσει το φαινόμενο του τεχνητού κράτους και την ταχεία διάβρωσή του μέσα από τις ιστορίες των γονιών του και των παππούδων του, πολύ περισσότερο που αυτοί όλοι δεν ήταν τίποτε ταπεινοί προλετάριοι. Κι έτσι, στο συνταρακτικό Ψηλά τις Καρδιές που διαβάζεται απνευστί, ο Λέο ανέλυσε τη σύγχρονη ιστορία με ξεκάθαρη ματιά, ενώ ταυτόχρονα παρέδωσε γράμμα αγάπης για τους προγόνους του, όποια κι αν ήταν η ιστορία τους, όποιο κι αν ήταν το παρελθόν τους. Δεν είναι απλά ένα οξυδερκές πολιτικό αφήγημα το Ψηλά τις Καρδιές: είναι και η διαρκής ολόψυχη αναζήτηση της Εστίας.

Θα τον έλεγες και προφυρογέννητο τον Μαξίμ στο καθεστώς της «Λαϊκής Δημοκρατίας». Ο παππούς Γκέρχαρντ υπήρξε κορυφαίο στέλεχος με δαιδαλώδεις θέσεις και σχέσεις (που ο ίδιος ο Λέο ενίοτε αρνείται να πιστέψει ή να εννοήσει): ήρωας της γαλλικής Αντίστασης, θέσεις κατασκοπίας αλλά και διεθνείς, αποδοχή εντός του Κόμματος τέτοια που να του επιτρέπει και κριτική άποψη άνευ κυρώσεων, μα πάνω απ’ όλα η διαπρύσια πίστη στην υπέρτατη αρχή:

Το Κόμμα είναι σαν ένα υπερφυσικό πλάσμα […] πάνω από την κανονική ζωή […] είναι η απόλυτη αλήθεια, η απόλυτη σοφία. […] Το Κόμμα δεν κάνει λάθος ποτέ.

Με τη βαριά αυτή σκιά του Γκέρχαρντ θα μεγαλώσει ο Μαξίμ, αλλά και με την προστασία αυτή. Η μητέρα του Μαξίμ και κόρη του Γκέρχαρντ, η Άννε, θα μάθει να σκέφτεται και να μάχεται, θα νιώσει αγωνίστρια για έναν καλύτερο κόσμο, μέχρι να καταλάβει πού ζει, σε ποιο ψέμα. Θα είναι τυχερή που η θέση του πατέρα της θα τη σώζει τακτικά από μπλεξίματα, θα ψάχνει μέχρι τα γεράματά της λύσεις σε θρησκείες, επιστήμες και επαγγέλματα. Θα γνωρίσει και τον πατέρα του Μαξίμ, τον Βολφ, έναν από αυτή την εκλεκτική γενιά καλλιτεχνών πίσω από το Παραπέτασμα που αμφισβητούσαν από τα αριστερά το ίδιο το καθεστώς, αλλά που το αμφισβητούσαν συχνά εκ του ασφαλούς, χωρίς να διακινδυνεύσουν την καθημερινότητά τους, χωρίς να λερώσουν ιδιαίτερα τη συνείδησή τους ως ανοιχτά συνεργαζόμενοι με τη Στάζι ή το Κόμμα. Άλλωστε, «δεν χρειαζόταν να λυγίσεις ή να πουληθείς, αρκούσε απλώς να συμμετέχεις λιγάκι στο μεγάλο θέατρο του σοσιαλισμού». Είναι ταραγμένη και ανήσυχη η ζωή της Άννε και του Βολφ, έμεινε έτσι και μετά τη γερμανική επανένωση, κληροδότημα μιας ενηλικίωσης με ερωτήματα που δεν έπρεπε να απαντηθούν. Είναι παράξενη και η νιότη του Μαξίμ στις δυο πρώτες, τις Ανατολικές, δεκαετίες του· είναι λιγότερη η προστασία του παππού, είναι και πιο δυσκίνητο το καθεστώς πια:

Οι αμερικάνικες τηλεοπτικές σειρές, οι αφίσες του δυτικογερμανικού Bravo και η υπεροχή του σοσιαλισμού. Με κάποιο τρόπο καταλαβαίναμε πως άλλη ήταν η αλήθεια στο σχολείο και άλλη στην κανονική ζωή. Απλώς έπρεπε ν’ αλλάζεις κανάλι. Όπως στην τηλεόραση.

Ο Λέο πηγαίνει, στα τριάντα του πια, να ξανασυναντήσει τους δικούς του ως συνεντευξιαζόμενους και όχι ως γονείς και παππούδες, να μάθει ιστορίες από την Ανατολική Γερμανία, να εννοήσει γιατί έγινε αυτός που έγινε, ποιος τον έπλασε, ποιες ιδεοληψίες, ποιες σιωπές, ποιες παραχωρήσεις ένεκα της αγάπης, ποιος κόσμος τον περιτριγύρισε.

Τότε πλέον θα συναντήσει και τον άλλο παππού, τον Βέρνερ, τον απόμακρο πατέρα του Βολφ, την άλλη πεμπτουσία της Ανατολικής Γερμανίας, του πολεμιστή με ναζιστική στολή και αργότερα επί μακρόν αιχμάλωτο πολέμου, που επιστρέφει στην Ανατολική Γερμανία για πρακτικούς λόγους: ο Σοβιετικός τομέας ήταν πιο κοντά στη δουλειά του, μα γρήγορα συνειδητοποιεί σε ποιο καθεστώς ζει και προσαρμόζεται. Το ναζιστικό παρελθόν του εξανεμίζεται καθώς αποδεικνύεται υποδειγματικός πολίτης της «Λαϊκής Δημοκρατίας». Σαν μια κολυμβήθρα του Σιλωάμ, σαν μια μαζική παραίσθηση, το κράτος γεννήθηκε, υποσχέθηκε, κι άρχισε να γερνά ραγδαία.

Μα για τους πρεσβύτερους, αυτούς που το έφτιαξαν, όπως οι παππούδες του Λέο, τίποτε δεν άλλαζε:

Δεν μπορούσαν να ξεμασκαρέψουν το μεγάλο όνειρο, να αποκαλύψουν ότι επρόκειτο για ένα μεγάλο ψέμα, γιατί τότε θα ξεσκεπάζονταν και τα ψέματα στα οποία στηριζόταν η ζωή τους.

Ο Λέο αφηγείται ταραγμένες ιστορίες ανήσυχων ανθρώπων· ίσως πάλι να ήταν απλά ανήσυχες οι εποχές της χειραφέτησης και της προσαρμογής των γονιών του. Οι γονείς του, όλη η δεύτερη γενιά της τεχνητής χώρας, του υποσχεθέντος Παραδείσου, δεν γέννησαν την Ανατολική Γερμανία:

Βρέθηκαν στην ονειρεμένη χώρα των πατεράδων τους κι έπρεπε να ονειρευτούν μαζί τους, είτε το ήθελαν είτε όχι. Κι επειδή δεν είχαν να ξεχάσουν ή να κρύψουν κάτι, η πίστη τούς έπεφτε βαριά. Έβλεπαν τη φτώχεια, το ψέμα…

Δεν υπήρξε προσωπική τους υπόθεση ο σοσιαλισμός, ήταν περισσότερο μια οικογενειακή κληρονομιά, ώρες-ώρες δυσβάσταχτη, μα πάντα συναισθηματικά φορτισμένη, ένας ομφάλιος λώρος που σε τρέφει μα που καμιά φορά σε περισφίγγει κιόλας. Πόσο μάλλον αν μιλήσουμε για την τρίτη γενιά, τα εγγόνια των ιδρυτών, την γενιά του Μαξίμ:

Τα εγγόνια […] δεν είχαν καν ενοχές που έδωσαν μια κλοτσιά σε τούτη τη χώρα. Τι έφτασε σ’ εμένα από το μεγάλο όνειρο; Στενόμυαλες απαγορεύσεις, ψοφοδεείς αρχές, και μπλουτζίν που θύμιζαν πουκάμισα της Ελεύθερης Γερμανικής Νεολαίας που τα ’χεις μακρύνει.

Κι αυτή είναι η ουσιαστική παρακαταθήκη του Ψηλά τις Καρδιές, που το κάνει κατάθεση κομβικής ιστορικής αξίας: η σαφής επεξήγηση του πώς γεννήθηκε, είτε ως όνειρο είτε ως άλλοθι είτε ως απλή ιστορική ανοησία, ένα κράτος, πώς έθρεψε τα παιδιά των γεννητόρων του, πώς έκανε εχθρούς τα παιδιά των παιδιών, πώς έσβησε έτσι απλά αφήνοντας πικρίες και χαμένες γενιές και χαμένες ζωές. Κι είναι ακόμη σημαντικότερη αυτή η παρακαταθήκη επειδή είναι ιδωμένη με τα μάτια ενός γιου και εγγονού, και όχι απλά ενός ιστοριογράφου, με τις αφέλειες και τις άτεχνες συγχωρέσεις στο αίμα του, μα με την αγάπη, αυτή που τον κράτησε και τον έπλασε, ακόμη και μέσα στο αποπνικτικό ομοιογενές γκρίζο της Ανατολικής Γερμανίας.

Οφείλουμε ως αναγνώστες ευχαριστώ στις Εκδόσεις Δώμα που στη σειρά τους testimonia προσφέρουν ακόμη ένα μείζον έργο (το Τραγούδι του Χιλμπίλη και το Ηπειρώτικο Μοιρολόι έχουν ήδη προηγηθεί στην καρδιά του γράφοντα). Η ρέουσα μετάφραση της Γιώτας Λαγουδάκου συνεισφέρει στον τρόπο που το Ψηλά τις Καρδιές υποβάλλει τον αναγνώστη.

ΥΓ. Το βιβλίο αλληλοσυμπληρώνεται άριστα με τη θέαση ενός πρόσφατου ντοκιμαντέρ, του The Brasch Family: άλλωστε η οικογένεια Μπρας αναφέρεται στο Ψηλά τις Καρδιές, φίλος και συνομήλικος της Άννε ο Τόμας Μπρας, που γρήγορα αυτομόλησε στη Δύση και έκανε μια σχετική καριέρα ως σκηνοθέτης πριν τον πρόωρο θάνατό του. Πορφυρογέννητος κι αυτός, ο πατέρας Μπρας, στενός φίλος και συνοδοιπόρος του Χόνεκερ, με κορυφαίες κυβερνητικές θέσεις και παιδιά που ποτέ τους δεν εννόησαν αυτό το σαθρό που υπερασπίστηκε. (Αν και η κριτική του προβοκάτορα Τόμας ανήκε στη λογική του Βολφ Λέο, στην κριτική του καθεστώτος ως ανεπαρκώς επαναστατικού…)