Μισοδιαβασμένα βιβλία

C
Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Μισοδιαβασμένα βιβλία

Ορισμένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία δεν τα έχω διαβάσει ολόκληρα. Μπορεί ν’ ακούγεται παράδοξο, και στα δικά μου αυτιά έτσι ακούγεται, είναι αλήθεια όμως. Κάθε φορά που καταπιάνομαι με τη σύνταξη της λίστας με τα πιο αγαπημένα μου βιβλία (διαδικασία που μου παίρνει περισσότερο χρόνο απ’ όσο είμαι πρόθυμος να παραδεχτώ), ανακαλύπτω με συντριβή ότι μεταξύ αυτών βρίσκονται πάντα κάμποσα που δεν τα έχω διαβάσει μέχρι την τελευταία τους σελίδα — όχι τα ίδια κάθε φορά, αφού, ως γνωστόν, βασική ιδιότητα αυτών των καταλόγων είναι η διαρκής μεταβολή του περιεχομένου τους. Αν εξαιρέσεις, συγκεκριμένα, την «Ιλιάδα» και τον «Δον Κιχώτη», τον «Τρίστραμ Σάντι» και τα ποιήματα του Ελύτη, το «Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης» του Σταματάκου και τον «Τομ Σόγερ», και λίγα ακόμα, δεν θα βρεις πολλά βιβλία που να εμφανίζονται σταθερά σε αυτές τις λίστες που εμμονικά κάθε τρεις και λίγο συντάσσω.

Αντιθέτως, κάθε τόσο εμφανίζεται το «Αλεξανδρινό κουαρτέτο» του Λόρενς Ντάρελ, το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ, το «Μετά τη Βαβέλ» του Τζορτζ Στάινερ, τα διηγήματα του Τσέχωφ και του Παπαδιαμάντη, οι «Μεγάλες προσδοκίες» του Ντίκενς και η «Μυστηριώδης νήσος» του Ιουλίου Βερν, οι «Άγριοι ντετέκτιβ» του Μπολάνιο, ο «Δούναβης» του Κλαούντιο Μάγκρις, η «Ιστορία αγάπης και σκότους» του Άμος Οζ και άλλα. Κι αν ξεχωρίζω αυτά τα βιβλία από τα υπόλοιπα αγαπημένα μου, είναι επειδή κανένα από αυτά δεν το έχω διαβάσει ολόκληρο. Όπως μέχρι πρόσφατα δεν είχα διαβάσει ολόκληρο ένα ακόμη αγαπημένο μου βιβλίο, το «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ, ενώ τώρα δα ξαναέπιασα από την αρχή, για να το τελειώσω αυτή τη φορά, την εξαιρετικά απολαυστική και ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία του Στέφαν Τσβάιχ «Ο κόσμος τού χθες».

Δύο είναι, νομίζω, τα κύρια ερωτήματα που ανακύπτουν μετά από μια τέτοια ομολογία — ομολογία την οποία, οφείλω να το παραδεχτώ έστω παρενθετικά, δύσκολα κι εγώ ο ίδιος θα αποτολμούσα λίγα χρόνια νωρίτερα, καθώς υπάρχει ένας άγραφος νόμος μεταξύ των συστηματικών αναγνωστών που απαγορεύει οποιαδήποτε νύξη σε μη διαβασμένα βιβλία. Αν θέλεις να λέγεσαι πραγματικός αναγνώστης, υπαινίσσεται ο εν λόγω κανόνας, οφείλεις να έχεις διαβάσει κάθε κλασικό βιβλίο που υπάρχει, κάθε βιβλίο που συζητιέται ευρέως και κάμποσα βιβλία που ελάχιστοι μόνο εκτός από εσένα τα γνωρίζουν. Όπως και να ’χει, οφείλεις να μιλάς ή να σιωπάς σαν να έχεις διαβάσει τα πάντα. Νομίζω όμως πως, με αρκετά πια διαβασμένα βιβλία στο ενεργητικό μου, μπορώ χωρίς τον φόβο της διαπόμπευσης να μιλήσω και για τα μισοδιαβασμένα μου αγαπημένα.

Η πρώτη απορία που διατυπώνεται συνήθως μετά από μια τέτοια δήλωση είναι πώς είναι δυνατόν να περιλαμβάνεται στα αγαπημένα σου ένα βιβλίο πριν ακόμα το τελειώσεις, ώστε να έχεις τη δυνατότητα να σχηματίσεις μια ολοκληρωμένη και, κατά το δυνατόν, οριστική εικόνα γι’ αυτό. Μα, αν έστω ένα πράγμα τελεσίδικα μας έδειξε ο 20ός αιώνας, είναι πως δεν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα για να δούμε τι θα γίνει στο τέλος. Πολύ λίγη σημασία έχει πια η τύχη του ήρωα (αν υπάρχει τέτοιος), η λύση του δράματος (αν υφίσταται δράμα), ακόμα και η λύση του αστυνομικού μυστηρίου — ο κινηματογράφος έχει αναλάβει εδώ και καιρό την υποχρέωση αυτή, και την έχει, νομίζω, και αυτός πλέον ξεπεράσει. Εμείς διαβάζουμε για την απόλαυση της ανάγνωσης, διαβάζουμε για τις αναλογίες που ανακαλύπτουμε μέσα μας, για τη μαγεία της φράσης και το βάθος του στοχασμού. Διαβάζουμε γυρεύοντας έναν τόπο να ζήσουμε. Διαβάζουμε γιατί κάθε επόμενη φράση, κάθε επόμενη παράγραφος, είναι ένα άλμα στο κενό ή ένα βύθισμα στην ουτοπία που διακαώς νοσταλγούμε. Το «Βιβλίο της ανησυχίας» του Πεσσόα, το «Ζωή: Οδηγίες χρήσεως» του Περέκ, η «Δίκη» του Κάφκα, το «Μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν, το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν, θα μπορούσαν να μην τελειώνουν ποτέ. Γιατί έτσι διαβάζουμε τα βιβλία που αγαπάμε: σαν να μην τελειώνουν ποτέ.

Μα, έρχεται η επόμενη εύλογη απορία, πώς γίνεται να παρατάς μισοδιαβασμένο ένα βιβλίο που σου αρέσει τόσο πολύ; Η αλήθεια είναι, βέβαια, πως δεν μιλάω εδώ για βιβλία που απλώς μου αρέσουν τόσο πολύ. Μιλάω για βιβλία που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα μέσα μας, που λέει και ο Κάφκα (ο οποίος έχει γράψει δυο-τρία απ’ αυτά). Για βιβλία που έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τη ζωή του αναγνώστη τους. Το έχουμε ζήσει οι περισσότεροι στα χρόνια της εφηβείας μας· έτσι γίναμε αυτό που είμαστε. Το ξαναζήσαμε, ίσως, και αργότερα μια-δυο φορές. Κι αν δεν αλλάξαμε τη ζωή μας εξαιτίας ενός βιβλίου, άλλαξε όμως ο τρόπος που βλέπουμε τη ζωή ή ο τρόπος που βλέπουμε τις γυναίκες, ο τρόπος που ξυπνάμε το πρωί, ο τρόπος που διαβάζουμε τα υπόλοιπα βιβλία μας, ο τρόπος που ντυνόμαστε. Όπως και να ’χει, δεν είμαστε πάντα έτοιμοι να αναλάβουμε το ρίσκο μιας τέτοιας, μικρής ή μεγάλης, μεταμόρφωσης, να αντέξουμε σε τόσο υψηλή θερμοκρασία, να ζήσουμε για καιρό με τόση ένταση όση απαιτεί, φέρ’ ειπείν, το «Κάτω από το ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρι. Τότε το αφήνουμε στην άκρη και πιάνουμε ένα άλλο μυθιστόρημα ή δοκίμιο ή ποιητική συλλογή. Όπερ έδει δείξαι.

Άσε που έτσι έχουμε πάντα στην άκρη, για ώρα ανάγκης, κάμποσα αγαπημένα μας βιβλία. Κι αυτό, όσο να πεις, είναι μια παρηγοριά. Άσε επίσης που για ορισμένα βιβλία δεν είμαστε πάντα έτοιμοι, ακόμη κι αν αναγνωρίζουμε την αξία τους, ακόμη κι αν έχουμε ήδη γευτεί την απόλαυση που μπορούν να μας προσφέρουν. Έτσι, ενώ έχω διαβάσει δύο φορές τον «Οδυσσέα», έχω μισοδιαβασμένο το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Κι όμως είμαι σχεδόν βέβαιος πως στο μέλλον ο Προυστ θα έχει τελικά ισχυρότερη επίδραση στη ζωή μου απ’ ό,τι ο Τζέιμς Τζόις.

Στο μέλλον όμως, όχι ακόμα. Γιατί τα παρατημένα στη μέση αγαπημένα μας βιβλία έχουν κι αυτή την ιδιότητα: σχεδιάζουν για μας ένα μέλλον που θέλουμε να το ζήσουμε.