Ο γύρος του θανάτου

P
Γιάννης Κοτσιφός

Ο γύρος του θανάτου

ΚΑΡΤΑ ΕΠΙΒΙΒΑΣΗΣ.—Έχω αποβιβαστεί στον σταθμό του Wuerzburg, έχω ανεβεί δεκάδες φορές τη σκάλα προς την αίθουσα αναχωρήσεων στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών, το Μόναχο είναι ο τόπος που θα έχω συνδεδεμένο πάντα με τον μήνα Δεκέμβριο, από το αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης εκκινεί ένα ανθεκτικό νήμα επαγγελματικής ιστορίας, και αυτά βεβαίως είναι ελάχιστα, ασήμαντα μπρος στους πολλαπλάσιους δεσμούς που διατηρούν αναρίθμητοι άλλοι με αυτούς και άλλους τόπους, δεσμούς στους οποίους προστέθηκε εσχάτως το νεύμα αναγνώρισης με τον θάνατο. Νεύμα που η έντασή του ανέκαθεν είχε να κάνει με το περιβάλλον στο οποίο αυτό εκδηλώνεται, με την οικειότητά μας όχι με αυτόν που το απευθύνει (συχνότατα αόρατος ο ίδιος, άλλωστε), αλλά με ό,τι συγκροτεί έναν προσωρινό σύνδεσμό του με τους αποδέκτες του. Σήμερα εδώ, αύριο εκεί, ένα περιφερόμενο βαρέλι εντός του οποίου εκτελείται τελετουργικά κάθε βράδυ ο γύρος του θανάτου, κι ο αναβάτης σκαρφαλώνει ώς το χείλος του με βλέφαρα μισόκλειστα και τα χέρια στην ανάταση, νιώθεις τους τροχούς να πιέζουν την άλλη πλευρά του ξύλου στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου έχεις ακουμπισμένες τις παλάμες σου, και στη δεύτερη κιόλας περιστροφή δεν τις τραβάς ενστικτωδώς, πιστοποιεί η επαφή τους με το ξύλο την αποδοχή της σύμβασης ότι μέσα σ’ αυτό το βαρέλι κάθε πλευρά έχει επίγνωση του ρόλου και των ορίων της, ότι είναι ο κοινός τόπος που καθιστά εφικτό τον εκατέρωθεν παραλογισμό: ο αναβάτης θα περιστρέφεται υποσχόμενος πως οι τροχοί της μηχανής δεν θα εκτραπούν από τα αόρατα σημάδια πάνω στις σανίδες, και οι θεατές θα ακολουθούν με το βλέμμα τις διαδοχικές σπείρες, πεπεισμένοι ότι αυτό που εντέλει θα δικαιωθεί είναι η υπόσχεση του ακροβάτη και όχι ο φόβος που ιδρώνει τις ακουμπισμένες στο ξύλο παλάμες. Ο κοινός τόπος των αντιδράσεων που συσσωρεύονται στη δημόσια σφαίρα ύστερα από κάθε χτύπημα όπως τα πρόσφατα στη Νίκαια ή στο Μόναχο είναι η συνθηματολογική άρνηση της πραγματικότητας («Δεν θα μας φοβίσουν», «Δεν θα περάσει ο τρόμος») και η παρακίνηση με τόνο προπονητή που μιλά στην ομάδα του μέσα στα αποδυτήρια: «Δεν σταματάμε, συνεχίζουμε την καθημερινότητά μας». Σχήματα πέρα για πέρα απατηλά και τα δύο. Κανένας δεν επιστρέφει συνειδητά σε αγαπημένους τόπους του αγνοώντας τις αλλαγές τους, κανένας δεν προσποιείται ότι δεν βλέπει τη στρωμάτωση του τρόμου που προστέθηκε στα χαρακτηριστικά τους. Στο Μόναχο, στη Νίκαια, στις Βρυξέλλες, θα επιστρέφουμε εφεξής όχι ως αμέριμνοι, ασυλλόγιστοι και ατρόμητοι ταξιδιώτες, μα ακουμπώντας τις παλάμες μας στην επιφάνεια των πόλεων (αυτών και όσων θα προστεθούν στον κατάλογο) ακριβώς στο σημείο που από την άλλη της πλευρά πέρασαν οι τροχοί του τρόμου και ελπίζοντας πως η παράδοξη σύμβαση της συνάντησής μας μαζί τους θα τηρηθεί. Είναι άλλωστε εξίσου παράδοξη με τη χαμένη πίστη μας ότι τίποτε κακό δεν θα συνέβαινε ποτέ σε οικείους τόπους.