Ο νόμος του θύματος

L
Ρωμανός Γεροδήμος

Ο νόμος του θύματος

Με αφορμή τη συζήτηση για την αυτοάμυνα και την αυτοδικία (δύο διαφορετικά ζητήματα, που όμως συχνά συγχέονται), η οποία άνοιξε λόγω της υπόθεσης του 88χρονου που πυροβόλησε τους ληστές μέσα στο σπίτι του στη Γλυφάδα, θυμήθηκα τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 1988. Σε ένα από τα προεκλογικά ντιμπέιτ, ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Μάικλ Δουκάκης ρωτήθηκε εάν θα υποστήριζε τη θανατική ποινή σε περίπτωση που κάποιος βίαζε και σκότωνε τη σύζυγό του, Κίτι. Η ψύχραιμη, πολιτισμένη, και βασισμένη σε λογικά επιχειρήματα απάντησή του –όπως και ολόκληρη η καμπάνια του– διδάσκεται στα σεμινάρια πολιτικής επικοινωνίας για το τι να μην κάνεις σε μία προεκλογική εκστρατεία. Ο Δουκάκης είπε ότι ήταν πάντοτε κατά της θανατικής ποινής γιατί, όπως δείχνουν και επιστημονικές μελέτες, δεν έχει αποτρεπτική ισχύ. Προσέθεσε ότι υπάρχουν άλλοι, καλύτεροι τρόποι αντιμετώπισης της εγκληματικής βίας, τους οποίους εφάρμοσε ως κυβερνήτης της Μασαχουσέτης και που οδήγησαν την Πολιτεία στη μεγαλύτερη πτώση της εγκληματικότητας στις ΗΠΑ.

Ο Δουκάκης είναι ένας τίμιος, μετριοπαθής πολιτικός που παρέμεινε πιστός στις αρχές του και πλήρωσε το τίμημα απέναντι σε μία ρεπουμπλικανική καμπάνια σκληρή και αρνητική, πλην ρεαλιστική και αποτελεσματική. Η προεκλογική εκστρατεία του 1988 ήταν ο προάγγελος μιας νέας εποχής στην πολιτική και στην πολιτική επικοινωνία· μία εποχή στην οποία κυριαρχούν το συναίσθημα (ειδικά το δίπολο φόβος/ελπίδα), οι προσωπικές επιθέσεις, η αρνητική διαφήμιση, και στην οποία το εξαντλητικό ξεσκόνισμα του παρελθόντος των υποψηφίων λειτουργεί –ή μάλλον λειτουργούσε μέχρι πρόσφατα– σαν φίλτρο και σαν φόβητρο. (Ενδεχομένως η απάθεια των ψηφοφόρων σε σχέση με το παρελθόν του Ντόναλντ Τραμπ να σηματοδοτεί μία νέα μετάβαση σε μια εποχή όπου μεγαλύτερη σημασία θα έχει η διαχείριση του θυμικού στο παρόν από την πορεία κάποιου στο παρελθόν).

Πώς θα μπορούσε να είχε απαντήσει ο Δουκάκης χωρίς να προδώσει τις αρχές του; Την απάντηση δίνει ο σεναριογράφος Άαρον Σόρκιν –ο Σαίξπηρ του 20ού και 21ου αιώνα– σε ένα επεισόδιο της 4ης σεζόν της Δυτικής Πτέρυγας, του κορυφαίου «εγχειριδίου» πολιτικής φιλοσοφίας, ηθικής και επικοινωνίας. Στο επεισόδιο αυτό, ο Τόμπι –Διευθυντής Επικοινωνίας του Λευκού Οίκου– προετοιμάζει τον Πρόεδρο Μπάρτλετ για το ντιμπέιτ και απαντά μόνος του την αντίστοιχη ερώτηση – εάν θα υποστήριζε τη θανατική ποινή σε περίπτωση που κάποιος βίαζε και σκότωνε την κόρη του:

«Ναι, θα σας άρεσε να τον δείτε να εκτελείται. Ναι, θα σας άρεσε να είναι [η εκτέλεση] βασανιστική και ασυνήθιστη. Ακριβώς γι’ αυτό είναι καλή ιδέα που οι γονείς των θυμάτων δολοφονίας δεν έχουν νομικό λόγο σε αυτές τις περιπτώσεις» [West Wing, 4.6, ‘Game On’].

Η διάκριση που κάνει εδώ ο Σόρκιν ανάμεσα στα θύματα του εγκλήματος και στο νομικό σύστημα είναι εξαιρετικά σημαντική – και είναι μία διάκριση που διαβρώνεται σταθερά στις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης τα τελευταία χρόνια. Η σταδιακή ανάδειξη των ιστοριών και των απόψεων των θυμάτων και των οικογενειών τους ξεκίνησε από τον κίτρινο Τύπο και τις φτηνές εκπομπές της τηλεόρασης γιατί πουλούσε, αφού απευθύνεται στα πιο πρωτόγονα ανθρώπινα ένστικτα. Η πιο πρόσφατη συστημική ανάμειξη θυμάτων και οικογενειών στη νομική και σωφρονιστική διαχείριση ατόμων που έχουν καταδικαστεί για σεξουαλικά εγκλήματα θεσμοποιεί την τάση αυτή. Τέτοιες περιπτώσεις είναι, π.χ., η ενημέρωση των κατοίκων μιας περιοχής για το ότι ένας γείτονας έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου – όταν αυτός έχει ήδη εκτίσει την ποινή του, έχει αποφυλακιστεί και προσπαθεί να επανενταχθεί· ή η εμπλοκή των θυμάτων στη σημερινή ανατροπή της αποφυλάκισης του καταδικασμένου για βιασμό Τζον Γουόρμποϊς.

Οι θεμελιώδεις αρχές και πρακτικές του σύγχρονου κράτους δικαίου –το τεκμήριο της αθωότητας, η επιείκεια, ο σωφρονισμός αντί της εκδίκησης, η απαγόρευση της αυτοδικίας, η εκστρατεία κατά των βασανιστηρίων, η κατάργηση της θανατικής ποινής κ.ο.κ.– είναι αποτέλεσμα ηθικής και φιλοσοφικής ωρίμανσης αιώνων. Θέτοντας όρια και εμπόδια στην ανάγκη του οργισμένου πλήθους για εκδίκηση, προτάσσουν την αυθύπαρκτη αξία της ανθρώπινης ζωής (και της ζωής του θύτη), την εξάλειψη των βαθύτερων αιτίων της παραβατικής συμπεριφοράς και την επανένταξη του θύτη στην κοινωνία. Προστατεύουν τον θύτη θέτοντάς τον υπό την επίβλεψη του νομικού συστήματος και των κρατικών δομών, αλλά ταυτόχρονα –μακροπρόθεσμα– προστατεύουν την κοινωνία από το να μετατραπεί σε μία ζούγκλα αυτοδικίας και αέναων κύκλων εκδίκησης.

Όλα αυτά βέβαια προϋποθέτουν ότι το ίδιο νομικό σύστημα, οι ίδιες κρατικές Αρχές που προστατεύουν τα δικαιώματα και την ανθρώπινη μεταχείριση του θύτη, ταυτόχρονα προστατεύουν αποτελεσματικά και τον πολίτη· προϋποθέτουν δηλαδή ότι οι Αρχές είναι ικανές και πρόθυμες να επιβάλουν την τάξη και να εφαρμόσουν τον νόμο. Όταν ο φόβος μεταφέρεται από τον εν-δυνάμει εγκληματία στο εν-δυνάμει θύμα, όταν η εγκληματικότητα καλπάζει, όταν υπάρχει ένα περιβάλλον διάχυτης ανομίας και ο μέσος πολίτης νιώθει συνεχώς φόβο μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τότε το επιχείρημα ότι οι πολίτες ή τα θύματα δεν έχουν λόγο στην εφαρμογή του νόμου γίνεται πιο αδύναμο. Τότε το σύστημα καταλήγει να προστατεύει τον θύτη περισσότερο από το θύμα. Οι θεμελιώδεις αρχές του ανθρωπισμού που βασίζονται στον Διαφωτισμό και στη μεταπολεμική ανάπτυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ωραίες στη θεωρία, αλλά προϋποθέτουν και αντίστοιχο πλαίσιο εφαρμογής.

Κάπως έτσι ίσως εξηγείται το σχεδόν ασύλληπτο εύρημα της πρόσφατης μεγάλης έρευνας της διαΝΕΟσις σύμφωνα με την οποία ένας στους δύο Έλληνες (49,8%) υποστηρίζει την επαναφορά της θανατικής ποινής. Όταν πρωτοείδα την έρευνα πριν λίγες ημέρες, ένιωσα ότι πλέον δεν αναγνωρίζω την κοινωνία αυτή· ότι μάλλον πρόκειται για μία άλλη χώρα. Όταν όμως όλοι σε αντιμετωπίζουν σαν θύμα, κι όταν εσύ αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου συνεχώς σαν θύμα, και όταν οι αντικειμενικές συνθήκες αρχίζουν να σε μετατρέπουν σε θύμα, τότε είναι απολύτως λογικό να αρχίσεις να σκέφτεσαι και να λειτουργείς σαν θύμα. Και η λογική του θύματος απαιτεί παραδειγματική τιμωρία κάποιων, οποιωνδήποτε ενόχων· απαιτεί εκδίκηση και αίμα.

Η αλήθεια είναι ότι, σκεπτόμενος ως εν δυνάμει θύμα, εάν κάποιος μου επιτιθόταν σωματικά ή έμπαινε παράνομα στο σπίτι μου, δεν θα δίσταζα να αμυνθώ (δηλαδή να τον εξουδετερώσω) με οποιονδήποτε τρόπο – για την ακρίβεια, με τον πιο θανατηφόρο διαθέσιμο τρόπο, χωρίς να κάτσω να διερευνήσω τις προθέσεις του· ειδικά τη στιγμή που οι αστυνομικές Αρχές τόσο στο Λονδίνο όσο και στην Αθήνα –για μία σειρά από οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς και πρακτικούς λόγους– αδυνατούν να πατάξουν τη βίαιη εγκληματικότητα και να δημιουργήσουν ασφαλείς πόλεις. Και θα έπρεπε να υπάρχει ισχυρό αντικίνητρο που να σταματά τις διαρρήξεις, τις κλοπές, τις επιθέσεις.

Όπως όμως θα έλεγε και ο Τόμπι, είναι μάλλον καλή ιδέα που εγώ δεν έχω νομικό λόγο σε αυτό το θέμα, γιατί αναγνωρίζω ότι οι προσωπικές εμπειρίες τού κάθε θύματος, ή εν δυνάμει θύματος, δεν είναι απαραιτήτως ο σωστός γνώμονας χάραξης μακροπρόθεσμης στρατηγικής για την πάταξη της εγκληματικότητας και διατήρησης της τάξης και της ασφάλειας. Σωστός γνώμονας είναι η πολιτική βούληση για πάταξη της εγκληματικότητας, η παροχή στις αστυνομικές και δικαστικές Αρχές όλων των απαραίτητων μέσων για την τήρηση της τάξης και την εφαρμογή του υπάρχοντος νόμου, και η μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της παραβατικής συμπεριφοράς, όπως για παράδειγμα η εξάρθρωση ομάδων οργανωμένου εγκλήματος. Μπορεί αυτό να μην ικανοποιεί τα προσωπικά μου ένστικτα ως (εν δυνάμει) θύμα, αλλά διασφαλίζει τη συνθήκη ότι η ελληνική κοινωνία δεν θα μετατραπεί σε άναρχη ζούγκλα, όπου θα ηγεμονεύει η ισχύς των όπλων.

Το διάχυτο αίσθημα ανασφάλειας της ελληνικής κοινωνίας –σε συνδυασμό με το αίσθημα ταπείνωσης εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και ευρύτερα θέματα ταυτοτικής σύγχυσης των δυτικών κοινωνιών– δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που καθορίζει και θα καθορίζει την πολιτική ατζέντα. Η αντιμετώπισή του δεν απαιτεί μόνο προσεκτική επικοινωνιακή και συναισθηματική διαχείριση, αλλά και επί της ουσίας επαναφορά της τάξης και του κράτους δικαίου. Εάν θέλουμε οι μελλοντικές έρευνες να δείχνουν μια Ελλάδα που αντιμετωπίζει την παραβατικότητα με αυτοπεποίθηση, ενσυναίσθηση και ωριμότητα, τότε πρέπει να σταματήσουμε να απευθυνόμαστε στους πολίτες σαν σε θύματα και να διασφαλίσουμε ταυτόχρονα ότι δεν τους μετατρέπουν οι συνθήκες σε θύματα.

[ Εικονογράφηση: Bernardino Mei, Αλληγορία Δικαιοσύνης, 1656 ].