Οι χαμένοι [S01E02]

P
Βασίλης Βαμβακάς

Οι χαμένοι [S01E02]

Απογοητευμένος από τη μάταιη αναζήτηση μιας τηλεκάρτας, ο Β.Β. κατευθύνθηκε προς το καφέ του αεροδρομίου, όπου μια επιτοίχια τηλεόραση έπαιζε χωρίς φωνή. Η χρήση της τηλεόρασης δίκην ταπετσαρίας, αυτό το σταθερό εδώ και χρόνια picture και soundtrack των χώρων μαζικής εστίασης ή συνάθροισης, ήταν ένα από τα θέματα που ήθελε να μελετήσει. Τώρα όμως, το ενδιαφέρον γι’ αυτόν ζήτημα έρευνας ήταν αιτία έξτρα εκνευρισμού, αφού δεν μπορούσε να ακούσει το δελτίο ειδήσεων που έβλεπε στην οθόνη. Κάποιος φώναξε στον «καφετζή» να τη δυναμώσει, αλλά αυτός απάντησε ότι το ηχείο έχει χαλάσει.

Η εικόνα του πρωθυπουργού στο δελτίο να δίνει διάγγελμα σκυθρωπός σε σκοτεινό φόντο δεν προοιώνιζε κανένα θετικό μήνυμα. Δεν κοιτούσε στο φακό, αλλά χαμηλά — τα λόγια που κατά πάσα πιθανότητα ήταν γραμμένα μπροστά του στο autocue. Το μόνο που αποσαφήνιζε τη μελαγχολική εικόνα ήταν το σουπεράκι που περνούσε διαρκώς στο κάτω μέρος της οθόνης:

Ο πρωθυπουργός στο μεταμεσονύχτιο διάγγελμά του τόνισε: «Προσπαθήσαμε όσο μπορούσαμε, συμφωνήσαμε με πράγματα που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την ιδεολογία μας, σεβαστήκαμε τους εταίρους και τις υπογραφές μας, όμως ο νέος εκβιασμός δεν μπορεί να γίνει αποδεχτός. Ήρθε η ώρα του ελληνικού λαού να αποφασίσει εάν επιθυμεί να ζει εκβιαζόμενος από μία ανάλγητη ΕΕ ή εάν θα ζήσει αυτόνομος και αξιοπρεπής. Αυτή τη φορά, το ερώτημα είναι ναι ή όχι στην ΕΕ της λιτότητας και της εξαθλίωσης. Είμαι βέβαιος για τη γενναία απάντηση που θα δώσετε ο καθένας και η καθεμία από εσάς ξεχωριστά, για άλλη μία φορά».

Should Ι stay or should Ι go? σκέφτηκε ο Β.Β. Οι στίχοι του αγαπημένου από την εφηβεία του τραγουδιού —του ερωτήματος, δηλαδή, που πάντα τον βασάνιζε— έμπαιναν σε δημοψήφισμα. Όμως δεν ήταν η ώρα για τις άσχετες διακειμενικές διασυνδέσεις στις οποίες συνέχεια επιδιδόταν το μυαλό του. Η κατάσταση έβγαινε, ή μάλλον είχε ήδη προφανώς βγει, από κάθε έλεγχο. Η ανησυχία μάλιστα έγινε πανικός όταν το τελευταίο πλάνο του διαγγέλματος ζούμαρε στον πρωθυπουργό, που έβγαλε την ποσέτ από το τσεπάκι του σακακιού του για να σκουπίσει τα δακρυσμένα του μάτια. Ο καφετζής άλλαξε κανάλι και ο Β.Β. αντίκρισε τον μισητό του δημοσιογράφο Γ.Π. να μιλά για τον αριθμό των αυτοκτονιών της τελευταίας πενταετίας. Έπρεπε να επικοινωνήσει με κάθε τρόπο με την οικογένειά του. Με κάθε τρόπο.

Ξαναγύρισε στο σημείο όπου είχαν μαζευτεί για ενημέρωση οι επιβάτες της πτήσης του, με σκοπό να αναζητήσει περισσότερες πληροφορίες. Όμως η σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια του τον κοκάλωσε. Ο ευτραφής «υπεύθυνος» του αεροδρομίου στεκόταν αμήχανα στο κέντρο της αίθουσας φορώντας μόνο το μποξεράκι του, στο οποίο απεικονιζόταν πολλαπλά ο Ντάφι Ντακ. Ο κόσμος γύρω του είχε απομακρυνθεί ήσυχα, εκτός από ορισμένους που κρατούσαν τα ρούχα του και έναν μεσήλικα κύριο, ιδιαίτερα αγριεμένο, που του φώναζε:

«Δεν ήθελες να ιδιωτικοποιηθούν τα αεροδρόμια, καραγκιόζη, ε καραγκιόζη!»

Όχι: αυτή τη φορά, ο Β.Β. δεν έκανε τον συσχετισμό μεταξύ Ντάφι Ντακ και Καραγκιόζη, όπως θα περίμενε κι ο ίδιος. Τώρα, του ήρθε στο μυαλό η μακρινή σκηνή των αρχών της δεκαετίας του ’90, όταν οι σκληροπυρηνικοί συνδικαλιστές των αστικών συγκοινωνιών είχαν υποχρεώσει βίαια σε στριπτίζ υποψήφιους αγοραστές-οδηγούς των λεωφορείων. Η εκδίκηση του νεοφιλελευθερισμού, σκέφτηκε και έτρεξε να απομακρυνθεί από τον χώρο του εγκλήματος.

Αναζητώντας τρόπο διαφυγής από το αεροδρόμιο, ο Β.Β. ρώτησε μία νεαρή κοπέλα που συνάντησε στον δρόμο του για το κατά πού έπρεπε να κινηθεί προκειμένου να βγει στην εθνική οδό. Εκείνη, αντί να του απαντήσει, τον ρώτησε:

«Κύριε Β.Β., τι κάνετε, είστε καλά;»

Στα παράξενα που είχαν μεσολαβήσει, προστέθηκε και αυτή η άμεση αναγνώριση — λες και ήταν σελέμπριτι.

Η μελαχρινή κοπέλα, που πλέον ο Β.Β. άρχισε να παρατηρεί καλύτερα για το εντυπωσιακό ύψος της και το ελαφρώς άχαρο χαμόγελό της, συνέχισε:

«Δεν θυμάστε; Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, η εργασία μου για τα “X-Files” και τις θεωρίες συνωμοσίας;…»

Ο Β.Β. δεν μπορούσε να θυμηθεί καλά το πρόσωπο που είχε απέναντί του.

«Έχει περάσει και μία δεκαετία…» μονολόγησε. «Όμως διάβασα ότι τα “X-Files” θα ξαναβγούν εφέτος», πέταξε για να κερδίσει χρόνο, μήπως και θυμηθεί το όνομα στο μεταξύ.

Η κοπέλα γέλασε και επέστρεψε στο αρχικό της ερώτημα, λέγοντας ότι και η ίδια δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να φύγει και ότι το τελευταίο ταξί είχε μόλις αναχωρήσει από το αεροδρόμιο, γεμάτο κόσμο. Επίσης είχε μάθει ότι λίγο παρακάτω έκανε στάση το λεωφορείο που πήγαινε στην πόλη.

Βαδίζοντας παρέα προς τον κεντρικό δρόμο μέσα στην πυκνή ομίχλη που ήταν απλωμένη γύρω από το αεροδρόμιο, ο Β.Β. έμαθε ότι η «παλιά φοιτήτριά» του δεν είχε καταφέρει να βρει κάτι που να την ενδιέφερε με βάση το πτυχίο της και εντέλει σπούδασε νομική με κατατακτήριες. Τώρα ήταν ασκούμενη δικηγόρος σε μια δικηγορική εταιρεία στη Θεσσαλονίκη. Ο Β.Β. επιβράβευσε την πορεία της, αλλά δεν μπόρεσε να κρατηθεί να μην πετάξει τη σπόντα:

«Βέβαια και η δικηγορία περνά κρίση, εκτός κι αν έχεις μπάρμπα…»

Πάντα τον εκνεύριζε το όνειρο των φοιτητών του να μεταπηδήσουν από τις κοινωνικές επιστήμες στην περιβόητη νομική και στο επάγγελμα που ουσιαστικά αποτελούσε προσδοκία των γονέων τους, πόσο δε μάλλον εν καιρώ κρίσης, κι ας μην υπήρχε καμία επαγγελματική προοπτική ούτε εκεί.

Προτού η κοπέλα προλάβει να απαντήσει πως της άρεσε το ποινικό κομμάτι και ότι συχνά έκανε ταξίδια στην Αθήνα (μιας και έχει βαρεθεί τη Θεσσαλονίκη), η μεταξύ τους κουβέντα διακόπηκε από μια περίεργη κόρνα, σαν μουγκανητό αγελάδας. Είχαν φτάσει κοντά στη στάση του λεωφορείου, και, μέσα από το θολό σύννεφο που τους τύλιγε, ένα αμάξι είχε εμφανιστεί. Ένα κόκκινο παλιό Datsun πλησίασε προς το μέρος τους. Μία τετραμελής οικογένεια Τσιγγάνων καθόταν στα μπροστινά καθίσματα — τα δύο παιδιά ανάμεσα στους μεγάλους. Η γυναίκα στο παράθυρο τους απευθύνθηκε:

«Πενήντα ευρώπουλα για Θεσσαλονίκη. Θέλει;»

Μετά από μία μικρή παύση, αποφάσισαν να το τολμήσουν και, δίνοντας πενήντα ευρώ έκαστος, ανέβηκαν στην καρότσα του Datsun.

Εκεί, συνάντησαν και άλλους συνταξιδιώτες. O ένας ήταν ο «φουσκωτός χίπστερ» που διαμαρτυρόταν για τα ΚΤΕΛ των προσφύγων· ο άλλος ήταν ο μουσικός (μάλλον πανεπιστημιακός, κατά τον Β.Β.) που είχε προαναγγείλει τις περίεργες πολιτικές εξελίξεις. Μαζί τους κάθονταν άλλοι δύο επιβάτες: ένας μικροκαμωμένος εξηντάρης με μεγάλο νύχι στο μικρό δάχτυλο, μουστακάκι και εντυπωσιακά καλυμμένη καράφλα με το γνωστό σύστημα-γέφυρα από τον ένα κρόταφο στον άλλο, και μία σαραντάρα κυρία πολύ καλοβαλμένη, με καφέ τσάντα Luis Vuitton, γόβες και εντυπωσιακή λαχανί καμπαρντίνα. Με κάπως νωθρό και καχύποπτο τρόπο, οι τέσσερις επιβάτες της καρότσας έκαναν χώρο για να χωρέσουν ο Β.Β. και η κοπέλα.

Το αυτοκίνητο ξεκίνησε τρίζοντας και αγκομαχώντας. Η ταχύτητά του δεν πρέπει να ξεπερνούσε τα είκοσι χιλιόμετρα την ώρα. Ένα ψιλόβροχο άρχισε να δροσίζει τα πρόσωπα τους. O φουσκωτός χίπστερ άρχισε να βρίζει την Παναχαϊκή του, ο μουσικός προσπάθησε να προστατέψει το μουσικό όργανό του με ένα νάιλον που βρήκε στην καρότσα, η παλιά φοιτήτρια φόρεσε την κουκούλα της φόρμας της, η καλοντυμένη κυρία επιχείρησε να ανοίξει την κομψή ροζ ομπρέλα της, ενώ ο κύριος με το περίτεχνο χτένισμα έβγαλε την τσατσάρα του για να περιποιηθεί τις λιγοστές του τρίχες.

Ο Β.Β. σήκωσε τον γιακά του τζάκετ του όσο πιο ψηλά μπορούσε και σκέφτηκε, μέσα στην ομίχλη, τη βροχή και το Datsun, ότι ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος είχε συναντήσει τον Χάρρυ Κλυνν — και ότι αυτό το είδος road movie δεν έχει ακόμη καταγραφεί στα κινηματογραφικά πράγματα.

                                                                

[ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ]

S01E01