Όπως παλιά;

L
Νίκος Δασκαλάκης

Όπως παλιά;

Η Μπέτι Ντέιβις συνήθιζε να λέει ότι νοσταλγία είναι να αναπολείς την ευχαρίστηση χωρίς να ξαναζείς τον πόνο. Τη φράση αυτή θυμάμαι συχνά, κάθε φορά που η ματιά μου πέφτει σε επαναλήψεις παλιότερων τηλεοπτικών σειρών, ελληνικών και ξένων, οι πρωταγωνιστές των οποίων εκπέμπουν μία διαρκή παιδικότητα, όχι με την έννοια της αθωότητας αλλά με την έννοια της ανευθυνότητας.

Οι τηλεοπτικοί ήρωες αντιμετωπίζουν τον (τότε) κόσμο των ενηλίκων σαν παιδιά, ολίγον συνεσταλμένα και χαζοχαρούμενα, σαν η εργασία να είναι κάτι δεδομένο, μια χαριτωμένη απασχόληση που τους ανταμείβει με διάσημες μάρκες παπουτσιών, ακριβά δείπνα και υπερατλαντικά ταξίδια. Στην ψυχαγωγική αυτή χρονοκάψουλα απουσιάζει παντελώς το στοιχείο της καθημερινής ταλαιπωρίας, της εργασιακής ευθύνης και του άγχους για το μέλλον, οι χώροι των γραφείων και των σπιτιών είναι ανοιχτόχρωμοι και μοντέρνοι, τα ρούχα άφθαρτα, γυαλιστερά, τα προβλήματα των ηρώων μας είναι κυρίως ερωτικής φύσεως: τον θέλει αλλά φοβάται να του το πει, τη σκέφτεται αλλά έχει σχέση με άλλη, μοιραία ερωτικά τρίγωνα ή παραδοσιακά κοινωνικά ταμπού παρεμποδίζουν την ευτυχή κατάληξη του πρωταγωνιστικού ζευγαριού που κατά τη διάρκεια αυτών των επεισοδίων απολαμβάνει μία ζωή όπου όλα τα σημαντικά ζητήματα (κατάρτιση, αναγνώριση, ασφάλεια, ελευθερία) θεωρούνται αυτονόητα, αποτελώντας μόνο το κάδρο εντός του οποίου εξελίσσεται η τηλεοπτική δράση.

Η επιτηδευμένη αυτή ανεμελιά αποφορτίζει το κοινό από τη βάναυση πραγματικότητα και αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ο θεατής αντιλαμβάνεται το παρελθόν του, που βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με ένα μέλλον μη αντιληπτό πλέον από κανένα.

Η έλλειψη φωτός στο τέλος του τούνελ οδηγεί το κοινό να κοιτάζει πίσω αντί για μπροστά, να προσπαθεί να βγει από τη σκοτεινή σήραγγα ακολουθώντας τον ήδη γνωστό δρόμο της αρχικής διαδρομής: υποχωρώντας και σκουντουφλώντας στα τυφλά, εξιδανικεύει την αρχική φωτεινή αφετηρία και νοσταλγεί με τρόπο απόλυτο το «παλιό», το καινούργιο «νέο».

«Ας διασκεδάσουμε όπως παλιά», «Σπιτικό φαγάκι όπως παλιά», «Ταβερνάκι και κρασάκι χύμα όπως παλιά»: είναι μερικές από τις ταμπέλες και επιγραφές που βρίσκονται στο διάβα του αστικού περιπατητή, μία συμβολική διαφυγή προς τα πίσω, προς μία επινοημένη παράδοση που πασχίζει να επανεφεύρει μία υποτιθέμενη αυθεντικότητα, αγνή και αμόλυντη, που κρύβεται στον πάτο της κασέλας ενός ραγισμένου και ανήθικου παρόντος.

Όλη όμως αυτή η ηθικολογία και η εξιδανίκευση ενός θολού παρελθόντος δεν οδηγεί παρά στο ρετρό, στην αναβίωσης ενός τρόπου ζωής που οι νεότεροι μονάχα έχουν ακούσει από πατρογονικές αφηγήσεις ή έχουν δει σε τηλεοπτικές αναπαραστάσεις. Ένας κόσμος που φοβάται, ένας φοβισμένος κόσμος, κλείνεται όλο και περισσότερο μέσα στο καβούκι του γνώριμου, του οικείου, ξαναφορά τα παλιά του ρούχα και αναζητά τις ρίζες του σε νησιώτικα πανηγύρια και σε γραφικές ταβερνούλες με τραπεζάκια έξω. Όπως παλιά.