Ώστε θέλεις να γίνεις ποιητής;

C
Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Ώστε θέλεις να γίνεις ποιητής;

Το φθινόπωρο είναι κατά παράδοση εκείνη η εποχή του χρόνου κατά την οποία, στους κύκλους των αναγνωστών, των βιβλιοφίλων και των συγγραφέων, τίθενται προς συζήτηση θέματα της επικαιρότητας, που αναπόφευκτα εγείρουν μεγάλα και έντονα πάθη καθώς και σφοδρές αντιπαλότητες — αλλά ταυτόχρονα αναζωογονούν και πλουτίζουν την πνευματική ζωή του τόπου: ποιον συγγραφέα θα επιλέξει η σουηδική ακαδημία να βραβεύσει με το Νόμπελ για τη λογοτεχνία αυτή τη χρονιά, ποια παραλλαγή του Λεξικού της νέας ελληνικής γλώσσας θα παρουσιάσει φέτος ο καθηγητής Μπαμπινιώτης, πότε ακριβώς θα εμφανιστεί στα βιβλιοπωλεία το ενιαύσιο βιβλίο του Τάκη Θεοδωρόπουλου, πώς πρέπει να διδάσκονται τα θρησκευτικά και τα αρχαία ελληνικά στα σχολεία της επικράτειας; Οίκοθεν νοείται πως καμία από τις συζητήσεις και αντεγκλήσεις αυτές δεν καταλήγει σε κάποιο ισχυρό και καθολικώς αποδεκτό συμπέρασμα.

Όπως περίπου συμβαίνει, επιτρέψτε μου ένα άλμα δυόμισι χιλιάδων ετών προς τα πίσω, και στον πλατωνικό «Πρωταγόρα», το κεντρικό φιλοσοφικό ερώτημα του οποίου είναι αν η αρετή μπορεί να διδαχθεί ή όχι, αν μπορεί, με άλλα λόγια, να μεταδοθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο ή είναι μια ιδιότητα που υπάρχει ή δεν υπάρχει εξαρχής στην ψυχή του ανθρώπου. Ο Πρωταγόρας, ως σοφιστής, δάσκαλος δηλαδή της αρετής, υποστηρίζει βέβαια την πρώτη άποψη· ο Σωκράτης από την άλλη αμφισβητεί το διδακτό της αρετής. Στο τέλος του διαλόγου, ωστόσο, οι δύο συνομιλητές έχουν αλλάξει, ως γνωστόν, θέσεις και, εκφράζοντας την αμοιβαία τους εκτίμηση, διακόπτουν την κουβέντα τους συμφωνώντας ότι πρέπει να ξανασυζητήσουν για το ίδιο ζήτημα.

Την ίδια πάνω-κάτω κατάληξη έχει, στην εποχή μας, και ένα ακόμα ερώτημα, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί και σταθερά επανέρχεται στις φθινοπωρινές μας συζητήσεις: το ερώτημα αν είναι δυνατόν να γίνει κάποιος συγγραφέας (ακόμα χειρότερα: ποιητής) μέσω της διδασκαλίας. Η συζήτηση αφορά προφανώς τα ποικίλα Εργαστήρια Δημιουργικής Γραφής που κάθε τέτοια εποχή του χρόνου προσφέρουν μαθήματα πεζού και ποιητικού λόγου σε επίδοξους μυθιστοριογράφους, διηγηματογράφους, κριτικούς και ποιητές. Οι απαντήσεις ποικίλλουν και σε αυτό το θέμα. Ό,τι μένει σταθερό είναι η επιθυμία νέων αλλά και μεγαλύτερων ανθρώπων να μυηθούν μέσω της διδασκαλίας στα μυστικά της συγγραφικής τέχνης — επιθυμία που δεν διαφέρει ουσιαστικά από τη λαχτάρα του νεαρού Ιπποκράτη να γίνει μαθητής του μεγάλου σοφιστή Πρωταγόρα και να διδαχθεί από αυτόν το μάθημα που εκείνος υπόσχεται να διδάξει.

Η βασική ένσταση που προβάλλεται εναντίον αυτών των Εργαστηρίων Δημιουργικής Γραφής, των εργαστηρίων ποίησης κυρίως, για να περιοριστούμε σε αυτά, είναι ότι ποιητής δεν γίνεται κανείς, αλλά γεννιέται, για να ακολουθήσει αμέσως μετά ένα ηχηρό name dropping, που περιλαμβάνει τον Σολωμό και τον Ρεμπώ, τον Σεφέρη και τον Ελύτη, τον Σέλεϊ και τον Καβάφη, τον Όντεν και τον Νίκο Καββαδία, τον Μπόρχες και τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, τον Λόρκα και τον Υβ Μπονφουά ή όποιον άλλον έχει ο καθένας στο μυαλό του πρόχειρο — ποιητές όλοι, υπονοείται, που δεν παρακολούθησαν κανένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής ούτε κανέναν κύκλο μαθημάτων ποίησης.

Ανά τους αιώνες πάντως οι ίδιοι οι ποιητές (για να προβούμε σε ένα ακόμη name dropping) φαίνεται να πιστεύουν στην ικανότητά τους να μεταδώσουν τα μυστικά της τέχνης τους, να διδάξουν δηλαδή ποίηση. Έτσι πιστεύει, ας πούμε, ο Αριστοτέλης (κι ας μην είναι ποιητής αυτός), η «Ποιητική» του οποίου δεν είναι μόνο μια μελέτη για τη φύση της ποίησης αλλά και ένα εγχειρίδιο ποιητικής γραφής. Έτσι και ο Οράτιος με την «Ars Poetica» του, μερικούς αιώνες αργότερα, έτσι και ο Νικολά Μπουαλό με την «Art Poetique» του, πολλούς αιώνες αργότερα, έτσι και ο Κένεθ Κοχ με τη δική του «Art of poetry», λίγες δεκαετίες πριν από την εποχή μας. «Τα γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή» του Ρίλκε, η «Επιστολή σ’ έναν νέο ποιητή» της Βιρτζίνια Γουλφ, οι «Συμβουλές σ’ έναν νέο ποιητή» του Μαξ Ζακόμπ, το «Γράμμα σε κάποιους νέους ποιητές» του Έρμαν Έσσε είναι παραδείγματα ικανά, νομίζω, να φέρουν την αντιπαράθεση, για το διδακτό ή μη της ποιητικής τέχνης, σε ισόπαλο αποτέλεσμα. Που σημαίνει ότι τώρα μπορούμε ίσως να σκεφτούμε λίγο πιο ψύχραιμα τι είναι αυτό που ενδεχομένως μπορεί τελικά να διδαχθεί.

Πάνω σε τρεις κύριους άξονες, οι οποίοι προφανώς αλληλοϋποστηρίζονται, μπορεί να δομηθεί, νομίζω, μια τέτοια διδασκαλία ώστε να έχει ουσιαστικό νόημα. Εν συντομία: στον άξονα της συστηματικής και καθοδηγούμενης ανάγνωσης ποιητικών έργων, στον άξονα των «οδηγιών χρήσεως» του ποιητικού λόγου και στο καθεαυτό εργαστήριο ποίησης. Η ανάγνωση δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει τη μελέτη της νεοελληνικής ποίησης, από τις απαρχές ώς τις μέρες μας, καθώς και τη γνωριμία με ορισμένους απαραίτητους ξένους ποιητές. Το τμήμα των οδηγιών χρήσεως, όπως χάριν ευκολίας το ονομάσαμε, διακρίνεται σε δύο επιμέρους μέρη: τη θεωρητική εξέταση βασικών ποιητικών κατηγοριών, όπως είναι η ερωτική ποίηση, τα ποιήματα ποιητικής, οι παρωδίες, η ποίηση αυστηρής μορφής κλπ., και την εμβάθυνση σε πρακτικά, θα λέγαμε, θέματα ποιητικής γραφής και σύνθεσης που μπορεί να προκύψουν τόσο από τις προηγούμενες συστηματικές αναγνώσεις όσο και από τα κατορθωμένα ποιητικά έργα ή σχεδιάσματα των επίδοξων ποιητών — κάποια από τα οποία έχουν συντεθεί στο πλαίσιο ακριβώς του ποιητικού εργαστηρίου, με δοσμένο συνήθως πλαίσιο κατά τη μορφή, το είδος ή τη θεματολογία, που αποτελεί τον τρίτο άξονα της διδασκαλίας.

Η συστηματική μελέτη ποιητικών κειμένων, η πρακτική καθοδήγηση, η επίμονη άσκηση στη γραφή και η κριτική αποτίμηση είναι διεργασίες που αναμφίβολα ωφελούν ακόμα και δόκιμους, αναγνωρισμένους δηλαδή, ποιητές — δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να μην τις εφαρμόζει. Δύσκολα συνεπώς θα μπορούσε να αρνηθεί κάποιος τη χρησιμότητα μιας τέτοιας μαθητείας για έναν νέο ποιητή, όποιο εύρος και σημασία και αν δώσουμε στον όρο «νέος».

Μα ακόμα και ο συμμετέχων που αποδεικνύεται, στην πράξη, πως δεν είναι τελικά γεννημένος ποιητής, καθώς αρέσκονται να λένε οι πολέμιοι των εργαστηρίων δημιουργικής γραφής, ακόμα και αυτός που οι Μούσες δεν έσταξαν μέλι στα χείλη του όταν ήταν παιδί, θα μυηθεί στην προσεκτική ανάγνωση, θα ακονίσει την κριτική του ματιά, θα εκφράσει συναισθήματα και σκέψεις που διαφορετικά θα παρέμεναν ασχημάτιστα ίσως μέσα του, θα εκτονωθεί ψυχικά, θα έρθει σε επαφή και θα επικοινωνήσει στο πλαίσιο της ομάδας με ανθρώπους που έχουν κοινά με αυτόν ενδιαφέροντα και πάθη και, last but not least, θα αναγνωρίσει και θα αποδεχθεί ευκολότερα τον βαθμό της συγγραφικής του επάρκειας ή ανεπάρκειας. Και τόσο να κάνει δεν είναι λίγο.

Σε κάθε περίπτωση, με αυτό τον τρόπο ο νέος ποιητής θα αποφύγει, ενδεχομένως, την πικρή διαπίστωση του Γιώργου Σεφέρη, ότι «είμαστε όλοι τραγικά αυτοδίδακτοι». Θα αποφύγει, έστω, το επίρρημα «τραγικά». Τα επιρρήματα εξάλλου καλό είναι, στην ποίηση, να αποφεύγονται γενικά, όσο είναι δυνατόν τουλάχιστον. Αυτό ας είναι το πρώτο μάθημα που, ανεπαισθήτως, θα λάβεις φτάνοντας στο τέλος αυτού εδώ του κειμένου.

Ο Μπουκόφσκι, από την άλλη, στο ποίημά του που ακολουθεί, μοιάζει να πιστεύει τα ακριβώς αντίθετα. Νομίζω όμως πως, αν δεν είσαι ο Μπουκόφσκι, καλύτερα να μην ακολουθήσεις τη συμβουλή του κατά γράμμα. Μπορεί όμως και να κάνω λάθος — συμβαίνει καμιά φορά και αυτό στην ποίηση: όλες οι σωστές οδηγίες να μας οδηγούν στο λάθος αποτέλεσμα.

 

Ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας;

αν δεν ξεχύνεται από μέσα σου

ενάντια σ’ όλα τ’ άλλα,

μην το κάνεις.

αν δεν έρχεται, χωρίς καν να το ’χεις ζητήσει, από την

καρδιά σου και το μυαλό σου και το στόμα σου

και τα σπλάχνα σου,

μην το κάνεις.

αν χρειάζεται να κάτσεις για ώρες

κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή σου

ή να καμπουριάζεις πάνω από τη

γραφομηχανή σου

ψάχνοντας για τις λέξεις,

μην το κάνεις.

αν το κάνεις για τα λεφτά ή

τη δόξα,

μην το κάνεις.

αν το κάνεις γιατί θέλεις

γυναίκες στο κρεβάτι σου,

μην το κάνεις.

αν χρειάζεται να κάθεσαι και

να γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια,

μην το κάνεις.

αν σου είναι δύσκολο και μόνο να σκέφτεσαι ότι θα το κάνεις,

μην το κάνεις.

αν προσπαθείς να γράψεις σαν κάποιον

άλλο,

καλύτερα ξέχνα το.

αν χρειάζεται να περιμένεις μέχρι να ουρλιάξει από

μέσα σου,

τότε περίμενε υπομονετικά.

κι αν δεν ουρλιάξει ποτέ από μέσα σου,

κάνε κάτι άλλο.

αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στη γυναίκα σου

ή στη φιλενάδα ή στον φίλο σου

ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε,

τότε δεν είσαι έτοιμος.

μην είσαι σαν τόσους άλλους συγγραφείς,

μην είσαι σαν τόσες άλλες χιλιάδες

ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς,

μην είσαι πληκτικός και βαρετός και

ξιπασμένος, μην κατατρώγεσαι από την αυτολατρία σου.

οι βιβλιοθήκες του κόσμου

χασμουριούνται

από τη νύστα

μπροστά στο είδος σου.

μην προσθέτεις σε αυτό.

μην το κάνεις.

αν δεν βγαίνει από

την ψυχή σου σαν ρουκέτα,

αν το να μείνεις ήσυχος δεν

σε φέρνει στην τρέλα ή

την αυτοκτονία ή τον φόνο,

μην το κάνεις.

αν ο μέσα σου ήλιος

δεν σου καίει τα σπλάχνα,

μην το κάνεις.

όταν θα ’ναι στ’ αλήθεια η ώρα,

και αν είσαι ο εκλεκτός,

θα συμβεί από

μόνο του και θα συνεχίσει να συμβαίνει

μέχρι που θα πεθάνεις ή που θα πεθάνει μέσα σου

αυτό.

δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

και ποτέ δεν υπήρξε.