Περί κοινής λογικής

P
Ρηγούλα Γεωργιάδου

Περί κοινής λογικής

Πάει κάμποσος καιρός τώρα που βλέπουμε να αναδύεται ένας όρος εν είδει νέου πολιτικού κατηγορήματος, μιας καινούργιας πολιτικής —όπως διεκδικεί η ίδια να είναι— ποιότητας, αν όχι ξεχωριστής ταυτότητας. Κάτω από τον όρο-ομπρέλα της κοινής λογικής, βλέπουμε να εκτυλίσσεται μία προσπάθεια που ίσως-ίσως φιλοδοξεί ακόμα και να συστήσει ένα νέο πολιτικό κόμμα. Όμως, καταρχάς, είναι η κοινή λογική πολιτικός όρος; Ή, ακόμα πρωτύτερα, τι ακριβώς είναι αυτή η περιβόητη κοινή λογική και πώς ορίζεται;

Αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, βλέπει (πέρα από το ότι ο όρος τείνει για κάποιο λόγο να υποκαταστήσει τις έννοιες του ορθολογισμού και της μετριοπάθειας) πως ο επιθετικός προσδιορισμός μπορεί να ερμηνευτεί και με τις δύο έννοιες της λέξης «κοινός». Πρώτα-πρώτα, ως αυτός που ανήκει σε όλους (ή έστω σε πολλούς) και, κατά δεύτερον, σαν κάτι απλό, συνηθισμένο, σαν κάτι, με άλλα λόγια, αυτονόητο. Κι εδώ αρχίζει να ψυχανεμίζεται τον λάκκο που κρύβει η φάβα. Και να αναρωτιέται κατά πόσο αυτή η λογική είναι κάτι (α΄) απλό και αυτονόητο, του τύπου: «Ένα κι ένα κάνουν δύο», και (β΄) ίδιο κι απαράλλαχτο για όλους, ή έστω για πολλούς. Άραγε δεν είναι πλάνη, και κατά συνέπεια το αξίωμα δεν θεμελιώνεται ήδη από τη γέννησή του σε πλάνη, ότι αυτή η λογική μπορεί να είναι ίδια για όλους; Είναι, αλήθεια, δυνατόν να είναι η ίδια για όλους, να επέχει θέση καθολικού και ακατάρριπτου αξιώματος;

Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς ότι αυτό που λέμε κοινή λογική χτίζεται στις κοινωνίες μας με τον τρόπο που ωριμάζουν οι καρποί. Με μακρές, αργόσυρτες διαδικασίες, όχι κατ’ ανάγκην ανοιχτές σε μία πρώτη, επιφανειακή παρατήρηση. Διαδικασίες όπου κυρίαρχο ρόλο παίζουν μεταβλητές όπως η γεωγραφική θέση και το ιστορικό αποτύπωμα, το ιστορικό χνάρι του τόπου στον οποίο αναφερόμαστε. Η οικονομική του κατάσταση, οι πάγιοι συνεκτικοί ιστοί της κοινωνίας, οι ποιότητες και οι αντοχές του, το μέγεθος του κενού ανάμεσα στους ευνοημένους και τους χωρίς ελπίδα, και… και… Εντέλει: άλλα είναι αυτά που θεωρεί σήμερα «κοινή λογική» ένας μεσοαστός της κατεστραμμένης συριακής Χομς, ένας άνθρωπος που μετρά και τα τελευταία ασημικά της οικογένειας, μπας και καταφέρει, προσφέροντας τα πάντα στον χυδαίο μικροδιακινητή ψυχών που του γνώρισαν, να εξαγοράσει μια θέση για τον ίδιο και την οικογένειά του στην «ασφάλεια» μιας σαραβαλιασμένης βάρκας, και τελείως άλλα αυτά που θεωρεί αυτονοήτως απαραβίαστο πλαίσιο των κοινά αποδεκτών λογικών κανόνων ένας 35άρης Γιαπωνέζος, ένας από αυτούς που κατάφεραν και επέζησαν στον χωρίς έλεος καθημερινό πόλεμο της διάκρισης.

Ερχόμενοι στα καθ’ ημάς, διαπιστώνουμε ότι το απεγνωσμένο αίτημα για κοινή λογική δεν είναι παρά ένα αντίβαρο, ένα αντίμετρο, ένα προστατευτικό πλαίσιο που πολλοί μετριοπαθείς συμπατριώτες μας πασχίζουν να πλάσουν προκειμένου να επιβιώσουν (ακόμα και κυριολεκτικά). Ζώντας επί μία εξαετία μέσα σε ένα τοξικό περιβάλλον όπου ευδοκίμησαν και εξακολουθούν να ευδοκιμούν ένα σωρό δηλητηριώδη φυτά —ακραία διχαστικός λόγος, ανατριχιαστική ρητορική μίσους (που συδαυλιζόταν συστηματικά και με σχέδιο από το κόμμα που κυβερνά αυτή τη στιγμή και που με ευθύνη του γιγαντώθηκε σκεπάζοντας τα πάντα), βαθύς ανορθολογισμός (που γέννησε τέρατα στις Πάνω και Κάτω πλατείες, τόσο τη φασιστική Χρυσή Αυγή όσο και τα εξίσου φασιστικού υποβάθρου αμεσοδημοκρατικά αιτήματα)—, αυτοί οι μετριοπαθείς, χαμηλότονοι, έντονα ορθολογιστές, υπεύθυνοι πολίτες, δεν είχαν άλλη καταφυγή παρά αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται τόσο φυσιολογικό, τόσο λογικό, τόσο αυτονόητο.

Ωστόσο, το να ζεις μέσα σε ένα ασφυκτικά χωροθετημένο πλαίσιο, μπορεί σε πρώτη φάση να σε βοηθά να επιβιώσεις, όμως για να περάσεις στο επόμενο στάδιο πρέπει να σκεφτείς και να δράσεις έξω από το κουτί. Και η πλάνη της καθολικής κοινής λογικής κάθε άλλο παρά βοηθά σ’ αυτό. Το «ένα κι ένα κάνουν δύο» και το «όσο φτάνει το χέρι σου» μπορεί να ακούγονται λογικά, ακόμα και σοφά. Και σίγουρα ακούγονται σαν βάλσαμο ορθολογισμού ύστερα από τις κραυγές, τις υστερίες, τις ακρότητες και τα «να καεί, να καεί…» Όμως δεν είναι αυτή η νοοτροπία που θα απογειώσει το δυναμικότερο κομμάτι της κοινωνίας και θα το εξακοντίσει έξω από το τοξικό τέλμα. Γιατί, όσο αυτή η αμυντική κοινή λογική θα καθηλώνει τους αλαφιασμένους, κακοποιημένους, τραμπουκισμένους πολίτες σε όλο και συντηρητικότερες θέσεις, τόσο θα τους καθιστά ευάλωτους στην αδράνεια. Τόσο θα τους στερεί τον δυναμισμό, την επαναστατικότητα, την υγιή «τρέλα» που είναι απαραίτητη για να σκέφτεσαι και να δρας «έξω από το κουτί». Και —το χειρότερο— αρκετούς από αυτούς θα τους κάνει θύματα κάποιων εμποράκων της πολιτικής που, με δούρειο ίππο τα αξιώματά της, θα περνούν τα δικά τους τοξικά λύματα.

Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι την τοξικότητα μιας Χρυσής Αυγής κι ενός Μιχαλολιάκου σταδιακά άρχισε να την αντικαθιστά μια καρικατούρα «μετριοπαθούς κεντρώου», που υπήρξε από τους πρωτεργάτες της ρητορικής του μίσους. Αυτού που ήδη από καιρό είχε απενοχοποιήσει και καταστήσει καθημερινό λεξιλόγιο τους ψόφους, τους καρκίνους, και τις κρεμάλες. Και από αυτή την άποψη ήταν χαρακτηριστική η αποστροφή φίλου, οπαδού της κοινής λογικής, που ρώτησε απορημένος πώς ήταν δυνατόν να συμφωνεί, αυτός ο μετριοπαθής ορθολογιστής, με κάτι που δήλωνε ο Λεβέντης. Και η απάντηση ενός άλλου που του επισήμανε ότι αρκεί να ξύσεις λιγάκι την πατίνα, αρκεί να προκαλέσεις και να στριμώξεις λιγάκι αυτόν τον εμποράκο της πολιτικής, για να βγάλει στη στιγμή πάλι στην επιφάνεια την πραγματική του όψη.

Είναι, λοιπόν, η δημοκρατία και η «κοινή λογική» τόσο ασύμβατες έννοιες; Για να έχει κανείς μια πρώτη απάντηση, για να γίνουν κατανοητές οι διαφορές που οδηγούν στην αντιπαράθεση των δύο εννοιών, αρκεί να πούμε πως η δημοκρατία είναι το πιο ανοιχτό σύστημα οργάνωσης των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Και να σταθούμε κυρίως στο ότι δημοκρατίες αλλιώτικες δεν υφίστανται. Είναι κατά πάντα και διά πάντα, για όλες και για όλους, παντού και σε όλες τις εποχές, οι ίδιοι αυτοί, ελάχιστοι αριθμητικά, πασίγνωστοι αλλά τόσο δύσκολοι στην ευδοκίμησή τους κανόνες που ορίζουν την καθημερινότητά μας.

Αυτοί οι κανόνες που μπορεί να τους βρει κανείς στα πρώτα κεφάλαια, στην εισαγωγή κιόλας, της Αγωγής του Πολίτη.