Πολιτική και ταξί

L
Χρυσούλα Δημοπούλου

Πολιτική και ταξί

Η πολιτική επικαιρότητα είναι σύνηθες θέμα συζήτησης, ειδικά τους τελευταίους μήνες. Οι απόψεις πολλές, ακραίες κάποιες φορές, ή και συχνά — αλλά και φωνές λογικές υπάρχουν· απελπιστικά λίγες μεν, αλλά υπάρχουν.

 

Κυρία φουριόζα κάθεται στο πίσω κάθισμα:

«Όλη μέρα τρέξιμο, είδατε πώς μας κατάντησαν;»

Δεν απαντώ, παρ’ όλα αυτά η κυρία συνεχίζει ακάθεκτη:

«Κι αυτός ο Αλέξης τι να πρωτοκάνει; Αφού τα έφαγαν όλα οι προηγούμενοι, χάλια τα βρήκε. Εμένα ο μπατζανάκης μου δουλεύει στο Οικονομικών και τα ξέρω από πρώτο χέρι. Και δεν μας έφταναν οι δικοί μας, έχουμε και τους ξένους να μας πολεμάνε γιατί είμαστε η ομορφότερη χώρα και οι καλύτεροι άνθρωποι, οι πιο ικανοί, ο αδερφός μου είναι στην Ασφάλεια και τα ξέρω από μέσα. Τι να σας τα λέω κι εσάς» —ναι, αλλά δεν το κλείνετε το ρημάδι— «αφού τα βλέπετε, ο κόσμος δεν έχει λεφτά. Ο γαμπρός μου είναι εφοριακός και τα βλέπουμε αυτά κάθε μέρα, τα ξέρω καλά. Της φίλης μου της έκοψαν τη σύνταξη που έπαιρνε από τον πατέρα της και δεν της φτάνουν τώρα τα λεφτά, ποιος θα την πάρει στη δουλειά του 45 χρονών;»

Πόσα να αντέξει να ακούσει ένας ελεύθερος επαγγελματίας… Την κοιτώ από τον καθρέφτη:

«Από ό,τι ακούω, έχετε ακροβολιστεί οικογενειακώς στο δημόσιο. Κι αφήστε με να μαντέψω, όλοι αυτοί διορίστηκαν από τους παλιούς, τους κακούς, με το ζόρι, οι ίδιοι ούτε που τους ψήφιζαν γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς, σωστά;»

Η κυρία μουρμουρίζει (έχω ξόρκια για τις κατάρες, δεν με πιάνουν — όχι όλες), γυρίζει το κεφάλι της προς το παράθυρο και δεν μου ξαναμιλά.

 

Ηλικιωμένος κύριος βολεύεται με δυσκολία στο κάθισμα του συνοδηγού. Αναστενάζει, κοιτάζει προς τη Βουλή και μου λέει:

«Εμ αφού γεμίσαμε Εβραίους!»

Όπα, λέω, θα έχουμε βαθυστόχαστη ανάλυση, γιά να μάθω περισσότερα.

«Έχετε μάθει κάτι συγκεκριμένο;» τον ρωτώ.

«Καλά, δεν τα ξέρετε, όλη μέρα στον δρόμο δεν έχετε πάρει χαμπάρι; Οι Εβραίοι τον έχουν βάλει τον Τσίπρα. Ευτυχώς που έχει δίπλα του τον Πάνο και τα μαζεύει λίγο, γιατί δεν θα πηγαίναμε καθόλου καλά. Καθόλου μα καθόλου καλά».

Βρήκαμε τον εμπνευστή του σποτ με το τρενάκι, σκέφτομαι και συνεχίζω να δείχνω ενδιαφέρον:

«Ομολογώ, δεν είχα ιδέα. Ευτυχώς που είστε κι εσείς και μας ανοίγετε τα μάτια».

«Εγώ σ’ το λέω και να το θυμάσαι: οι Εβραίοι τα ελέγχουν όλα. Τα φαγητά που τρώμε, τις εκπομπές που βλέπουμε, όλα, όλα, να το θυμάσαι».

«Ξεχνιούνται τέτοια πράγματα;»

Ευτυχώς η διαδρομή είναι μικρή γιατί καλή η πλάκα αλλά μη χαζέψουμε και τελείως.

 

Λίγες ημέρες πριν το δημοψήφισμα, απρόσμενα σφοδρή καλοκαιρινή καταιγίδα και ψύχρα, και μεσόκοπος κύριος κάθεται δίπλα μου. Με αφορμή κάτι που παίρνει το αυτί του στο ραδιόφωνο, αρχίζει με περισπούδαστο ύφος να αναλύει:

«Πρέπει οπωσδήποτε να γυρίσουμε στη δραχμή και να φύγουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα είναι πολύ καλύτερα αν είμαστε μόνοι μας. Θα περάσουμε δύσκολα για λίγο καιρό, αλλά μετά θα είμαστε βασιλιάδες. Θα μας παρακαλάνε, κυρία μου, θα μας παρακαλάνε να μας δώσουν λεφτά, τέτοια ανάπτυξη θα έχουμε!»

Με τη λίγη ψυχραιμία που μου είχε απομείνει εκείνες τις ημέρες, παίρνω βαθιά ανάσα και αποφασίζω να μην απαντήσω, γιατί δεν ξέρω κατά πόσο θα παραμείνω κυρία. Εκείνος όμως δεν το βάζει κάτω:

«Εγώ είμαι πολεοδόμος, έχω κάνει αναλύσεις. Όλα από την αρχή. Και για την Αθήνα η μόνη λύση είναι ένας δυνατός σεισμός να μην μείνει τίποτα, ο σεισμός του 1999 δεν κατάφερε να γκρεμίσει πολλά».

Τον κοιτώ με γουρλωμένα μάτια.

«Μα… μα αυτό θα σήμαινε αμέτρητα ανθρώπινα θύματα, είμαστε με τα καλά μας;»

«Ε, τι να κάνουμε, δεν γίνεται αλλιώς».

Με την εικόνα του καλού μας πολεοδόμου να χορεύει ευτυχής στα ερείπια, τον αδειάζω σχεδόν στον προορισμό του και φεύγω κοιτώντας λοξά τις μαρκίζες.

 

Πρώτη εβδομάδα μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου και βιαστικός κύριος μπαίνει για μια σύντομη διαδρομή. Αρχίζει αμέσως να μιλά σαν να είχαμε αφήσει στη μέση κάποια κουβέντα που είχαμε νωρίτερα:

«Δεν πάνε καλά οι άνθρωποι, δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, δεν μπορεί να έχουμε τέτοια κυβέρνηση».

«Συμφωνώ. Να τα πείτε σε αυτούς που τους ψήφισαν και τους ξαναψήφισαν».

Ο κύριος πλησιάζει το πρόσωπό του απειλητικά και φωνάζει:

«Α, μπα; Δηλαδή θέλετε να μου πείτε ότι εσείς δεν τους ψηφίσατε;»

«Ακριβώς αυτό θέλω να σας πω».

«Ελάτε τώρα, δεν μου λέτε αλήθεια, αποκλείεται! Όσους έχω ρωτήσει, κανείς δεν τους έχει ψηφίσει!»

«Ε, δεν είναι και κάτι για το οποίο πρέπει να είναι κανείς περήφανος, μπορεί να θέλουν να το κρύψουν».

«Αλήθεια μου λέτε, τώρα;» εξακολουθεί να ουρλιάζει ο κύριος.

«Μά τη διπλή ταρίφα!»

 

Κύριος στην ηλικία μου (νεότατος, δηλαδή) μπαίνει σκεπτικός στο αυτοκίνητο. Μετά από σύντομη, γενικόλογη συζήτηση με ρωτά:

«Τι ακούτε από τον κόσμο;»

«Πολλά και απογοητευτικά».

«Αν τα είχαν κάνει όλα αυτά οι προηγούμενοι, θα είχε καεί η Αθήνα. Τώρα, δεν ανοίγει ρουθούνι».

«Συμφωνώ. Αλλά αυτούς θέλει η πλειοψηφία. Τους ψήφισε τόσες φορές. Είναι συνειδητή η επιλογή τους. Δυστυχώς, αυτοί είμαστε. Δεν θέλουμε να αλλάξει τίποτα και κυρίως δεν θέλουμε να αλλάξουμε οι ίδιοι. Θέλουμε να ακούμε αυτά που μας αρέσουν και να έχουμε κάποιον να ρίχνουμε την ευθύνη. Έχουμε δρόμο ακόμη — σε μερικές γενιές, κάτι μπορεί να αλλάξει».

«Είστε σίγουρα ταξιτζού;»

«Όχι, το κάνω για το φίτνες».