Ρόλερ-κόστερ

C
Κυριάκος Αθανασιάδης

Ρόλερ-κόστερ

Το «Hotel living» τρέχει με χίλια, κι αυτό —νομίζω— είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό του, αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει, μάλλον εύκολα, από πολλά, πάρα πολλά άλλα σύγχρονα μυθιστορήματα που μπορώ να σκεφτώ. Ή να σκεφτεί ο καθένας. Εννοώ ότι τρέχει συνεχώς, δεν σταματά ποτέ: είναι σαν να έχει καβαλήσει ένα ρόλερ-κόστερ και να πέφτει μ’ αυτό από ένα μεγάλο ύψος (ενός ουρανοξύστη, ας πούμε) από την πρώτη μέχρι την τελευταία του λέξη — όμως ταυτόχρονα να μη χτυπάει κάτω, αλλά να φεύγει προς τα ψηλά. Και είναι το πρώτο βιβλίο του Πάππου. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Ούτε τι θα ακολουθήσει. Και όταν λέω ότι τρέχει δεν εννοώ μόνο ότι είναι σπιντάτο και γρήγορο, ότι περνά από πολλούς χώρους (και χώρες) και από πολλά χρόνια, κοντά μία δεκαετία: εννοώ ότι τρέχει και εσωτερικά, γιατί είναι τρομερά μεστό, και γεμάτο: από λέξεις, σημασίες και έννοιες. Δεν κάθεται ήσυχο να περιγράψει απλώς κάτι, το αναλύει και το σπάει σε ό,τι μπορεί να σπαστεί. Το αλέθει. Δεν θα μπορούσε παρά να γίνει γρήγορα γνωστό στη ΝΥ, αν και θα έλεγε κανείς πως και μόνο το γεγονός ότι βρήκε (έναν τόσο μεγάλο) εκδότη είναι αδιανόητη για τα ελληνικά πράγματα επιτυχία από μόνο του. Προφανώς έχουμε να κάνουμε με κάτι που το ζηλεύει κανείς — το χαίρεται, το θαυμάζει, αλλά και το ζηλεύει. Το στόρι (αντιγράφω από το οπισθόφυλλο: «Ο Στάθης Ρακής αφήνει το χωριό του στο Τρικέρι […] για να βρεθεί στην Καλιφόρνια την εποχή της φούσκας των dot-coms. Επιστρέφει στην Ευρώπη για MBA και στη συνέχεια πιάνει δουλειά σε γαλαζοαίματη εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων γεμάτη golden boys, που τον οδηγεί από πελάτη σε πελάτη και από πόλη σε πόλη. Ερωτευμένος με κάποιον που είναι το άκρως αντίθετό του (οικολογία, κομουνισμός, ανταρσία…), περνάει τον λίγο χρόνο που δεν είναι φυλακισμένος στο γραφείο […] σε σουίτες στη Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες, στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, και καθώς η οικονομία καλπάζει ξέφρενα προς την επόμενη φούσκα, ο Στάθης συμπαρασύρεται προς τα πάνω και γίνεται μάρτυρας της παρακμής και των χρηματιστηριακών οργίων που θα οδηγήσουν στην κρίση του 2008, μπλεγμένος σε ένα σκάνδαλο που έχει στηθεί γύρω του») θα μπορούσε να θεωρηθεί απλό, αλλά δεν είναι. Το «Hotel living» είναι πολλά περισσότερα από αυτό.

Είμαι πολύ χαρούμενος που ο Ιωάννης Πάππος δέχτηκε να απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις μου. Τον ευχαριστώ θερμά.

 

Κ.Α.: Κύριε Πάππο, κάνατε πολύ μεγάλη επιτυχία στην Αμερική. Ήταν και ξαφνική ενδεχομένως; Ή την περιμένατε;

Ι.Π.: Είστε ευγενικός. Όταν έγγραφα το «Hotel Living», το έγγραφα για μένα και ίσως για κάποιους φίλους, σαν μια προσωπική άσκηση κάθαρσης και ανασυγκρότησης. Το ότι το αγόρασε η HarperCollins και το διάβασαν συγγραφείς και κριτικοί που εκτιμώ ήταν ένα δώρο, ένα bonus, πέρα από το γράψιμο. Εγώ έγραψα ένα μυθιστόρημα ακριβώς όπως το ήθελα, οπότε (δικαιολογημένα;) ξαφνιάστηκα όταν η λογοτεχνική κοινότητα στη Νέα Υόρκη ανταποκρίθηκε.

 

Κ.Α.: Πώς είναι, πώς αισθάνεται κανείς όταν εκδίδει στη HarperCollins;

Ι.Π.: Σαν μάνα που μόλις γέννησε πρώτη φορά. Ή όσο πιο κοντά σ’ αυτό θα νιώσω ποτέ στη ζωή μου.

 

Κ.Α.: Πόσο καιρό σάς πήρε για να τελειώσετε το πρώτο draft του βιβλίου;

Ι.Π.: Το πρώτο draft, σε 6 μήνες. Το έγραψα στο σπίτι του πατέρα μου και της αδελφής μου στο Πήλιο. Off-season. Ήταν από τις πιο όμορφες περιόδους αυτής της πορείας. Τέλος καλοκαιριού, και το χωριό άδειαζε —τον χειμώνα έχει 21 κατοίκους, όντως, μετρημένους—, κι εγώ έμενα εκεί, μπροστά στον Παγασητικό, με όλες τις παραλίες άδειες, δικές μου, και έγραφα. Θέλω να το ξαναζήσω.

 

Κ.Α.: Άλλες συγγραφικές σας απόπειρες πριν από το «Hotel Living»;

Ι.Π.: Δυστυχώς καμία. Το γράψιμό μου περιοριζόταν σε σημειώσεις δίπλα στα μαθηματικά μοντέλα στην Excel, και σε PowerPoint παρουσιάσεις. Τώρα το μετανιώνω. Αλλά, από την άλλη, αυτή η λιτότητα γραφής —που την πρωτοέμαθα στο MBA μου—, η ακριβολογία που λέγαμε και στο γραφείο, κάπως, υποσυνείδητα, βγήκε και στο βιβλίο. Βοήθησε.

 

Κ.Α.: Πείτε μας λίγο για τη διαδικασία της έκδοσης. Είχατε, να υποθέσουμε, ατζέντη που έτρεξε τη δουλειά;

Ι.Π.: Ναι. Έχει πολλά στάδια. Όταν με πήρε ο Frank, ήταν ένα από τα πρώτα βήματα. Αλλά έπονται πολλά σκαλοπάτια και πόρτες: «pitching», «galleys»… Όμως το πιο σημαντικό ήταν όταν κατάλαβα ότι έχω υποστήριξη από φίλους και οικογένεια. Φίλοι στη Νέα Υόρκη που διάβασαν 50 σελίδες και είπαν, «Είναι πραγματικά καλό… πρέπει να βρεις editor…» Αυτό είναι κινητήρια δύναμη όταν το ακούς. Δέχτηκαν αυτό που δοκίμαζα να κάνω. Για παράδειγμα, η μητέρα μου ποτέ δεν με λοξοκοίταξε όταν με είδε ότι προσπαθούσα να γράψω, από το πουθενά (ηλεκτρολόγος σπούδασα, δεν είχα σπουδές πάνω σε λογοτεχνία), σε ξένη γλώσσα. Με αυτή την έννοια, της αποδοχής και της υποστήριξης, έχω αγαπηθεί πολύ.

 

Κ.Α.: Ποιοι πιστεύετε ότι είναι οι τρεις κυριότεροι λόγοι που ξεχώρισε το «Hotel Living»;

Ι.Π.: Τύχη. Αλλά και διαφορετικότητα, δηλαδή η ελληνική φωνή, όμως μέσα από το σύστημα. Η δυνατότητα να βλέπεις από έξω προς τα μέσα, και ταυτόχρονα ανάποδα. Επίσης, το «Hotel Living» έχει ρυθμό. Έχει γκάζι.

 

Κ.Α.: Είναι περισσότερο ένα «χρηματιστηριακό θρίλερ», ένα βιβλίο για τη φιλία και τις σχέσεις, ένα ερωτικό βιβλίο, ένα βιβλίο νοσταλγίας ή ένα μοντέρνο πικαρέσκο μυθιστόρημα;

Ι.Π.: Είναι όλα αυτά μαζί, και μερικά ακόμα, γιατί δεν υπάρχουν πια τσέπες, ντουλάπες, και «νησιά» στις ζωές μας σε συγκεκριμένες περιοχές του Δυτικού κόσμου —π.x., Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες— τη δεκαετία στην οποία αναφέρεται το «Hotel Living»: «Στις αρχές του 2005 τα πάντα είχαν γίνει “όμορφα” ή “σέξι”. Οι Commanders, η «φυλή» του EBS, οι πάντες είχαν αυτοϋποβληθεί να τα βλέπουν όλα “όμορφα”. Τα πρότζεκτ “πρόσθεταν αξία”, ήταν “στρατηγικά”. Όλα. “Ακολούθα το ρεύμα”, έλεγαν. Τα ρίσκα θεωρούνταν ανεξάρτητα μεταξύ τους, αδύνατον να μπουν σε σειρά και να επηρεάσουν το ένα το άλλο, προκαλώντας ντόμινο. To να τα υποτιμάς ή να τα αντιμετωπίζεις σαν κάποιον κλασικό παραλογισμό —όπως, π.χ., τον φόβο του αεροπλάνου ή την τρομοκρατία— έδειχνε “ηγέτη”, “σωστή ανάλυση αποφάσεων”. Είχαμε γίνει ένα πάνω-μόνο διάγραμμα εξάρτησης, ένας υπερήρωας των 1950s με πελώριο θώρακα και αδύνατα πόδια» [«Hotel Living»].

 

Κ.Α.: Ποια είναι τα συγγραφικά σας πρότυπα;

Ι.Π.: Η Joan Didion, επειδή είναι wild-west-tough —έχει κάτι αμερόληπτο, πολύ αμερικάνικο o τρόπος που γράφει—, και ο Adam Haslett, με μια μη-λογοτεχνική λυρικότητα στο γράψιμό του. Ο ίδιος βέβαια έχει άλλο background, έχει τη συγγραφή on-the-side, και γράφει αριστουργήματα.

 

Κ.Α.: Κάποιοι σύγχρονοι, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι, πεζογράφοι που παρακολουθείτε και θαυμάζετε;

Ι.Π.: Joshua Cohen, Garth Greenwell, Michael Caroll, Vangelis Provias, Partick Ryan, Auguste Corteu, Constantinos Kamaras.

 

Κ.Α.: Προφανώς και θα σκέφτεστε ήδη μία πιθανή κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου σας. Πιστεύετε ότι μπορεί να γίνει κάποια στιγμή; Κι αν ναι, ποιος θα ήταν ιδεώδης για να υποδυθεί τον Στάθη;

Ι.Π.: Ελπίζω να μη γίνει κινηματογραφικό έργο. Είναι πυκνό για ταινία. Το μέσο βιβλίο είναι 100.000 λέξεις, ενώ το μέσο σενάριο 15.000 λέξεις. Ένας από τους λόγους που λέμε: «Μα το βιβλίο ήταν καλύτερο». Φυσικά και ήταν. Αν βγάλεις 85% από ένα έργο, πρέπει να ξέρεις ακριβώς τι κάνεις για να το αποδώσεις σωστά. Ουσιαστικά, κάνεις κάτι άλλο. Πρέπει να κάνεις expectations-management. Να αλλάξεις τον τίτλο. Τα διηγήματα (που είναι 10.000-15.000 λέξεις) γίνονται καλύτερα ταινίες. Τα βιβλία είναι καλά για mini series. Δεν ξέρω ποιος θα μπορούσε να παίξει τον Στάθη, αλλά θα ήθελα να ήταν κάποιος που δεν είναι παραδοσιακά, συμβατικά όμορφος.

 

Κ.Α.: Σας παρομοιάζουν με τον Φιτζέραλντ, τον Μπρεντ Ίστον Έλις, τον Τρόλοπ, ακόμη και τον Ισμάν. Προφανώς και είστε ο Πάππος, αλλά πώς δέχεστε αυτές τις αναφορές;

Ι.Π.: Με ταπεινότητα και ευθύνη. Είναι πανέμορφο αλλά και επικίνδυνο στο πώς συνεχίζεις να γράφεις. Το ακούς, λες ευχαριστώ, και το ξεχνάς. Οτιδήποτε άλλο μπορεί να σε βλάψει.

 

Κ.Α.: Μπορείτε να δείτε την Κρίση στην Ελλάδα, ειδικά στην Ελλάδα, σαν μία κρίση μιας μεγάλης εταιρίας στην οποία πρέπει να μπει τάξη από ειδικούς για να σωθεί ό,τι μπορεί να σωθεί;

Ι.Π.: Ψάχνετε τον Έλληνα Trump; Κάπως έτσι έβλεπε ο Bush το Ιράκ — σαν μια General Motors που κάποιος έπρεπε να την εξυγιάνει, να την κάνει «turnaround». Και είδαμε το έργο πώς εξελίχθηκε. Ακόμα το βλέπουμε. Οι λαοί δεν είναι εταιρίες.

 

Κ.Α.: Υπάρχουν σήμερα ευκαιρίες στην Αμερική για έναν Έλληνα που θέλει να πετύχει; Ή έχουν δυσκολέψει πολύ τα πράγματα;

Ι.Π.: Αυτή τη στιγμή έχουμε μια τεράστια φούσκα στην Αμερική, άρα και ανισότητα, σε macro επίπεδο. Αλλά αυτό δεν έχει υποχρεωτικά σχέση με τις micro-ευκαιρίες. Ευκαιρίες πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Όποιος θέλει βουτάει και κολυμπάει. Όποιος δεν θέλει (και καλά κάνει) δεν.

 

Κ.Α.: Ποια θα είναι η επόμενη χρηματιστηριακή-επιχειρηματική φούσκα; Ή είμαστε ακόμη στα μισά της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης;

Ι.Π.: Ο Άλκης, ένας φίλος του Στάθη στο βιβλίο, ψάχνει το επόμενο κύμα: «“Η Κριστίνα είναι μελλοντολόγος”, είπε ο Άλκης γελώντας. “Θέλω να πω, όλοι μας είμαστε στην μπίζνα του μέλλοντος”, πρόσθεσε, αυτή τη φορά σοβαρά. “Ποιο είναι το επόμενο ράλι, η επόμενη επιτυχία; Υγεία; Ασφάλεια; Σεξ;” Πήγε να περάσει το χέρι του γύρω από τον λαιμό της Κριστίνα, όμως εκείνη, με μια αργή κίνηση, το έκανε πέρα» [«Hotel Living»]. Η Κριστινα όμως τον διαβάζει, ξέρει ότι πουλάει το ιερό δισκοπότηρο που δεν υπάρχει.

 

Κ.Α.: Μπαράκ Ομπάμα.

Ι.Π.: Ανισότητα και status anxiety.

 

Κ.Α.: Ντόναλντ Τραμπ.

Ι.Π.: «The white race is the cancer of human history». Susan Sontag.

 

Κ.Α.: Τι ξεχωρίσατε στην Αθήνα όλες αυτές τις ημέρες που βρεθήκατε εδώ; Τόσο τα καλά, όσο και τα κακά της πόλης.

Ι.Π.: Μου αρέσει του Ψυρρή. Να πηγαίνω για τρέξιμο κοντά στην Αγορά δίπλα από το Μοναστηράκι το βράδυ. Να περπατάω στην Αθηνάς και να χάνομαι σε dive-bars στην Πατησίων ή στη Σταδίου. Να κάνω καινούριους φίλους. Τα κακά δεν θέλω να τα βλέπω. Την πονάω την Αθήνα.

 

Κ.Α.: Θα μας πείτε κάποια μέρη στη Νέα Υόρκη όπου συχνάζετε;

Ι.Π.: Στο Σαντ Ambroeus στη West 4, τις καθημερινές, γιατί έχει ησυχία και με αφήνουν να πηγαίνω με το laptop μου και να γράφω. Το Waverly Inn, γιατί αγαπούν τους συγγραφείς και έκαναν το book party μου. Το Odeon, στην Tribeca, όπου συναντιέμαι με την editor μου από τη HarperCollins.

 

Κ.Α.: Είστε, ή αισθάνεστε, περισσότερο portfolio manager ή συγγραφέας;

Ι.Π.: Δεν το πολυψάχνω αυτό. Πάντως ακόμα η υπογραφή «συγγραφέας» με τρομάζει.

 

Κ.Α.: Πόσες ώρες την ημέρα δουλεύετε; Πώς μοιράζετε τον χρόνο σας ανάμεσα στη δουλειά, στο γράψιμο και σε όλα τα άλλα;

Ι.Π.: Προσπαθώ να γυμνάζομαι. Και, όσο μεγαλώνω, δέχομαι ότι η γυμναστική (η υγεία) είναι προαπαιτούμενο για τη δουλειά, κάτι που μικρότερος δεν το σκεφτόμουν, ή δεν το υπολόγιζα, όταν έκαιγα το κερί και από τις δυο μεριές. Κάψιμο και δουλειά πήγαιναν μαζί. Τώρα λιγότερο. Η δουλειά είναι απλά δουλειά. Πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει μέσα στη μέρα.

 

Κ.Α.: Τι γράφετε τώρα;

Ι.Π.: Γράφω ένα μυθιστόρημα που λέγεται: «Drowning Zeus». Είναι μια παρέα σε ένα χωριό έξω από τη Λάρισα. Η Λάρισα, ο κάμπος της, με συναρπάζουν, γιατί είναι στην καρδιά τις Ελλάδας, ίσως είναι η καρδιά της Ελλάδας. Είναι αυστηρή, σκληρή, δεν συγχωρεί.

 

Ιωάννης Πάππος, «Hotel living», μετάφραση Χρήστος Καψάλης και Ιωάννης Πάππος, Εκδόσεις Λιβάνη, Νοέμβριος 2016, 373 σσ.

[ Φωτογραφία: από το σπίτι του συγγραφέα στου Ψυρρή ].