Σύμφωνο συμβίωσης: Μία πρόταση του 2004

P
Κυριάκος Αθανασιάδης

Σύμφωνο συμβίωσης: Μία πρόταση του 2004

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Διάβασα τη συλλογή των 48 κειμένων του Νίκου Αλιβιζάτου υπό τον τίτλο «Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι» (Εκδόσεις Πόλις) σαν ένα είδος ιδιότυπης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας —όχι μόνο της κοινοβουλευτικής της ιστορίας, αλλά με άξονα αυτήν—, από την Επανάσταση και μετά: ιδιότυπης γιατί το βιβλίο δεν γράφτηκε για να είναι ιστορικό εγχειρίδιο, αλλά μία σειρά από προσωπογραφίες πολιτικών ανδρών, από τη μία, και πνευματικών ανθρώπων, από την άλλη, που ο καθένας τους ανήκει, «με κριτήριο τον φιλοσοφικοπολιτικό προσανατολισμό τους, σε μιαν από τις τρεις μεγάλες ιδεολογικές παραδόσεις της νεότερης και της σύγχρονης Ελλάδας: την αστική, τη σοσιαλδημοκρατική και την κομμουνιστική», όπως σημειώνει ο συγγραφέας.

Δεν έχουμε λοιπόν εδώ μία παράθεση γεγονότων (μολονότι φυσικά δεν αποσιωπούνται, καθώς βρίσκονται διαρκώς στο φόντο), αλλά κριτικών βιογραφιών των πολιτικών εκείνων που, άλλος πολύ και άλλος πολύ περισσότερο, κατηύθυναν κάθε φορά την Ελλάδα προς τα εκεί όπου ήθελαν, κατά το δυνατόν — ή, άλλοι, απλώς το επιχείρησαν. Είναι οι εξής:

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαρίλαος Τρικούπης, Γεώργιος Α΄, Ελευθέριος Βενιζέλος, Γεώργιος Παπανδρέου, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Στέφανος Μάνος, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Ανδρέας Παπανδρέου, Κώστας Σημίτης, Παντελής Πουλιόπουλος, Ηλίας Ηλιού, Μίκης Θεοδωράκης, Κώστας Φιλίνης, Λεωνίδας Κύρκος, Αλέξης Τσίπρας.

Δίπλα τους, «προσωπογραφούνται» οι διανοούμενοι εκείνοι —επιστήμονες, συνταγματολόγοι, συγγραφείς, δημοσιογράφοι και άλλοι— που με το έργο τους επηρέασαν περισσότερο ή λιγότερο τα πράγματα, ή και τα χρωμάτισαν, όντας πολύ κοντά στην εξουσία ή κριτικάροντάς την καίρια και διαρκώς — ή απλώς συμμετέχοντας ενεργώς στα κοινά:

Ν.Ν. Σαρίπολος, Γιώργος Θεοτοκάς, Ρόδης Ρούφος, Φαίδων Βεγλερής, Γιώργος Κουμάντος, Λέων Καραπαναγιώτης, Αλέξανδρος Σβώλος, Αριστόβουλος Μάνεσης, Δημήτρης Τσάτσος, Τάσος Γιαννίτσης, Αλέξης Δημαράς, Νίκος Θέμελης, Νίκος Σβορώνος, Νίκος Πουλαντζάς, Michel Miaille, Άννα Φραγκουδάκη.

Τον τόμο συμπληρώνουν κείμενα του συγγραφέα που γράφτηκαν, όπως σημειώνει, «με αφορμή διάφορα περιστατικά», δίνοντάς του την ευκαιρία να τα μελετήσει «από την ειδικότερη σκοπιά του κλάδου μου», του συνταγματικού δικαίου.

Εντέλει, όλα αυτά μαζί συνιστούν πράγματι μία ελληνική ιστορία, χρήσιμη και ψυχωφελή. Η γραφή άλλωστε του συγγραφέα είναι καλλιεργημένη, σαφής, δωρική και ζωντανή ταυτοχρόνως. Ελπίζω το βιβλίο να διαβαστεί από πολλούς.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

Τα «εμβόλιμα» κείμενα του Νίκου Αλιβιζάτου, κάποια μάλιστα από αυτά γραμμένα σε ανύποπτο, όπως λέμε, χρόνο και γύρω από τα οποία ακόμη συζητάμε —και θα συνεχίσουμε να συζητάμε στο μέλλον—, αναφέρονται σε θέματα όπως: ο χωρισμός Εκκλησίας-κράτους, το Μεταναστευτικό, η εκλογική μεταρρύθμιση, το πανεπιστημιακό άσυλο, η ΕΡΤ, το σύμφωνο συμβίωσης κλπ. Μολονότι κανένα τους δεν είναι χαρακτηριστικό κομμάτι του βιβλίου (δεν «προσωπογραφείται» κάποιος), κρίναμε χρήσιμο να αναδημοσιεύουμε εδώ το κείμενο 28, που αφορά το σύμφωνο συμβίωσης:

 

Το 2004, λίγο μετά την εκλογή του στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, ο Γιώργος Παπανδρέου μού ζήτησε να ενταχθώ στον Τομέα Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του κινήματος, προκειμένου να συμβάλω, κατά το δυνατόν, στην επεξεργασία και προβολή θέσεων πάνω σε θέματα ανεπαρκώς ακόμη μελετημένα. […] Στην Επιτροπή εκείνη καταρτίσαμε πρόταση νόμου για την καθιέρωση του «συμφώνου συμβίωσης» για τα ομόφυλα ζευγάρια. Η Ελλάδα ήταν από τις ελάχιστες χώρες της Ευρώπης που η νομοθεσία της δεν πρόβλεπε τίποτα για το θέμα. […] Το ΠΑΣΟΚ, ως αξιωματική αντιπολίτευση, δεν τόλμησε τότε να καταθέσει στη Βουλή την πρόταση του Τομέα μας, όχι βέβαια για να την περάσει, αλλά για να προκαλέσει έστω κάποια συζήτηση. Απλώς, το 2008, όταν η ΝΔ έφερε ως κυβέρνηση στη Βουλή νομοσχέδιο, που καθιέρωνε σύμφωνο συμβίωσης μόνο για τα ετερόφυλα ζευγάρια (ψηφίσθηκε ως ν. 3719/2008), αντιτάχθηκε στον αποκλεισμό των ομοφύλων. […] Για τον αποκλεισμό αυτόν των ομοφύλων ζευγαριών καταδικάσθηκε λίγο αργότερα η Ελλάδα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ύστερα από προσφυγή που καταθέσαμε και υποστηρίξαμε στο Στρασβούργο με τον Βαγγέλη Μάλλιο, για λογαριασμό τριών ομοφυλόφιλων ζευγαριών (απόφαση Βαλλιανάτου κ.ά. κατά Ελλάδος, 7.11.2013, σε μείζονα σύνθεση). […]

Πρόταση νόμου: «Σύμφωνο συμβίωσης». Αιτιολογική έκθεση

Α΄. Επί της αρχής

1. Στην Ελλάδα, αν και το ποσοστό των παντρεμένων επί του συνόλου των ζευγαριών που συμβιώνουν είναι, μαζί με αυτό της Ιρλανδίας, ένα από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο αριθμός των ελεύθερων ενώσεων αυξάνεται συνεχώς. Βέβαια, ακριβή στατιστικά στοιχεία για τα ανύπαντρα ζευγάρια δεν υπάρχουν, όμως όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν προς την άποψη ότι το ποσοστό τους, στις νεαρές ιδίως ηλικίες, μεγαλώνει. Διότι, όπως έχει επισημανθεί, ο γάμος σήμερα αποτελεί συνήθως περισσότερο το επιστέγασμα ενός προγενέστερου και συνήθως μακρόχρονου δεσμού, παρά την απαρχή μιας νέας φάσης στη ζωή των νεονύμφων. Από την άλλη, ο γάμος δεν συνιστά, όπως άλλοτε, την αναγκαία συνθήκη για τη δημιουργία οικογένειας, καθώς ο αριθμός των ανύπαντρων μητέρων αυξάνεται. Εν όψει της νέας αυτής πραγματικότητας, δεν θα πρέπει να εκπλήσσει ότι, εδώ και χρόνια, τόσο τα δικαστήρια όσο και οι θεωρητικοί του δικαίου μας δέχονται ότι οι έννοιες της οικογένειας και του γάμου —όπως τις κατοχυρώνει το Σύνταγμα (άρθρο 21§1)— δεν είναι στατικές, αλλά μεταβάλλονται: μαζί με τις αξίες, τα ήθη και τις νοοτροπίες μιας κοινωνίας παραδοσιακά ανοιχτής σε ξένα ρεύματα και επιρροές, εξελίσσονται και αυτές, κάτι που ο νομοθέτης δεν δικαιούται να αγνοήσει.

2. Εξ άλλου, παρά τις γνωστές προκαταλήψεις, αυξάνεται στη χώρα μας ο αριθμός και των σεξουαλικά «διαφορετικών». Χωρίς βεβαίως να αναγνωρίζονται ως ξεχωριστή κατηγορία —πολύ λιγότερο ως μειονότητα— οι ομοφυλόφιλοι, οι λεσβίες, οι αμφιφυλόφιλοι και οι τρανσεξουαλικοί, σύμφωνα με τις καθιερωμένες διακρίσεις, έχουν επιβάλει την παρουσία τους, όχι μόνον, όπως άλλοτε, στον καλλιτεχνικό κόσμο, αλλά σε ένα ευρύτερο πεδίο επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Δεν έχουν παύσει, παρά ταύτα, να αποτελούν αντικείμενο προσβλητικών συμπεριφορών εκ μέρους των αρχών αλλά και του «μέσου» πολίτη, καθώς τα στερεότυπα άλλων εποχών εξακολουθούν λίγο-πολύ να επιβιώνουν. Έτσι, αν και η ύπαρξη τους δεν αποσιωπάται όπως παλαιότερα, οι σεξουαλικά διαφορετικοί απέχουν από το να έχουν κατακτήσει την πολυπόθητη ισοπολιτεία, καθώς δεν ζουν υπό καθεστώς ισότητας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε σύγκριση με τους λοιπούς πολίτες. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι η ομοφυλοφιλία μεταξύ συναινούντων ενηλίκων έχει από μακρού αποποινικοποιηθεί και ότι, εδώ και χρόνια, μια σειρά δεσμευτικών και για τη χώρα μας ρυθμίσεων απαγορεύουν τις διακρίσεις με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό στους χώρους εργασίας — και όχι μόνον. Σημαντικός από την άποψη αυτή είναι ο ν. 3304/2005 για την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, ανεξαρτήτως, μεταξύ άλλων, του γενετήσιου προσανατολισμού (Α΄ 16). Με τον νόμο αυτό, το ελληνικό δίκαιο προσαρμόσθηκε στις δύο σχετικές κοινοτικές Οδηγίες, τη με αριθμ. 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου της 29.6.2000 και τη με αριθμ. 2000/78/ΕΚ επίσης του Συμβουλίου της 27.11.2000.

3. Η καθυστέρηση του Έλληνα νομοθέτη να αναλάβει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες φαίνεται ακόμη περισσότερο αν αναλογισθεί κανείς ότι, κατά την τελευταία δεκαετία, με εξαίρεση την Ιταλία, όλοι ανεξαίρετα οι κοινοτικοί εταίροι μας έχουν ψηφίσει νόμους για την αναγνώριση των δικαιωμάτων των συμβιούντων σε ελεύθερες ενώσεις και των σεξουαλικά διαφορετικών: μετά την Ολλανδία (2001) και το Βέλγιο (2002), τον (πολιτικό βεβαίως) γάμο προσώπων που ανήκουν στο ίδιο φύλο αναγνώρισε πρόσφατα και η (βαθύτατα καθολική) Ισπανία (2005). Μετά τη Σουηδία (1994) και τα άλλα σκανδιναβικά κράτη, τη συμβίωση ομόφυλων και ετερόφυλων ζευγαριών έχει αναγνωρίσει με το Pacte civil de solidarité (γνωστότερο ως PACS) η Γαλλία από το 1999, καθώς και τα περισσότερα γερμανικά κρατίδια, ενώ πρόσφατα ψήφισαν σχετικό νόμο η (επίσης θρησκευτικά συντηρητικότατη) Ιρλανδία (2004) και η Μεγάλη Βρετανία (2005). Εξ άλλου, με εμπεριστατωμένες αποφάσεις που εξέδωσαν τα τελευταία χρόνια, τα Συνταγματικά Δικαστήρια της Γαλλίας (CC 9.11.1999) και της Γερμανίας (BVerfG 17.7.2002) επικύρωσαν τις νομοθετικές αυτές πρωτοβουλίες, προς τις οποίες, όπως ήταν φυσικό, πέραν της Εκκλησίας, είχαν αντιταχθεί και ποικιλώνυμοι συντηρητικοί κύκλοι.

4. Σκοπός της παρούσας πρωτοβουλίας είναι να θέσει τέρμα στις δυσμενείς διακρίσεις και να αποκαταστήσει την ισοπολιτεία στο πεδίο των ελεύθερων ενώσεων ετερόφυλων και ομόφυλων ζυγαριών. Για μεν τα πρώτα, δηλαδή τα ετερόφυλα ζευγάρια που ζουν μαζί επί πολλά χρόνια και δεν επιθυμούν να παντρευτούν, οι συντάκτες της παρούσας πρότασης είναι πεπεισμένοι ότι η δυνατότητα που τους παρέχεται (μέσω του καθιερούμενου συμφώνου συμβιώσεως) να εξομοιώσουν τη σχέση τους —από πλευράς νομικών συνεπειών— με τη σχέση των συζύγων από γάμο θα συναντήσει ευρύτερη συναίνεση: η συνεχιζόμενη άρνηση των δικαστηρίων μας να αναγνωρίσουν στους επί μακρόν συμβιούντες στοιχειώδη δικαιώματα για αμοιβαία υποστήριξη και αλληλεγγύη φαίνεται σήμερα ακατανόητη· ακόμη σκληρότερη και προ πάντων άδικη είναι η ίδια άρνηση όταν εκδηλώνεται στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης, της συνταξιοδότησης και της κληρονομικής διαδοχής. Όσο για τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια, οι υπογράφοντες φρονούν ότι οι συνθήκες δεν έχουν ακόμη ωριμάσει στη χώρα μας για την αναγνώριση σε αυτούς δικαιώματος να συνάπτουν (πολιτικό) γάμο. Επελέγη, ως εκ τούτου, η λύση της καθιέρωσης και γι’ αυτούς του συμφώνου συμβιώσεως, με πλήρη εξομοίωση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους με εκείνα των συζύγων από γάμο.

Β΄. Επί των άρθρων

1. Στο άρθρο 1 της πρότασης εξειδικεύεται ο σκοπός —και, μέσω αυτού, το περιεχόμενο— του συμφώνου συμβιώσεως: μόνιμη ένωση ενηλίκων του ίδιου ή διαφορετικού φύλου, με σκοπό την αμοιβαία υποστήριξη και αλληλεγγύη και τη δημιουργία κοινότητας βίου. Με τις λέξεις «αμοιβαία υποστήριξη και αλληλεγγύη» υπονοείται η υποχρέωση υλικής και ηθικής βοήθειας και συμπαράστασης των συμβιούντων, που πρέπει βεβαίως να είναι ενήλικοι και να αποβλέπουν, όχι απλώς σε μια παροδική σχέση, αλλά σε μία μακροχρόνια ένωση. Εξ ου και η αναφορά στη δημιουργία μιας «κοινότητας βίου». Απόρροια της αρχής της αυτονομίας και της ελεύθερης επιλογής, το σύμφωνο συμβίωσης αν και έχει, έτσι όπως ρυθμίζεται στην πρόταση, προεχόντως συμβατικό χαρακτήρα, συγκεντρώνει και πολλά χαρακτηριστικά θεσμού.

2. Το άρθρο 2 της πρότασης αναφέρεται στον τρόπο σύναψης του συμφώνου. Συνεπής προς τον προεχόντως συμβατικό χαρακτήρα του συμφώνου, η πρόταση αρκείται στην αυτοπρόσωπη και από κοινού δήλωση των ενδιαφερομένων ότι επιθυμούν να συμβιώσουν, η οποία γίνεται, χωρίς πανηγυρικό τύπο, προς τον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας του τόπου όπου οι δηλούντες προτίθενται να εγκατασταθούν. Μερίμνη του δημάρχου, η σχετική πράξη καταχωρίζεται και κοινοποιείται στον ληξίαρχο του τόπου γεννήσεως των δηλούντων. Για τον έλεγχο της τυχόν συνδρομής κωλυμάτων, η παράγραφος 2 προβλέπει ότι, επί ποινή απαραδέκτου της δήλωσης, οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να επισυνάψουν πιστοποιητικά των οικείων Αρχών, από τα οποία να προκύπτει ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό τους καμία από τις ιδιότητες που προβλέπει το άρθρο 3 της πρότασης.

3. Τα κωλύματα για τη σύναψη συμφώνου συμβίωσης προβλέπονται από το άρθρο 3. Είναι έξι (6), τα τέσσερα (4) πρώτα από τα οποία συμπίπτουν με τα κωλύματα του γάμου που προβλέπει ο ΑΚ. Αν και απαρχαιωμένα, επαναλήφθηκαν και για το σύμφωνο συμβίωσης για λόγους ενότητας της έννομης τάξης. Το πέμπτο είναι το κώλυμα προηγούμενου συμφώνου, που εξακολουθεί να είναι σε ισχύ, ενώ το έκτο ορίζει ότι κωλύονται να συνάψουν σύμφωνο πρόσωπα που κανένα τους δεν έχει νόμιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Με την τελευταία αυτή ρύθμιση, την οποία —σημειωτέον— προβλέπουν σχεδόν όλες οι ισχύουσες νομοθεσίες ευρωπαϊκών κρατών, επιδιώκεται να αποτραπεί ο λεγόμενος «συμβιωτικός τουρισμός».

4. Το άρθρο 4 είναι από τα σπουδαιότερα της πρότασης, καθώς προβλέπει τις έννομες συνέπειες που συνεπάγεται η σύναψη του συμφώνου. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι το σύμφωνο, όσο είναι σε ισχύ, έχει για τους συμβιούντες όλες τις προσωπικές και περιουσιακές συνέπειες που παράγει ο γάμος για τους συζύγους, εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 1386-1416, 1820, 1821, 1824 και 1825 ΑΚ, καθώς και των σχετικών ρυθμίσεων της ισχύουσας φορολογικής, εργατικής, κοινωνικοασφαλιστικής και συνταξιοδοτικής νομοθεσίας. Κατά λογική ακολουθία, η παράγραφος 2 ορίζει ότι, όπου κατά την κείμενη νομοθεσία αρκεί ή απαιτείται η συγκατάθεση του ενός συζύγου για να επέλθουν έννομες συνέπειες στο πρόσωπο του άλλου, οι σχετικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται για τη συγκατάθεση του συμβιούντος. Για να επιτευχθεί μεγαλύτερη σαφήνεια, η παράγραφος 3 ορίζει ότι, με προεδρικό διάταγμα μπορεί να προβλεφθεί ότι συγκεκριμένες κάθε φορά ρυθμίσεις οποιουδήποτε άλλου κλάδου του δικαίου, που αναφέρονται στις σχέσεις των συζύγων από γάμο, εφαρμόζονται και στους συμβιούντες. Τέλος, η παράγραφος ορίζει ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης για την εφαρμογή διατάξεων, το πρωτοδικείο του τόπου της συγκατοίκησης ή της τελευταίας συγκατοίκησης των συμβιούντων αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, ύστερα από αίτηση του ενός από αυτούς ή, σε περίπτωση που αυτός έχει εκλείψει, των κατιόντων του, η οποία κοινοποιείται υποχρεωτικά και στον άλλο.

5. Για λόγους έμφασης, το άρθρο 5 της πρότασης ορίζει κάτι που προβλέπει έμμεσα ήδη και η ισχύουσα νομοθεσία: ότι, δηλαδή, τα ομόφυλα ζευγάρια (όπως άλλωστε και τα ετερόφυλα, εφ’ όσον δεν είναι σύζυγοι, βλ. άρθρο 1545 ΑΚ) δεν επιτρέπεται να υιοθετήσουν από κοινού. Προφανώς, η προηγούμενη υιοθεσία από έναν τουλάχιστον από τους συμβιούντες δεν συνιστά κώλυμα για τη σύναψη του συμφώνου και δεν απαγορεύεται η επιγενόμενη.

6. Το άρθρο 6 της πρότασης αναφέρεται στη λύση του συμφώνου, για την επέλευση της οποίας δεν προβλέπεται η έκδοση διαζυγίου, αλλά μια διαδικασία απλούστερη, συνάδουσα με την πνεύμα που διέπει τον εισαγόμενο θεσμό. Εκτός από τον θάνατο και τον γάμο ενός τουλάχιστον από τους συμβιούντες (ή, προφανώς, των συμβιούντων, εφ’ όσον είναι ετερόφυλοι, μεταξύ τους), ως λόγος λύσης του συμφώνου προβλέπεται η από κοινού δήλωση των συμβιούντων, από τη μια, και η μονομερής (αναιτιολόγητη) δήλωση του καθενός από αυτούς, με επέλευση όμως των συνεπειών της έξι (6) μήνες αργότερα. Τέλος, η παράγραφος 6 του άρθρου 7 ορίζει ότι, μετά τη λύση του συμφώνου, οι πρώην συμβιούντες ρυθμίζουν ωστόσο με συμφωνία ενώπιον συμβολαιογράφου τις περιουσιακές σχέσεις τους. Σε περίπτωση διαφωνίας, προβλέπεται ότι, επιφυλασσομένων των εκατέρωθεν αξιώσεων για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, τις περιουσιακές εκκρεμότητες της συμβίωσης ρυθμίζει το πρωτοδικείο του τόπου της τελευταίας συγκατοίκησης των πρώην συμβιούντων, ύστερα από αίτηση ενός από αυτούς, η οποία κοινοποιείται υποχρεωτικά και στον άλλο.

7. Το άρθρο 7 της πρότασης απειλεί με ποινές φυλάκισης όσους συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης ενώ συντρέχει στο πρόσωπό τους ένα ή περισσότερα από τα κωλύματα του άρθρου 3. Η ίδια ποινή επιβάλλεται και στον άλλο συμβιούντα, εφόσον τελούσε σε γνώση του κωλύματος του πρώτου. Ποινή φυλάκισης αλλά μικρότερης διάρκειας απειλεί η παράγραφος 2 κατά εκείνου ο οποίος, για να συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ή για να το λύσει, δηλώνει στις Αρχές ψευδή στοιχεία, ενώ η παράγραφος 3 τιμωρεί ως παράβαση καθήκοντος, κατά το άρθρο 259 ΠΚ, την άρνηση από τον οικείο δήμαρχο να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του που προβλέπει το άρθρο 1. Τέλος, επειδή η ασέλγεια παρά φύση του άρθρου 347 ΠΚ τιμωρείται κατ’ ουσίαν από σειρά άλλων διατάξεων (βλ. 338, 339, 342 και 343 ΠΚ), προτείνεται η κατάργηση του εν λόγω άρθρου πρωτίστως ως περιττού, αλλά και διότι —όπως άλλωστε παρατηρεί στο από 16.12.2004 πόρισμά της και η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου— εισάγει μιαν ακόμη δυσμενή διάκριση εις βάρος των αρρένων ομοφυλοφίλων.