Τα παγκάκια

L
Νίκος Δασκαλάκης

Τα παγκάκια

Κάθε φορά που ο δρόμος με βγάζει προς τα εκεί, τα βρίσκω στη θέση τους. Παντοτινά και αδιασάλευτα να αγναντεύουν τη θάλασσα, αυτό τον καμβά με τα χίλια χρώματα, άλλοτε σαν πίνακας του Μονέ από τη συννεφιασμένη Νορμανδία και άλλοτε σαν ξεθωριασμένη καρτ-ποστάλ από την Καραϊβική. Συνήθως δεν είναι μόνα τους: φιλοξενούν εφηβικές παρέες, συνεσταλμένα ζευγάρια, νέους γονείς με τα μωρά τους, μοναχικούς περιπατητές, ξένους ταξιδιώτες και ερασιτέχνες φωτογράφους. Αυτή τη φορά, όμως, δεν υπήρχε σχεδόν κανείς κοντά τους, τα κύματα, που είχε σηκώσει ο νοτιάς, τα έβρεχαν αλύπητα και απομάκρυναν τους επίδοξους επισκέπτες τους, που περιορίζονταν να τα χαζεύουν από μακριά, σαν ένα αναπόσπαστο στοιχείο του κάδρου που σχημάτιζε σταδιακά το νοεμβριάτικο δειλινό. «Το φως τραβιόταν θεϊκό / στο ηλιοβασίλεμά του, / πίσω απ’ τη μάντρα της αυλής / και το καμένο σπίτι. / Είχαν απλώσει τα σεντόνια στο σκοινί, / έπαιζες μόνος μα αισθανόσουν τη σκηνή, / σαν θεατράκι επουράνιο / μες στο κόκκινο το φως, / πίσω απ' τα χρώματα να παίζει / με το παιδάκι του ο Θεός». Οι στίχοι του Σαββόπουλου με πλημμύρισαν καθώς πατούσα το κλικ της μηχανής, στην προσπάθειά μου να αποτυπώσω τη στιγμή στην τεχνητή μνήμη της φωτογραφίας, την τόσο διαφορετική από την πραγματική μας μνήμη, αυτήν που κάθε φορά, τεχνηέντως, μας εξαπατά. Οι αναμνήσεις καταπνίγουν τις εντάσεις που συνόδευαν τις γενέθλιες στιγμές τους, αλλά οι εικόνες και τα τοπία τις επαναφέρουν στην επιφάνεια του παρόντος σαν ένα κεραυνοβόλο déjà vu που ξεβράζει καταπιεσμένα συναισθήματα, μια απρόσμενη εισβολή ενός ξεκάθαρα σχηματοποιημένου «τότε» σε ένα θολό και αέναα μεταβαλλόμενο «μετά». Αυτό το «μετά» είναι η λέξη-κλειδί για αυτό που βιώνουμε τώρα, τώρα που ερχόμαστε αντιμέτωποι με φαινόμενα για τα οποία τίποτε στο παρελθόν δεν μας είχε προετοιμάσει, «ψάχνοντας ψηλαφητά να βρούμε τις λέξεις για να ονοματίσουμε το άγνωστο, έστω και αν δεν μπορούμε ακόμα ούτε να το προσδιορίσουμε, ούτε να το κατανοήσουμε», όπως έγραφε και ο σοφός Hobsbawm στον «Σύντομο Εικοστό αιώνα» του. Μεγαλώνοντας σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία και βίαια, με τις βεβαιότητές μας αφημένες στο πιο σκονισμένο ραφάκι του μυαλού, παρατηρώντας, σε fast forward, τη μετάλλαξη ανθρώπων, των οποίων η εικόνα που είχαμε ίσως τελικά να μην υπήρξε ποτέ στ’ αλήθεια, τα προσωπικά σημεία αναφοράς καταλήγουν να είναι πιο σημαντικά από ποτέ. Ίσως γιατί, τη στιγμή που αντικρίζεις τα θαλασσοδαρμένα παγκάκια της ανήλικης ζωής σου, αντιλαμβάνεσαι από πού ξεκίνησες, πόσο δρόμο έχεις διανύσει — και πως η πραγματική ευτυχία είναι μπανάλ.