Τέλος εποχής

L
Ρωμανός Γεροδήμος

Τέλος εποχής

Λογικά, όταν θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές, το σήμα του Mega θα έχει πλέον πάψει να μεταδίδεται στις οθόνες της τηλεόρασης, μετά από 29 ολόκληρα χρόνια. Ο απόλυτος κυρίαρχος του τηλεοπτικού και δημοσιογραφικού στερεώματος δεν υπάρχει πια. Λόγω του οικονομικού, διοικητικού και ρυθμιστικού θρίλερ που εξελίχθηκε τα τελευταία χρόνια, έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά για την οικονομική διαχείριση και τον πολιτικό ρόλο του καναλιού. Πολλοί εστιάζουν (και καλά κάνουν) στην τύχη των εκατοντάδων εργαζομένων, τεχνικών και δημοσιογράφων, που είτε παρέμειναν απλήρωτοι, είτε έχασαν περισσότερο ή λιγότερο ξαφνικά τη δουλειά τους. Η δική μου οπτική γωνία είναι διαφορετική· είναι η προσωπική, υποκειμενική οπτική γωνιά ενός θεατή ο οποίος –με πλήρη συνείδηση των λέξεων– νιώθει ότι σήμερα χάνει ένα κομμάτι του εαυτού του, της νεότητάς του και της ταυτότητάς του, ατομικής και συλλογικής.

Κάθε γενιά έχει το δικό της μέσο: γενιές του ραδιοφώνου, της εφημερίδας, της τηλεόρασης, του ίντερνετ, του Facebook, των κινητών τηλεφώνων. Για πολλούς από όσους γεννηθήκαμε από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, το Mega δεν είναι (ήταν) απλώς ένα ακόμη τηλεοπτικό κανάλι, αλλά ο βασικός μοχλός κοινωνικοποίησής μας· το καθοριστικό μέσο ενημέρωσης, διασκέδασης και διαφυγής· ένας πυλώνας του συλλογικού φαντασιακού της χώρας. Είναι δύσκολο να θυμηθεί κάποιος που την έζησε (και πολύ περισσότερο να φανταστεί κάποιος που δεν την έζησε) μία καθημερινότητα χωρίς υπολογιστές, ίντερνετ, κινητά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ψηφιακή τηλεόραση και με όλα κι όλα δύο κρατικά τηλεοπτικά κανάλια. H είσοδος της ιδιωτικής τηλεόρασης ήρθε σε μία κρίσιμη χρονική συγκυρία και άλλαξε τα πάντα.

Ο χρόνος κυλάει ανεπαίσθητα αλλά ασταμάτητα, σαν την άμμο στην κλεψύδρα· κι έτσι, βλέποντας την άμμο να κυλάει σιγά-σιγά, δεν αντιλαμβανόμαστε τη μεγάλη μεταβολή. Ίσως όταν ακούμε Mega σήμερα σκεφτόμαστε τα προβλήματα των τελευταίων χρόνων· ίσως σκεφτόμαστε τις παθογένειες της ιδιωτικής τηλεόρασης γενικά.

Αφιερώστε πέντε λεπτά για να δείτε ένα μοντάζ από την πρώτη ημέρα εκπομπής του καναλιού, στις 20 Νοεμβρίου 1989. Άλλες εποχές στην τηλεόραση· άλλες εποχές, τελεία. Στα 30 αυτά χρόνια δεν άλλαξε μόνο η σοβαρότητα, ο επαγγελματισμός και οι ενδυματολογικές επιλογές των δημοσιογράφων, αλλά και η αίσθηση της ανανέωσης και της ελπίδας. Τα λόγια των υπευθύνων του καναλιού εκείνη την πρώτη μέρα ακούγονται σήμερα στομφώδη και ψωνισμένα. Δεν φταίει το ελπιδοφόρο «τότε». Φταίει το κυνικό και παραιτημένο «τώρα». Το επικό μουσικό θέμα του Δημήτρη Παπαδημητρίου θα είναι για πάντα συνυφασμένο με το δελτίο ειδήσεων.

Για πολλά χρόνια το Mega (όπως και ο Antenna) προσέλκυσε τους καλύτερους δημοσιογράφους και ρεπόρτερ· τους καλύτερους τεχνικούς και αρχισυντάκτες· τους καλύτερους σχολιαστές, εκλογολόγους, αθλητικογράφους, σεναριογράφους, ηθοποιούς και συνθέτες· είχε το καλύτερο δελτίο ειδήσεων, τις καλύτερες ελληνικές σειρές, τις καλύτερες ξένες σειρές, τις καλύτερες ταινίες, τα καλύτερα τηλεπαιχνίδια. Άλλαξε ριζικά και δομικά τη δημοσιογραφία, τη διαφήμιση, την πολιτική επικοινωνία, τη δραματουργία, τη σάτιρα, την παραγωγή. Έφερε στην Ελλάδα εκπομπές και δομές εξωτερικού και ταυτόχρονα αποτέλεσε παράθυρο στον έξω κόσμο. Μετέδωσε ζωντανά πολέμους και διεθνείς εξελίξεις με τρόπο που δεν το είχε κάνει κανείς μέχρι τότε στην Ελλάδα. Μετέτρεψε το δελτίο ειδήσεων σε κοινωνικό έθιμο, σε δημόσια σφαίρα. Κατέστη, δηλαδή, υποδομή της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Κυρίως, όμως, εξέφρασε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μίας δυναμικής και ανερχόμενης μεσαίας τάξης η οποία είχε βαρεθεί πλέον να ζει με το αισθητικό, κοινωνικό και πολιτισμικό στίγμα της νεο-Οθωμανικής Ψωροκώσταινας και αναζήτησε την ευρωπαϊκή εξωστρέφεια, τη φιλοδοξία, την ευημερία. Θεωρώ ότι η ιδιωτική τηλεόραση και ειδικά το Mega –το οποίο ταυτίστηκε περισσότερο με τον ευρύτερο κεντρώο χώρο– έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία των συνθηκών για την ανάδειξη και (σύντομη) πολιτική κυριαρχία του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος.

Όλα αυτά δεν έγιναν αυτόματα. Κάποιοι άνθρωποι επένδυσαν σε αυτά· τα ονειρεύτηκαν, τα φαντάστηκαν, τα σχεδίασαν, τα πραγματοποίησαν με καθημερινό μόχθο και επαγγελματισμό, μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Άνθρωποι των οποίων η δουλειά εδώ και μερικά χρόνια απαξιώνεται χωρίς ιδιαίτερο κόπο από τους ίδιους τους θεατές και τους παράγοντες που επωφελήθηκαν από τον οργανισμό αυτό· από τους ίδιους τους ανθρώπους που έφτιαξαν την καριέρα και την περσόνα τους στα χρυσά χρόνια του Mega και μετά άνοιξαν τα δικά τους μαγαζιά –δημοσιογραφικά, εκδοτικά, βουλευτικά, υπουργικά– με τα δικά τους στάνταρ, τα οποία θα τα κρίνει η ιστορία.

Είναι σαφές ότι το μεγάλο κανάλι έκανε και μεγάλα λάθη. Συμμετείχε και αυτό στον εκφυλισμό. Στον εκφυλισμό των έξι και εννέα «παραθύρων» στο δελτίο ειδήσεων, με τους καλεσμένους να φωνάζουν ταυτόχρονα και αδιάκοπα και τους πολιτικούς να εκμεταλλεύονται το χάος για να αποφύγουν επιμελώς τις δύσκολες ερωτήσεις. Στον εκφυλισμό του αθέμιτου ανταγωνισμού, με τα δελτία των 20:30 να ξεκινούν κάθε μέρα όλο και πιο νωρίς με αποτέλεσμα στο τέλος να ξεκινούν τρία τέταρτα νωρίτερα, στις… 19:45. Στον εκφυλισμό των μετρήσεων τηλεθέασης, οι οποίες υπάρχουν σε όλον σχεδόν τον πολιτισμένο κόσμο αλλά, σε ένα διεστραμμένο μεταμοντέρνο inception, στην Ελλάδα έγιναν οι ίδιες το αντικείμενο της τηλεοπτικής κάλυψης. Στον εκφυλισμό του πολιτικού διαλόγου, με τους βαρόνους-παρουσιαστές του κεντρικού δελτίου να επισκιάζουν τους πολιτικούς αρχηγούς στη διάρκεια του προεκλογικού ντιμπέιτ. Στον εκφυλισμό της σάτιρας και της κωμωδίας, με την ανάθρεψη του λαζοπούλειου λαϊκισμού· με λόγο και παρουσίες που απευθύνονται στα πιο φτηνά και πρωτόγονα ένστικτα της ελληνικής κοινωνίας. Όντας το μεγαλύτερο κανάλι σε θεαματικότητα και ένας βασικός πυλώνας του τηλεοπτικού τοπίου καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, είναι σαφές ότι έχει και το Mega ευθύνη για όλα αυτά τα φαινόμενα παρακμής.

Κι όμως, αν συγκρίνει κάποιος το πρόγραμμα των καναλιών και το περιεχόμενο των εκπομπών τους τα τελευταία 20 ή 30 χρόνια, δεν ήταν το Mega ο βασικός υπεύθυνος της παρακμής αυτής· δεν ήταν το Mega ο φορέας που εξέθρεψε τα φαινόμενα αυτά. Το Mega λειτούργησε από την αρχή μέσα σε ένα ατελές –και κατα καιρούς βαθιά προβληματικό– ρυθμιστικό, ιδιοκτησιακό, διαφημιστικό, εργασιακό και ενημερωτικό σύστημα. Πολλοί το συγκρίνουν με κορυφαία κανάλια του εξωτερικού, για να καταλήξουν στο ότι αποδείχθηκε κατώτερο των περιστάσεων. Η σύγκριση όμως θα έπρεπε να γίνεται με τον ανταγωνισμό του: με τα κανάλια των εσωγήινων και των Νεφελίμ· των τηλεφωνικών καταγγελιών και του Κάτμαν· με τα κανάλια του εμπορίου χαλιών, ρατσισμού και μίσους· με τις εκπομπές «λόγου» και «ρεπορτάζ» που ανέδειξαν ό,τι πιο περιθωριακό υπήρξε ποτέ· με τα δελτία των ψευδών ειδήσεων και τα μεταμεσονύχτια «ποδοσφαιρικά» πάνελ· με τα κανάλια πολιτικών που από τηλεστάρ-περίγελοι έγιναν πρόεδροι κοινοβουλευτικών κομμάτων και ρυθμιστές του πολιτεύματος· με τα κανάλια του υπόκοσμου, των μπράβων, της νύχτας. Ε, όχι, ας είμαστε δίκαιοι, έστω και τώρα που είναι πλέον πολύ αργά: δεν ήταν αυτό το Mega.

Μέχρι το τέλος, η συνολική ποιότητα των εκπομπών του ήταν διακριτά καλύτερη σε σύγκριση με τα περισσότερα εάν όχι όλα τα υπόλοιπα ελληνικά κανάλια. Υποψιάζομαι ότι ο λόγος που το Mega τώρα συγκεντρώνει τα πυρά πολλών θεατών του είναι άλλος. Η πορεία του Mega τα τελευταία 30 χρόνια –αυτή η σάγκα της ανάγκης, της επένδυσης, της ελπίδας, της φιλοδοξίας, του εκσυγχρονισμού, της ευημερίας, της φθοράς και της κόπωσης, της αισθητικής παρακμής, της οικονομικής κρίσης, της συλλογικής απαξίωσης– είναι η ίδια η πορεία της ύστερης μεταπολίτευσης και των βασικών φορέων της: κομμάτων, εκδοτικών συγκροτημάτων, θεσμών, αξιών, ιδανικών, συλλογικοτήτων· η πορεία δηλαδή της Ελλάδας. Η απαξίωση του Mega είναι κομμάτι της συνολικότερης ισοπέδωσης της μεταπολίτευσης.

Τι μένει; Μένουν όσα μάς έδωσε το Mega όλα αυτά τα χρόνια, πράγματα που κάποιους μάς διαμόρφωσαν και είμαστε εντελώς απενοχοποιημένοι και περήφανοι γι’ αυτό. Μένουν οι αναμνήσεις αυτών που δούλεψαν εκεί και αυτών που κατανάλωσαν το προϊόν τους. Μένει η γνώση ότι μια καλύτερη τηλεόραση είναι εφικτή. Μένει η ανάμνηση μιας εποχής ελπίδας. Και η ελπίδα ότι, αφού τότε έγινε ένα τολμηρό και φιλόδοξο βήμα που άλλαξε τα πάντα, ίσως κάποια στιγμή στο όχι πολυ μακρινό μέλλον θα ζήσουμε κάτι αντίστοιχο και, γιατί όχι, ακόμη καλύτερο. Κάποια στιγμή η ίδια η κοινωνία, όταν θα έχει πλέον κουραστεί, θα το απαιτήσει.

Αντίο, Mega. Θα μας λείψεις. Και σ’ ευχαριστούμε.

[Διαβάστε: Για την πρώιμη φάση της ελληνικής τηλεόρασης, το βιβλίο του Παύλου Τσίμα, «Ο φερετζές και το πηλήκιο» (Μεταίχμιο 2014). Για την ίδρυση της ιδιωτικής τηλεόρασης και τον μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας, το βιβλίο του Αντώνη Καρακούση «Μετέωρη Χώρα: Από την κοινωνία της ανάγκης στην κοινωνία της επιθυμίας 1975-2005» (Εστία 2006). Για το τηλεοπτικό τοπίο στην Ευρώπη και την Ελλάδα και ειδικά για τις παθογένειες της ιδιωτικής τηλεόρασης, το βιβλίο του Στέλιου Παπαθανασόπουλου, «Η τηλεόραση στον 21ο αιώνα» (Καστανιώτης 2005)].