Καθωσπρέπει φόνοι

C
Γρηγόρης Αζαριάδης

Καθωσπρέπει φόνοι

Την τελευταία φορά που άκουσα τον πολυχρησιμοποιημένο εσχάτως όρο «urban crime fiction» ήταν στην παρουσίαση του Stuart Neville, σε γνωστό κεντρικό βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Ο εξαιρετικός Ιρλανδός αστυνομικός συγγραφέας αναφέρθηκε στον σχετικό όρο, περιγράφοντας μια αστυνομική ιστορία «όπου πρωταγωνιστεί η πόλη». Πέρα και πάνω από την πλοκή και τις προσωπικές διαδρομές των κεντρικών χαρακτήρων, κυριαρχεί η ατμόσφαιρα της πόλης.

Βέβαια, το νουάρ έχει χαρακτηριστεί, πολλά πολλά χρόνια πριν, ως το «σκοτεινό έπος των μεγαλουπόλεων». Από την εποχή ήδη των Χάμετ και Τσάντλερ, η πλοκή των μυθιστορημάτων τους εκτυλισσόταν μέσα στα όρια της πόλης. Σκληροί κακοποιοί, παράνομοι επιχειρηματίες, σκοτεινοί πολιτικοί και διεφθαρμένοι αστυνομικοί περιέφεραν το δράμα και την προσωπική τους τραγωδία μέσα σε κακόφημες συνοικίες με μισοφωτισμένους έρημους δρόμους, εκεί όπου το έγκλημα παραμόνευε σε κάθε βήμα.

Στην επανάσταση του polar, ο Μανσέτ και οι επίγονοί του βγάζουν την πλοκή από τα όρια της πόλης και ταξιδεύουν κυριολεκτικά το έγκλημα στην ύπαιθρο. Οι μισοφωτισμένοι δρόμοι δίνουν εδώ τη θέση τους στα έρημα, απομακρυσμένα αγροκτήματα, έξω και μακριά από τον αστικό ιστό. Μια πρακτική που έχουν ακολουθήσει και πολλοί εκπρόσωποι της Σκανδιναβικής Σχολής.

Ο όρος «urban crime fiction» ομολογώ ότι με προβλημάτισε σε μεγάλο βαθμό και με ώθησε σε μια βαθύτερη διερεύνηση, που τελικά με οδήγησε σε διαφορετικά επίπεδα, ξεφεύγοντας τελικά από την τοπογραφική έννοια του σκηνικού, του περίγυρου του χώρου όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής. Μοιραία, και αρχικά μάλλον υποσυνείδητα, βρέθηκα να σκάβω κάτω από την επιφάνεια και να αγγίζω τη βαθύτερη κοινωνική έννοια που μπορεί να περικλείει. Στρώθηκα λοιπόν να μελετήσω αναλυτικότερα το φαινόμενο, εντρυφώντας στα κοινωνικά χαρακτηριστικά της αποκαλούμενης και «σύγχρονης ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας».

(Οι σκέψεις που ακολουθούν είναι, ως συνήθως οι περισσότερες σκέψεις του υπογράφοντα, αυθαίρετες και δεν υποστηρίζονται από «αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία», που λέμε και στα αστυνομικά μας μυθιστορήματα. Αποτελούν θέσεις ενός «μέσου αναγνώστη αστυνομικών μυθιστορημάτων» και ως τέτοιες μόνο μπορούν να διαβαστούν).

Την τελευταία δεκαετία στη σκηνή της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας έχουν εμφανιστεί πολλοί και καλοί αστυνομικοί συγγραφείς. Νέοι, μεσήλικες, γυναίκες, άντρες έχουν ανεβάσει αρκετά ψηλά τον πήχυ, εκδίδοντας πολλά βιβλία, κάποια εκ των οποίων είναι πραγματικά πολύ καλά. Η μεγάλη πλειοψηφία των προαναφερομένων ανήκει «συγγραφικά» στη γενιά των επιγόνων των Μαρή και Μάρκαρη. Χρονικά βέβαια, όχι στην πρώτη αλλά μάλλον στην επόμενη. Είναι αυτοί που κινούνται, «συγγραφικά» πάντα, στον χώρο αυτού που προσωπικά θεωρώ ως «νέο αστικό ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα», λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις κοινωνικές παραμέτρους και συνιστώσες που χαρακτηρίζουν τα έργα τους.

Ας ξεκινήσουμε χωροταξικά. Η υπόθεση των συγκεκριμένων μυθιστορημάτων εκτυλίσσεται στα όρια των πόλεων Αθήνα, Θεσσαλονίκη και επαρχιακές πόλεις. Μέσα στον αστικό ιστό. Η πλοκή, ως είθισται, επικεντρώνεται στην εξιχνίαση κάποιου εγκλήματος ή πολλές φορές μιας σειράς εγκλημάτων, που υπονοούν την παρουσία ενός τυπικού serial killer, άσχετα αν ο συγγραφέας αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τον σχετικό όρο, θεωρώντας (άστοχα, κατά την άποψή μου) ότι παραπέμπει στη σύγχρονη Σκανδιναβική Σχολή. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του τύπου μυθιστορημάτων ξεκινούν από την ταξική προέλευση των θυμάτων, σε πολλές όμως περιπτώσεις και των δολοφόνων. Οι πλείστοι ανήκουν στη μεσοαστική ή τη μεγαλοαστική τάξη. Λιγότεροι εξ αυτών έχουν πλέον ενταχθεί στο κοινωνικό περιθώριο, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους ανήκαν στις ίδιες τάξεις.

Αλλά και οι αστυνομικοί συμπλέουν. Είτε πρόκειται για αστυνόμους της ΕΛΑΣ, όπως συμβαίνει κατά μέγιστο ποσοστό, είτε για οποιασδήποτε μορφής «ιδιωτικούς ερευνητές», παρουσιάζονται ως «καθωσπρέπει» δημόσιοι λειτουργοί. Καλοντυμένοι, με σωστή συμπεριφορά, υπέρμαχοι της ομαδικής δουλειάς, εργάζονται μεθοδικά για να επιλύσουν τις υποθέσεις που αντιμετωπίζουν. Δεν είναι μεγαλοφυείς, σύγχρονοι Σέρλοκ Χολμς, αλλά είναι επίμονοι, εργατικοί και μεθοδικοί, ακολουθώντας πιστά τα βήματα των προτύπων Μπέκα και Χαρίτου. Σπάνια παρεκκλίνουν των «νομίμων διαδικασιών» — κι αν κάποια στιγμή συμβεί κάτι τέτοιο, θα είναι «εντός των ορίων» της σχετικής παρέκκλισης. Και ποτέ συστηματικά.

Στην προσωπική τους ζωή, μία από τα ίδια. Κάμποσοι είναι σωστοί οικογενειάρχες. Κάποιοι άλλοι έχουν τα προσωπικά τους προβλήματα. Είτε ένα υπό εξέλιξη διαζύγιο, είτε κάποιον γιο ή θυγατέρα με προβλήματα της ηλικίας. Αλλά μη φανταστείτε κάτι ιδιαίτερα σκληρό και συνεπώς ανεπανόρθωτο. Οποιαδήποτε σχέση με «κατεστραμμένους» ή «καταραμένους» αντίστοιχους Ευρωπαίους ήρωες αποκλείεται. Σπανιότατα θα συναντήσουμε αστυνομικούς εθισμένους σε αλκοόλ ή ουσίες, ακόμη και τύπους με σεξουαλική δραστηριότητα στα επίπεδα του φυσιολογικού. Για παραπάνω, ούτε συζήτηση. Το ίδιο σπάνια είναι η ύπαρξη κεντρικής ηρωίδας στον χώρο. Η γυναικεία παρουσία κατά μέγιστο ποσοστό περιορίζεται σε βοηθητικό, υποστηρικτικό ρόλο.

Το πλαίσιο του «νέου αστικού ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος» υπαγορεύει και τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Μια γλώσσα χωρίς σκληρές γωνίες, που έχει περάσει από μια διαδικασία λείανσης για να αποδοθεί στον αναγνώστη καθαρή και επίσης «καθωσπρέπει», αποφεύγοντας την αργκό, τις λεκτικές ενοχλήσεις και τα σεξιστικά σχόλια. Ακόμη και στην περίπτωση που πρέπει να γίνει αναπαράσταση σκηνών με υπόκοσμο, πληροφοριοδότες ή και συσκέψεις αστυνομικών, εκεί όπου η αργκό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ρεαλιστική και αναγκαία, θα αντιμετωπίσουμε «καθαρούς» και «ευπρεπείς» διαλόγους.

Η συμμόρφωση με το συγκεκριμένο στιλ γραφής αντανακλάται και στην περίπτωση των φόνων καθαυτών και φυσικά και της περιγραφής των σκηνών εγκλημάτων. Η συνήθης απεικόνιση κι εδώ είναι καθαροί, «καθωσπρέπει» φόνοι. Μια βολίδα στην καρδιά ή στο κεφάλι. Μια πέτρα. Μια μικρή αγχόνη. Ή ένα καθ’όλα αξιοπρεπές δηλητήριο. Η υπερβολική ποσότητα αίματος των Σκανδιναβών αποτελεί εδώ κλασικό παράδειγμα προς αποφυγή. Κι αυτό ίσως αποτελεί ένα από τα θετικά στοιχεία του «νέου αστικού ελληνικού αστυνομικού μυθιστόρηματος».

Όσον αφορά την πλοκή, θα παρατηρήσουμε μια συνήθως γραμμική ανάπτυξη. Λίγες μόνο εξαιρέσεις, που κι αυτές συνήθως περιορίζονται σε κάποια απλά, συγκεκριμένα φλας μπακ. Απλή, καθαρή πλοκή. Τακτοποιημένη. Ακολουθούμε ένα συγκεκριμένο μονοπάτι, αποφεύγοντας πολυδαίδαλες παρεκκλίσεις με στόχο την παραπλάνηση του αναγνώστη. Και οι ανατροπές με μέτρο, χωρίς να γίνονται αυτοσκοπός. Άλλο ένα θετικό στοιχείο της συγκεκριμένης σχολής.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι αυτής της τάσης των νέων Ελλήνων αστυνομικών συγγραφέων αποτελεί το κοινωνικό σχόλιο που κινείται παράλληλα και πολλές φορές υπόγεια με την πλοκή του μυθιστορήματος. Θα τολμήσω να υποστηρίξω ότι, είτε πρόκειται για ανθρώπους που προέρχονται από τον ευρύτερα χαρακτηριζόμενο «προοδευτικό» χώρο είτε όχι, η κριτική τους ξεκινά από μια «συντηρητική» αντιπολιτευτική διάθεση και φυσικά περιορίζεται στα όρια της αποκαλούμενης «κοινοβουλευτικής δημοκρατίας». Αυτό είναι και το χαρακτηριστικότερο σημείο, που δικαιολογεί τον όρο «νέο αστικό ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα». Είναι ηλίου φαεινότερον ότι η προέλευση του συγγραφέα αντανακλάται με σαφήνεια στο πώς ασκεί την κριτική του στα κοινωνικά τεκταινόμενα. Για παράδειγμα, είναι πολύ διαφορετική η στάση/κριτική του συγγραφέα που εντάσσεται στον ευρέως εννοούμενο σοσιαλδημοκρατικό χώρο και ο τρόπος που τοποθετείται (εξ ου και ο όρος «νέο αστικό ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα), από τον συγγραφέα που απορρίπτει την κοινοβουλευτική δημοκρατία με τη σημερινή της μορφή και πιστεύει στην αυτόνομη συλλογική δράση των κοινωνικών ομάδων, χωρίς σαφείς ιεραρχικές δομές.

Δεν θα επιχειρήσω να αναφερθώ σε ονόματα. Πολλοί αναγνώστες αστυνομικών μυθιστορημάτων στη χώρα μας έχουν την ικανότητα να το κάνουν πολύ καλά μόνοι τους. Όπως και μπορούν να κατανοήσουν και ποιοι σύγχρονοι Έλληνες αστυνομικοί συγγραφείς δεν ανήκουν στην σχολή που προαναφέραμε. Γιατί όντως υπάρχουν αρκετοί που δεν ανήκουν εδώ, αλλά γράφουν με στιλ που είτε παραπέμπει σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή σχολή, είτε διαμορφώνουν με ένα αυστηρά προσωπικό στιλ γραφής μια πολύ ενδιαφέρουσα, και μάλλον μοναχική, πορεία.

Προς αποφυγή παρερμηνειών, το να ανήκει κάποιος συγγραφέας σε οποιαδήποτε σχολή δεν αποτελεί από μόνο του θετικό ή αρνητικό στοιχείο. Καλός συγγραφέας είναι απλά αυτός που γράφει καλά! Κι αυτό καλό είναι να το αποφασίζει ο τελικός κριτής… Τουτέστιν, ο αναγνώστης!

Σημείωση: Οι παραπάνω σκέψεις αποτελούν ένα πρώτο μέρος του θέματος. Ευχή μου να υπάρξουν και άλλες απόψεις (από αναγνώστες και συγγραφείς… και ιδιαίτερα αν αντικρούουν τις θέσεις του υπογράφοντος) με στόχο έναν εποικοδομητικό διάλογο.