Από τη Γη στη Σελήνη

C
Ευθυμία Δεσποτάκη - Ελευθέριος Κεραμίδας

Από τη Γη στη Σελήνη

Δεν υπάρχει παιδί σε ολόκληρο τον κόσμο που να μην έχει διαβάσει Ιούλιο Βερν. Κι αυτό, όχι γιατί τα βιβλία του ήταν τρομερά καλογραμμένα ή επειδή ήταν παιδικά, αλλά επειδή ο Βερν, γνήσιο τέκνο της βιομηχανικής επανάστασης, αντιμετώπιζε το μέλλον με την αισιοδοξία και τον ενθουσιασμό εφήβου που είναι έτοιμος να αγκαλιάσει και να ενστερνιστεί κάθε καινοτομία και κάθε τεχνολογία — ενός εφήβου που, κοντολογίς, είναι έτοιμος να μεγαλουργήσει.

Δεν είναι παράξενο που μαζί με τον H.G. Wells θεωρούνται οι δύο πρωτεργάτες της λογοτεχνίας Επιστημονικής Φαντασίας. Βέβαια, είχαν κι αυτοί τις λογοτεχνικές τους γενεαλογίες. Η όλο και μεγαλύτερη επίδραση νέων εφευρέσεων στην καθημερινή ζωή, η όλο και συχνότερη εμφάνισή τους, η αλλαγή τρόπου ζωής και βιοτικού επιπέδου ανά δεκαετία πια (κι όχι ανά γενιά ή αιώνα, όπως συνέβαινε σε παλιότερες εποχές), οι συνεχείς ανακαλύψεις νέων τόπων από Δυτικούς εξερευνητές, επέβαλαν την παρουσία τους στη λογοτεχνία του Διαφωτισμού. Μαζί με την αναφορά καινοφανών μηχανημάτων, ουσιών και τόπων, γεννιούνται επίσης ιδέες που σήμερα θεωρούνται δεδομένες στην Επιστημονική Φαντασία.

Ο Μικρομέγας του Βολταίρου (1752) περιγράφει την επίσκεψη εξωγήινου στον πλανήτη μας, το ταξίδι του Συρανό ντε Μπερζεράκ στη Σελήνη (1657) αναφέρει διαστημική πτήση με σκάφος προωθούμενο από καύση (και «συσκευές» που εκπαιδεύουν τα παιδιά με ηχογραφημένα μηνύματα!), ο Γκιούλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ (1726) επισκέπτεται χώρες με διαφορετικά ήθη και τεχνολογία. Η Ουτοπία του Τόμας Μορ, που ονόμασε όλες τις λογοτεχνικές ουτοπίες, είναι ακόμη παλιότερη: από το 1516! Αυτό που εξαιρεί τα διάφορα έργα της εποχής από την Επιστημονική Φαντασία είναι η ξεκάθαρα αλληγορική ή σατιρική διάθεση που έχουν. Δεν προσπαθούν να κάνουν το θέμα τους πιστευτό στο ελάχιστο, παρά μόνο χρήσιμο για το μήνυμά τους. Ή δεν έχουν τις καινοτομίες ως επίκεντρο της αφήγησής τους, αλλά τις αξιοποιούν μόνο για να δώσουν «χρώμα».

Το ίδιο συνεχίζει να συμβαίνει κατά κόρον και τον 19ο αιώνα, αν και οι τάσεις σταθεροποιούνται και γίνονται πιο επίκαιρες, πιο ακριβείς. Η Τζέιν Λούντον περιγράφει μελλοντική τεχνολογία που είναι επέκταση της τεχνολογίας της εποχής της και όχι ό,τι κατέβηκε στην ίδια (1827), ο Λουί Ζοφρουά γράφει εναλλακτική ιστορία με τον Ναπολέοντα θριαμβευτή (1836), ο Έντουαρντ Μπούλβερ-Λίτον έχει θέμα ένα έθνος που η γεωγραφική του απομόνωση το οδήγησε σε διαφορετική βιολογική εξέλιξη (1871). Η Επιπεδοχώρα του Έντουιν Άμποτ (1884) καταφέρνει να φιλοσοφήσει πάνω στην ίδια την αντίληψη των διαστάσεων, δίνοντας μια μαθηματική νουβέλα-γρίφο, που σκύβει πάνω από το πεπερασμένο του ανθρώπινου νου και την απεραντοσύνη της πραγματικότητας. Επίσης, αρχίζουν οι πρώτες παραλλαγές αρχετύπων: ο Σάμιουελ Μπάτλερ στο Έρεβον παρουσιάζει μια κοινωνία ουτοπική επιφανειακά, μα κατά βάθος ελαττωματική.

Αλλά μεγάλη μερίδα των ιστορικών της Επιστημονικής Φαντασίας, όπως ο Brian Aldiss (στο μνημειώδες έργο του Billion Year Spree: The History of Science Fiction, 1973) ή ο John Clute, θέτουν την αφετηρία της γνήσιας Επιστημονικής Φαντασίας λίγο νωρίτερα, στον Φρανκενστάιν (1818) της Mαίρης Σέλεϊ. Παρά τη σαφέστατη σύνδεση του βιβλίου με το λογοτεχνικό είδος του Τρόμου, ο Φρανκενστάιν μπαίνει σε μεγάλο βάθος σχετικά με την Επιστήμη και την αμφίθυμη σχέση της με την Αλχημεία (που από τη μια είναι μεν απορριπτέα ως ψευδοεπιστήμη, αλλά από την άλλη αποτέλεσε βάση της Επιστήμης), ενώ κεντρικό του θέμα είναι οι συνέπειες από τη χρήση μιας εφεύρεσης. Η βαθύτερη ανησυχία που θέλει να θίξει η Σέλεϊ, όπως η ίδια λέει στις επιστολές της, είναι το πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη αλαζονεία, όταν η τεχνολογία επικουρεί.

Όλοι οι συγγραφείς που αναφέραμε υπήρξαν επιτυχημένοι εμπορικά την εποχή τους και επέδρασαν σε σύγχρονους και κατοπινούς. Επίσης, ήταν προοδευτικοί στοχαστές, ενίοτε σε (φιλοσοφική) σύγκρουση με την κοινωνία γύρω τους —φεμινιστές, σοσιαλιστές, μποέμ—, και άφησαν ευρύτερη παρακαταθήκη από τη λογοτεχνική. Η φιλοσοφία που θεμελίωσε ο Αμερικανός Έντουαρντ Μπέλαμι στο Κοιτώντας το παρελθόν (1888) έγινε παγκόσμιο θέμα συζήτησης κι οι οπαδοί της ίδρυσαν συλλόγους μελέτης και διάδοσής της.

Αλλά από συγγραφική σκοπιά κανείς δεν έφτασε τους δυο λογοτέχνες με τους οποίους ανοίξαμε το άρθρο. Ο Βερν και ο Γουέλς —πολυγραφότατοι, καλά πληροφορημένοι για τα νεότερα επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής τους και τα ζητήματα που ξεκινούσαν να ερευνούν οι επιστήμονες, έτοιμοι να φανταστούν τις συνέπειες μιας ανακάλυψης και τους νέους δρόμους που άνοιγε— έθεσαν τις σταθερές, το πλαίσιο αναφοράς που διατηρούμε ακόμη και σήμερα. Ο Βερν, ατενίζοντας τον ηλεκτρικά φωτισμένο Πύργο του Άιφελ στην Παγκόσμια Έκθεση, είχε αισιοδοξία, είχε την πεποίθηση πως η επιστήμη βοηθά τον άνθρωπο να εξελιχθεί και να νικήσει ποικίλα δεινά. Διέδωσε όσο κανείς άλλος στο ευρύ κοινό όσα υπήρχαν στα εργαστήρια — και όσα έρχονταν. Ενώ, από την άλλη, ο Γουέλς προειδοποίησε για τη σκοτεινιά της ανθρώπινης ψυχής που μπορεί να βγει στην επιφάνεια με την ελπίδα πως η τεχνολογία θα τη βοηθήσει να επικρατήσει, προβλέποντας την ατομική βόμβα (μάλιστα, ως απειλή για την ανθρωπότητα συνολικά) και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρωτοστάτησε στη δημιουργία του ΟΗΕ για να λύνονται οι διαφωνίες κρατών πριν φτάσουν σε σύρραξη (κατανόησε, πάντως, νωρίς τις αδυναμίες του οργανισμού που προέκυψε και αποχώρησε απογοητευμένος).

Το πιο συγκλονιστικό κείμενο, όμως, που γράφτηκε σ’ αυτή την πρώτη εποχή της Επιστημονικής Φαντασίας ήταν το περίφημο Η μηχανή σταματά του E.M. Forster. Με ακρίβεια ανατριχιαστική, ο Φόρστερ περιγράφει ανθρώπους που ζουν μόνοι σε μικρά διαμερίσματα τεράστιων συγκροτημάτων και επικοινωνούν μόνο μέσω τεχνολογίας μεταξύ τους, παρότι τούς χωρίζει ένας τοίχος όλος κι όλος. Είναι ένα καλογραμμένο κείμενο, ελαφρά διδακτικό και μεστό από αρώματα παλιακά — μέχρι που γυρνάς και βλέπεις ότι γράφτηκε το 1909. Και συνειδητοποιείς ότι υπήρξαν και το 1909 άνθρωποι που έβλεπαν τόσο μπροστά όσο κανένας άλλος: την εξάρτηση από κάτι σαν το διαδίκτυο, την αποξένωση που φέρνει και την ανικανότητα να αντεπεξέλθουμε στην πραγματική ζωή και τον κόσμο έξω από τις πόλεις. Τι άλλο να περιμένει κανείς από τον άνθρωπο που έγραψε το A Room with a View (1908), το Howards End (1910), και το A Passage to India (1924), και ήταν 16 φορές υποψήφιος για Νόμπελ Λογοτεχνίας;

Αλλά τα τανκς και τα χημικά όπλα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στόμωσαν τον ενθουσιασμό των Ευρωπαίων για την τεχνολογία, ακόμη και την ανάγκη τους να την παρακολουθούν και να προειδοποιούνται, ενώ οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις απαιτούσαν την ανάμιξή τους. Η Επιστημονική Φαντασία έχασε την ορμή της, όπως άλλωστε και ο Τρόμος. Ελάχιστες οι εξαιρέσεις, όπως ο Βρετανός Όλαφ Στάπλεντον, που πάνω στις πολυάριθμες ιδέες του βασίστηκαν αμέτρητοι μελλοντικοί συγγραφείς. Ευτυχώς, όμως, όπως και στην περίπτωση του Τρόμου, στις ΗΠΑ ο Μεσοπόλεμος έφερε το απόγειο των λαϊκών περιοδικών — των παλπ.

Από τις σελίδες τους πέρασαν τα πιο γνωστά τότε ονόματα του είδους. Ο Έντγκαρ Ράις Μπάροους με τον Τζον Κάρτερ και ο Φίλιπ Φράνσις Νόουλαν με τον Μπακ Ρότζερς δημιούργησαν ένα νέο είδος αναγνώσματος που συνδύαζε στοιχεία από τα γουέστερν, τις εξωτικές περιπέτειες και την πρώιμη Επιστημονική Φαντασία. Με διαστημόπλοια, ακτινοπίστολα και γυμνές γροθιές (αλλά όχι και εντελώς γυμνό από κοινωνικά μηνύματα), άνοιξε δρόμο από το περιθώριο και πέρασε στο προσκήνιο, ενέπνευσε τον υπέροχα βλαχομπαρόκ Φλας Γκόρντον στα κόμικς και καθόρισε την αισθητική της Επιστημονικής Φαντασίας στον κινηματογράφο. Ήταν οι ρίζες αυτού που σήμερα ονομάζουμε Όπερα του Διαστήματος (στα αγγλικά, ο όρος μοιάζει με το «σαπουνόπερα»).

Το είδος αυτό χαρακτήρισε την κατοπινή γενιά, της δεκαετίας του ’30. Μεγάλο μέρος των τότε έργων έχει δικαίως ξεχαστεί, μιας και ήταν χαμηλής ποιότητας. Όμως, συγγραφείς όπως ο E.E. "Doc" Smith, ο Edmond Hamilton και ο Jack Williamson ξεχώρισαν από τους παλιότερους γιατί είχαν όραμα, σε κάποιο βαθμό κοινό: λάμβαναν υπόψη τι άλλο κυκλοφορούσε και έβαζαν ο καθένας το λιθαράκι του ώστε να χτιστεί κάτι συνολικότερο. Από τους σύγχρονούς τους ξεχώριζαν γιατί δεν άγονταν και δεν φέρονταν από τη μάζα του απλοϊκού κοινού που ήθελε δράση και τίποτε άλλο, μα κατόρθωσαν να της εξάψουν το ενδιαφέρον για πιο περίπλοκα (και πιο επιστημονικά ακριβή) κείμενα. Σήμερα ξεχωρίζουν γιατί, αν τύχει να διαβάσουμε δικό τους έργο, πολλές φορές θα μας φανεί πιο φρέσκο και πληρέστερο στη διαχείριση της κεντρικής του ιδέας απ’ ό,τι νεότερα βιβλία και ταινίες που τη «δανείστηκαν».

Στον αντίποδα της ανθρωπότητας που απλώνεται σε όλο τον Γαλαξία και ευημερεί, δημιουργήθηκε την ίδια εποχή η αντίθετη έννοια της ουτοπίας, η «δυστοπία», ένα μέλλον στο οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι είναι καταπιεσμένοι και πουθενά δεν διαφαίνεται κάποια ελπίδα. Εδώ, οι επιρροές ήταν κυρίως ευρωπαϊκές ή από τη «σοβαρή» λογοτεχνία αντί για τα λαϊκά αναγνώσματα. Πρωτοπόρος ο Ρώσος Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, με το Εμείς.

Δεν ήταν το πρώτο δείγμα Επιστημονικής Φαντασίας έξω από τον αγγλόφωνο κόσμο. Η Ρωσία έδωσε επίσης το πρώτο ταξίδι στο χρόνο (αλλά όχι με τεχνικά μέσα και όχι σαν κάτι περισσότερο από ταξίδι σε έναν θαυμαστό τόπο, το οποίο δεν αλλάζει ούτε τον ταξιδιώτη, ούτε το μέρος που πήγε), ενώ είχε και τον δικό της «Ιούλιο Βερν», τον Αλεξάντερ Μπελάγιεφ. Και, για πολιτικούς λόγους, γέννησε αρκετές λογοτεχνικές ουτοπίες, όπως η περίφημη Αελίτα του Αλεξέι Ν. Τολστόι. Ο Τσέχος Κάρελ Τσάπεκ επινόησε τη λέξη ρομπότ. Οι Γάλλοι έχουν τη δική τους παράλληλη παράδοση, το fantastique. Ο γερμανικός κινηματογραφικός εξπρεσιονισμός έδωσε το Μετρόπολις, ταινία που επηρέασε όσο καμιά άλλη την κινηματογραφική και λογοτεχνική Επιστημονική Φαντασία ως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά εμείς εστιάζουμε στον αγγλόφωνο κόσμο γιατί εκεί πάντοτε υπήρχε συνέχεια, ενσωμάτωση ντόπιων και ξένων επιρροών. Με τον καιρό, τίποτα δεν έμενε μεμονωμένο και στείρο, χωρίς κληρονόμους.

Πουθενά δεν φαίνεται αυτό περισσότερο απ’ ό,τι στο παλπ περιοδικό Amazing Stories. Ο ιδρυτής του, ο Hugo Gernsback, ήταν συγγραφέας και εφευρέτης με καταγωγή από το Λουξεμβούργο. Αν και, για να επιβιώσει το περιοδικό, αναγκαζόταν να δημοσιεύει κείμενα πολύ πιο μέτρια απ’ αυτά που θα ήθελε, η συνεισφορά του είναι τεράστια. Ήταν το πρώτο έντυπο αποκλειστικά για την Επιστημονική Φαντασία και έπαιξε καίριο ρόλο για να περάσει ως ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος στη συνείδηση του κοινού και των συγγραφέων. Επίσης, η στήλη αλληλογραφίας του και ο τρόπος που τη χειρίστηκε ο Γκέρνσμπακ έκαναν δυνατή την επικοινωνία μεταξύ των θιασωτών της Επιστημονικής Φαντασίας, οι οποίοι ήταν ακόμη κάτι σπάνιο και δεν διέθεταν ώς τότε τρόπο να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους. Εκεί γεννήθηκε η έννοια του «φαν» και, με τον καιρό, όσοι απ’ αυτούς είχαν ταλέντο πείστηκαν να δοκιμαστούν ως συγγραφείς, με αποτέλεσμα να αναδειχτεί μια γενιά γιγάντων του χώρου.

Τα γκατζετάκια του Γκέρνσμπακ δεν τον έκαναν πλούσιο (μάλλον καλτ φιγούρα φαντάζει) και τα βιβλία του θεωρούνται κάκιστα σήμερα. Αλλά κανείς δεν αμφισβητεί πως υπήρξε σπουδαίος για την εξέλιξη της Επιστημονικής Φαντασίας και πως του αξίζει να φέρει ένα από τα δύο μεγάλα βραβεία της (το Hugo) το μικρό του όνομα. Η δυνατότητα που έδωσε να γίνουν αρχιπέλαγος οι σκόρπιες νησίδες κρύβεται πίσω από σχεδόν κάθε ταινία και βιβλίο Επιστημονικής Φαντασίας που κυκλοφορεί σήμερα. Η δουλειά του έθεσε τις βάσεις για να περάσει στο επόμενο στάδιο η Επιστημονική Φαντασία, στην επονομαζόμενη Χρυσή Εποχή της — μια εποχή που για να περιγράψουμε το μεγαλείο της θα χρειαστούμε ένα ακόμα ραντεβού, στο ίδιο κανάλι, την ίδια ώρα.

[ Εικονογράφηση: λεπτομέρεια από το Amazing Stories, τχ. 8 ].