Φθόνος, πατήρ πάντων

L
Ειρήνη Αγαπηδάκη

Φθόνος, πατήρ πάντων

Μια από τις μεγαλύτερες μεταλλαγές στην κοινωνίας είναι το ότι η καταστροφικότητα (ετερο- και αυτο-) έγινε κοινωνικά αποδεκτή. Αποτελεί μία ακόμη «νόρμα». Για παράδειγμα, κανείς δεν θα εστιάσει στο ότι, επιλέγοντας τον «μπάρμπα στην Κορώνη», αυτο-ευνουχίζεσαι. Κάποιοι θα σε δικαιολογήσουν λέγοντας: «Τι να έκανες κι εσύ με τόση ανεργία που υπάρχει;» και οι υπόλοιποι απλώς θα σε φθονήσουν σιωπηρά.

Η συναλλαγή, η αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων —με μικρές εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα—, είναι βουτηγμένη στην επιθετικότητα και συχνά συνδυάζεται με την αντίδρασή μας στην «απώλεια». Ο τρόπος που βιώνουμε την απώλεια είναι καθηλωτικός. Δεν μπορούμε εύκολα να συνεχίσουμε με ό,τι έχουμε, να φτιάξουμε νέα πράγματα, να βρούμε άλλη δουλειά, άλλο σύντροφο, να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Αδυνατούμε να εκμεταλλευτούμε την απώλεια και τις θετικές της διαστάσεις, ώστε να ανακαλύψουμε νέα γνώση. Εμμένουμε σε μια καταστροφική θέση που υπαγορεύει το εξής: «Αφού έχασα κι εγώ, να χάσεις κι εσύ. Δεν με νοιάζει τι θα γίνει, θέλω να σε δω να χάνεις περισσότερα από μένα», ή, αν δεν γίνεται αυτό, τουλάχιστον: «Θέλω να σε χρησιμοποιήσω για να κερδίσω».

Οι άνθρωποι που επιλέγουν ένα τέτοιο modus vivendi «πεινάνε» πολύ και συνέχεια. Επειδή πορεύονται με αρνητισμό, όποια τροφή κι αν τους δοθεί, την αποδομούν σε βαθμό που αδυνατεί πια να τους «χορτάσει». Η επιθετικότητα αυτού του τύπου εξυπηρετεί την αιώνια πείνα και τη θεώρηση του Άλλου ως βρώσιμου είδους, ως είδους προς κατανάλωση. Θα τον αρπάξουν, θα τον μασήσουν και θα τον αποβάλουν. Το ίδιο και με τον επόμενο. Μιλάμε για την «εργαλειοποίηση» της ανθρώπινης υπόστασης. Σχέση δεν υφίσταται, ούτε ενοχή. Αυτό που προέχει είναι μια σχεδόν αρχετυπική «αίσθηση αδικημένου», κάπως σαν: «Αφού έχασα τον Παράδεισο που μου άξιζε, έχω κάθε δικαίωμα να κάνω τη ζωή σου Κόλαση». Και, πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις αυτοί οι άνθρωποι έχουν πολλές δραματικές καταστάσεις να διηγηθούν· τις περισσότερες μάλιστα τις έχουν οι ίδιοι προκαλέσει — αλλά αυτό είναι κάτι που δε θα καταλάβουν ποτέ. Η ανάληψη της ατομικής ευθύνης αποτελεί terra incognita.

Ο κοινός παρονομαστής τής αυτο- και ετερο- καταστροφικότητας είναι ο φθόνος. Αυτό το τοξικό συναίσθημα που επιτάσσει να χάσει ο Άλλος αυτό που έχει. Ο φθόνος μεταστρέφει την επιθυμία τού «Θέλω να αποκτήσω αυτό που έχει ο Άλλος», σε «Θέλω να χάσει αυτό που θα ήθελα πολύ να έχω εγώ». Ουσιαστικά, πρόκειται για την ανάγκη καθυπόταξης του Άλλου, ώστε να μη μας βάζει σε δοκιμασία να αισθανόμαστε ότι είμαστε διαφορετικοί, να συγκρινόμαστε μαζί του και να βιώνουμε αισθήματα ανεπάρκειας. Μιλάμε εδώ, δηλαδή, για την άρνηση της διαφορετικότητας, της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας του. Σε αυτή τη λειτουργία της επιθετικότητας (μέσα από τον φθόνο), βρίσκονται και οι απαρχές του ψυχικού ολοκληρωτισμού. Ο Άλλος, ο οποίος μοχθεί για να απολαύσει τα «καλά» της ζωής του, είναι ένα πρόσωπο που πρέπει να εκλείψει για να μην προκαλεί αναστάτωση στην ψυχική μας «ομοιόσταση». (Μια κατάσταση που μοιάζει με εκείνη των αγαλμάτων: με όρους ψυχικούς, μιλάμε για μαρασμό και ακινησία).

Φυσικά, ο φθόνος δεν αφορά μεγάλα επιτεύγματα και ξεχωριστούς ανθρώπους. Αντίθετα, εντοπίζεται συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση στα μικρά κατορθώματα των συνηθισμένων ανθρώπων. Όσο πιο «εξισωτική» είναι μια κοινωνία, τόσο μεγαλύτερος φθόνος υπάρχει ανάμεσα στα μέλη της — και τόσο μεγαλύτερη καταστροφικότητα. Η διαφορετικότητα του άλλου, τα αγαθά που απολαμβάνει, αποδίδονται στην εύνοια της τύχης και όχι στον μόχθο. Αν είμαστε αρκετά «ίδιοι» αλλά εσύ τα καταφέρνεις καλύτερα, είσαι τυχερός, δεν προσπάθησες.

Η δυναμικότητα που χαρακτηρίζει τη ζωή, με όλα της τα καλά και τα άσχημα, γίνεται πλέον κάτι απωθητικό. Οι συγκρούσεις, τα προβλήματα, είναι πράγματα που δεν είναι φυσικό να υπάρχουν. Στη χώρα μας, δε, υπάρχει έντονη «θανατολαγνεία». Ακόμη και στα τελετουργικά του θανάτου, υπάρχει μια διάσταση λατρείας, αποθέωσης. Δεν θα ήταν παράτολμο να υποστηρίξει κάποιος ότι, σε ασυνείδητο επίπεδο, φθονούμε ακόμη και τους νεκρούς. Ίσως επειδή έχουν κάτι που φανταζόμαστε σαν «απόλυτη νιρβάνα», δικαίωση, τιμή, υστεροφημία, απαλλαγή από όλα τα δεινά της ζωής, «συγχώρεση». Κάτι που θα θέλαμε πολύ να τους στερήσουμε — αν και εδώ, εμφανίζεται ένας άλλος εχθρός: ο φόβος της αντεκδίκησης από κάτι που φαντάζει Παντοδύναμο, τον Θεό, με τον οποίο πια ο νεκρός έχει στενή σχέση.