Να κρύβεσαι καλά, να μη σε βλέπω

L
Ειρήνη Αγαπηδάκη

Να κρύβεσαι καλά, να μη σε βλέπω

Τον τελευταίο καιρό, παραδόξως, έχω δεχθεί αρκετές, περισσότερο ή λιγότερο «φιλικές», επιθέσεις εξαιτίας της καπνιστικής μου συνήθειας, ενώ συχνά γίνομαι και αυτήκοος μάρτυρας αντίστοιχων επιθέσεων σε άλλους. Όσοι προβαίνουν σε τέτοιου είδους «προτροπές» συνήθως επικαλούνται την αγάπη και το ενδιαφέρον τους για το άτομο που παρουσιάζει την εξαρτητική συμπεριφορά, λέγοντας κάτι σαν αυτό που είπε η φίλη μου Ελένη στον Νίκο πριν από μερικές εβδομάδες: «Έχεις τόσα καλά, αυτό το αλκοόλ να μην είχες ανάγκη, άλλος άνθρωπος θα ήσουν!» Ο Νίκος δεν ξαφνιάστηκε. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που η φίλη μας του έλεγε κάτι τέτοιο. Το μόνο που της απάντησε ήταν: «Δεν θα βαρεθείς ποτέ να με σιχαίνεσαι, ε;» Η συνέχεια ήταν ένας άγριος καβγάς, με την Ελένη να του λέει: «Είσαι ανόητος, όλα στο μυαλό σου είναι», και εκείνον να της απαντά: «Φυσικά, γι’ αυτό μπορώ και σκέφτομαι ακόμη και για σένα».

Όσοι διατηρούμε κάποια εξαρτητική συνήθεια (κάπνισμα, αλκοόλ, άλλες ουσίες) γνωρίζουμε ότι τοποθετούμαστε σε στατιστικές που προβλέπουν πρόωρο θάνατο, αυξημένη νοσηρότητα και πολλά άλλα άσχημα και επώδυνα πράγματα που συνδέονται με τη φθορά. Ωστόσο, για όσο επιλέγουμε την εξαρτητική συνήθεια, διεκδικούμε και τον σεβασμό στην προσωπικότητά μας. Η τήρηση του νόμου είναι αδιαπραγμάτευτη, όπως και ο σεβασμός στους κοινωνικούς κανόνες. Δεν αναφέρομαι στην «άνευ όρων αποδοχή»· οι σχέσεις μεταξύ ενηλίκων διέπονται από σαφή όρια, αποδεκτά από όλες τις πλευρές. Μιλώ για σεβασμό.

Η εξάρτηση του Άλλου από κάτι μάς προκαλεί μια στιγμιαία «αναφυλαξία», γιατί αναγκαζόμαστε ξαφνικά να έρθουμε αντιμέτωποι, έστω για λίγο, με τα δικά μας εξαρτητικά κομμάτια. Ναι, έχουμε όλοι τέτοια, λιγότερο ή περισσότερο εμφανή. Για παράδειγμα, κάποιοι εξαρτώνται πολύ από τους άλλους, σε βαθμό ετεροπροσδιορισμού: έχουν ανάγκη τη γνώμη του Άλλου για να αποφασίσουν τι πιστεύουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση, η «εξάρτηση» δεν είναι εμφανής, οπότε το άτομο μπορεί να υπερηφανεύεται πως δεν πίνει, δεν καπνίζει, οπότε δικαιολογείται να μην κατανοεί όσους το κάνουν.

Ο μηχανισμός που χρησιμοποιείται συχνά είναι η «προβλητική ταύτιση». Αποδίδουμε όλα τα κακά της προσωπικότητάς μας στον Άλλο και, μάλιστα, αισθανόμαστε απόλυτα δικαιολογημένοι να του φερόμαστε με άσχημο τρόπο, διότι, εντέλει, αυτός το προκάλεσε: αν δεν έπινε, δε θα τον απορρίπταμε. Παράλληλα, κρατάμε για τον εαυτό μας μόνο το «καλό» κομμάτι.

Στις ερωτικές σχέσεις το σχήμα (όχι μόνο για την εξάρτηση) συχνά περιλαμβάνει, τον «μάρτυρα», «το θύμα» που υπομένει και τον «κακό» που εξαρτάται (από οτιδήποτε). Ο Άλλος, ο «εξαρτημένος», εγκλωβίζεται από τη συμπεριφορά του «καλού» και αρχίζει να φέρεται ως αυτό που του αποδίδεται: με επιθετικότητα. Έτσι, το «θύμα» κερδίζει διπλά: και είναι ο «καλός» της υπόθεσης και καταφέρνει να έχει υπό την εξουσία του τον Άλλο.

Αναρωτιέμαι για την ερμηνεία της απροκάλυπτης πλέον «αυτόματης» απόρριψης της εξαρτητικότητας ως «μιάσματος» και του «εξαρτημένου» ως κάτι «μιαρού». Μια παράλληλη σκέψη: μέχρι πριν από μερικά χρόνια, η εθνική μας εξάρτηση από την ΕΕ ήταν αρκετά συγκαλυμμένη. Λαμβάναμε τα ΕΣΠΑ και τα δανεικά, ενώ παράλληλα αρνιόμασταν την εξάρτηση από τη «Μαμά-Ευρώπη» για να επιβιώσουμε οικονομικά. Τώρα όμως που άλλαξαν τα πράγματα και μιλάμε συνέχεια, παντού, για την επόμενη «δόση», κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί. Πλέον, όλοι ξέρουμε ότι είμαστε απολύτως εξαρτημένοι από τη «Μαμά-Ευρώπη» για να κρατηθούμε στη ζωή. Και ίσως είναι τόσο δυσβάσταχτο αυτό, που παλεύουμε να το καταδικάσουμε, να το τσακίσουμε, να το κατακρεουργήσουμε στο πρόσωπο του Άλλου. Στο τσιγάρο που καπνίζει, στο ποτό που πίνει, στο φαγητό που τρώει για να επιτύχει ό,τι επιτυγχάνουμε κι εμείς με την απόρριψη: να νιώσει «ολόκληρος», να νιώσει «καλά». Η βασική φαντασίωση που κυβερνά τον ψυχισμό μας είναι «να μη χρειάζομαι κανέναν, να είμαι απολύτως ανεξάρτητος, απολύτως αυτόνομος: παντοδύναμος».

Η φαντασίωση αυτή αποτελεί τη «μήτρα» αρχικής εγγραφής κάθε σχέσης. Και είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπορέσει κάποιος να αποδεχτεί και να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα που επιβάλλει το ακριβώς αντίθετο: ότι σχέσεις χωρίς εξαρτήσεις δεν υπάρχουν.