Μικρό ημερολόγιο για την κατάθλιψη [2]

L
Λία Σκλαβενίτου

Μικρό ημερολόγιο για την κατάθλιψη [2]

[ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ]

29 Ιουλίου

Έχω ξυπνήσει από τις επτά. Τη μία ώρα την πέρασα ακίνητη, με τα μάτια τη μια ανοιχτά, την άλλη κλειστά. Μόνο λίγα δάκρυα σήμερα. Ανασηκώθηκα επιτέλους και κάθισα. Ακόμα λίγα δάκρυα, χωρίς κλάμα. Τα δάκρυα στην κατάθλιψη έχουν αυτονομηθεί. Κάνουν ό,τι θέλουν. Η ώρα πήγε οκτώ και τριάντα λεπτά. Με τα χέρια μου χαϊδεύω το καινούργιο σεντόνι με τις πεταλούδες και τα φουξ λίλιουμ σε μπλε φόντο. Μου το έκανε δώρο προχθές η φίλη μου η Κατερίνα. Ξέρετε, όταν χαϊδεύεις κάτι, είναι το ίδιο ωραίο όπως όταν σε χαϊδεύουν. Τα χέρια γίνονται απαλά ή έντονα και καμιά φορά βίαια, και τότε χάνεται η μαγεία. Με τη βία. Γυρνάω το κεφάλι στη μικρή βιβλιοθήκη με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς και διαβάζω τις χώρες. Ακόμη δεν κατάφερα να φέρω μία όμορφη ανάμνηση στον νου μου. Τα δάκρυα πυκνώνουν, πρέπει να σηκωθώ. Σε λίγο. Λίγο ακόμη, είναι μία μικρή κόκκινη κλωστή που με κρατάει ακόμη, θα την κάνω πέρα σε λίγο όπως και χθες και προχθές. Εδώ την έκανα πέρα όταν ήταν χοντρή σαν κορδόνι τριπλοτυλιγμένο. Τώρα είναι… κάθε μέρα και λεπταίνει, αυτό να θυμάσαι. Αυτό θα θυμάμαι. Έκανα περίπου δύο ώρες να σηκωθώ, εχθές πετάχτηκα γιατί άργησα να ξυπνήσω, προχθές όμως έκανα δύο ώρες και είκοσι λεπτά. Μη μας μαλώνετε που αργούμε, προσπαθούμε πολύ, και κυρίως, αν μας βλέπετε, κάντε πως δεν είδατε, σουςςςςςς, νιώθουμε μεγάλη ντροπή μήπως και μας δείτε. Θέλουμε να νομίζετε πως όλα είναι καλά, γιατί μόνο έτσι δεν θα μιλήσετε. Το άθλημα είναι ατομικό. Σας φιλώ και σας ευχαριστώ που με ακούτε.

30 Ιουλίου

Σήμερα έκανα ένα μεγάλο βήμα. Χθες το ξεκίνησα, σήμερα έσυρα το σώμα μου. Άλλαξα πλευρά στο κρεβάτι — σχεδόν. Το σχεδόν θα το εξηγήσω άλλη φορά. Κάθε λέξη που βγαίνει από αυτό το στόμα έχει και ένα μυστικό. Είναι πολύ κουραστικά όλα αυτά τα μυστικά. Όταν ανακάθισα λοιπόν, τα είπαμε χθες, μην τα λέμε ξανά, τα πράγματα αλλάζουν αργά και σταθερά προς τα εμπρός: αλλά αργά, θέλει υπομονή, ο χρόνος είναι όλος δικός μου. Άντε πάλι από την αρχή, Ευθαλίτσα! Όταν ανακάθομαι λοιπόν δεν βλέπω προς τα μέσα πια αλλά προς τα έξω, όπως παλιά. Πέρυσι άλλαξα πλευρά προς τα μέσα. Τον Μάιο, μετά την κατάθεσή μου στο οριστικό δικαστήριο για τη ρύθμιση των χρεών μας. Τότε μάλλον το κόστος ήταν μεγαλύτερο από αυτό που ήθελα να ομολογήσω, άλλωστε κανείς δεν φέρθηκε πιο σκληρά από εμένα σε εμένα, και γύρισα την πλάτη στην Ακακία Κωνσταντινουπόλεως, την ολάνθιστη, έξω από το τεράστιο παράθυρο, που εγώ σχεδίασα τόσο μεγάλο, προς τη μεσημβρία και το βουνό. Την ιστορία της Ακακίας θα σας την πω κομμάτι-κομμάτι, είναι δύσκολη, πονάει, είναι όμως και γλυκιά αλλά πάλι πονάει, τα μάτια μου θόλωσαν πολύ. Καλύτερα να επιστρέψω στο μεγάλο βήμα που το τροφοδότησε ένα σχόλιο, ένα σχόλιο που με θύμωσε με έναν θυμό παραγωγικό του τύπου: «ΟΧΙ, δεν θα σας αφήσω να το κάνετε». Παραθέτω την απάντησή μου και, παρακαλώ, ο σκοπός μου δεν είναι να εκθέσω τον σχολιαστή, άλλωστε —εκ του αποτελέσματος κρίνοντας— με βοήθησε πολύ· ο σκοπός είναι να διαβάσετε αυτά που γράφω. Για εσάς τα έγραψα μετά από εμένα. Να λοιπόν, διαβάστε: «Α……, λυπάμαι για αυτό που θα πω, αλλά πρέπει να το πω. Κανείς δεν θεραπεύεται από μόνος του, εφόσον πάσχει βέβαια. Και, εφόσον πάσχει κανείς, δεν αντέχει μακριά από τη βοήθεια των ειδικών. Αν είναι ένα περιστασιακό επεισόδιο ελαφρύ, ίσως να κουκουλωθεί κάτω από τερτίπια, από κάποιον νέο έρωτα, ή με μπόλικο αλκοόλ. Στο τέλος θα έχεις να κάνεις με δυο-τρία προβλήματα, και το ένα το μεγάλο. Όταν όμως αφήσεις αδιάγνωστες αυτές τις ασθένειες, τότε θα βρεθείς σε μεγάλο κίνδυνο. Όλοι αυτοί που πέφτουν από τα μπαλκόνια και όλοι λένε έκπληκτοι, “Μα δεν είχε τίποτε, ήταν μια χαρά”, ανήκουν στην κατηγορία που σου περιγράφω. Άλλο λοιπόν το ένα και άλλο το άλλο. Eπίσης είδα είσαι γιατρός και εκπλήσσομαι. Ίσως κάτι να παρεξήγησα, ίσως και όχι. Κατά τα άλλα, ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και συγγνώμη για το ύφος μου, αλλά είμαι πολύ ευαίσθητη σε αυτό το θέμα. Βλέπεις, με αυτά και με τα άλλα ήμουν μία αδιάγνωστη ψυχικά ασθενής από την εφηβεία μου, ίσως και πιο πριν, και έφτασα έξω από τα κάγκελα του μπαλκονιού τρεις φορές. Το τσούλησα έτσι μέχρι τα 35 μου. Μεγάλη αδικία, πολύ μεγάλη!» Σας ευχαριστώ που με ακούτε, αυτό που συμβαίνει είναι ένα θαύμα!

31 Ιουλίου [α΄]

Πέρασε η ώρα, πήγε τρεις παρά. Κανονικά θα έπρεπε να κοιμόμουν, δεν μας έκατσε όμως σήμερα. «Κάτι σε τρώει». Χαίρω πολύ για την πληροφορία, αν μου έλεγες και τι, θα ήταν καλύτερα. Κανείς δεν θα σου κάνει την χάρη, όλο τον κόπο πρέπει να τον κάνεις μόνος σου. Μεγάλη αδικία αυτό. Σήμερα είδα ένα καταπληκτικό πορτρέτο κόμικ και αναρωτήθηκα πώς θα ζωγράφιζε άραγε την κατάθλιψη ο καλλιτέχνης. Σαν άλιεν, σαν τον καρκίνο της πεθεράς μου που κατέβαινε από τον οισοφάγο στο στομάχι, γλοιώδης και γρήγορος σαν σπερματοζωάριο, παμπόνηρος και επιθετικός. Μόνο που η γονιμοποίηση αυτή θα έφερνε δυστυχία και όχι ζωή. Έτσι τη φαντάζομαι τη ρουφιάνα. Κακιά, δαιμόνια, ύπουλη σιγανοπαπαδίτσα. Με θυμώνει που είναι θηλυκό· θα ήθελα πολύ να ήταν άντρας να έβγαζα το άχτι μου με την ησυχία μου. Αλλά πού; Μικρές ώρες, μικρές ιστορίες. Μοναχικό το άθλημα. Σας φιλώ, τι άλλο μπορώ να κάνω; Άλλωστε, τώρα οι περισσότεροι κοιμάστε!

31 Ιουλίου [β΄]

Όταν η «μαμά» αρρωσταίνει, το σπίτι ταρακουνιέται άσχημα. Όταν η «μαμά» αρρωσταίνει από κατάθλιψη, τα πράγματα συγχέονται περισσότερο γιατί αυτή δεν θεωρείται καν αρρώστια, είναι σαν ελάττωμα ένα πράγμα, σαν εσύ να το επιθυμείς σφοδρά, σαν εσύ να θέλεις να εκβιάσεις καταστάσεις και αισθήματα, σαν να τους εγκαταλείπεις και δεν το δικαιούσαι. Φόβος, θυμός, παλιές επώδυνες αναμνήσεις, αγάπη ανομολόγητη (πόσο κρίμα και άχρηστο αυτό), όλα μαζί ένα κουβάρι και ο αέρας Βαρδάρης. Όλοι τρέχουν να κρυφτούν για να τον αποφύγουν. Χτυπάει αλύπητα ο άτιμος! Η «μαμά» σαν «μαμά» το εισπράττει, πώς θα μπορούσε αλλιώς, όλα από το χέρι της περνούσαν και τώρα όλα πέφτουν με θόρυβο. Αρχίζουν οι ενοχές αμφίπλευρα να κονταροχτυπιούνται, η «μαμά» και οι άλλοι, οι άλλοι και η «μαμά». Τότε μπροστά στον φόβο της διάλυσης των πάντων αρχίζει η προσπάθεια της συγκάλυψης, αρχίζει το ποτό, οι σοκολάτες, οι ξέφρενοι μεθυσμένοι χοροί και μόνο ο γιατρός απουσιάζει. Κι όταν επιτέλους έρθει και αυτός γιατί πια άρχισαν να γίνονται ελκυστικά τα μπαλκόνια έξω από τα κάγκελα (τόσο αργά ήρθε, ή μάλλον τόσο αργά τον φώναξε, πώς να έρχονταν, να τη μύριζε;…), πάλι η συγκάλυψη και οι ενοχές κάνουν τη βρομερή δουλειά και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Ίσως τώρα αυτήν τη φορά τα καταφέρω καλύτερα και τον σπάσω! Δύσκολα, πολύ δύσκολα. Για όλους! Είναι και πολύ κουραστικό όλο αυτό — δεν αντέχεται εύκολα. Δύο είναι οι δρόμοι! Όπως η «μαμά» έμαθε να ζει με την κατάθλιψη —μην κοιτάτε που για λίγο μπερδεύτηκε και έχασε τον δρόμο—, έτσι και όσοι την αγαπούν πρέπει να μάθουν να ζουν με τη «μαμά» που είναι αναγκασμένη να ζει με την κατάθλιψη και μια χαρά τα βγάζει πέρα. Αυτός είναι ο ένας. Καταλαβαίνω! Σας ευχαριστώ που με ακούτε. Σας φιλώ!

1 Αυγούστου [α΄]

Σήμερα ήρθε ο σκληρός μήνας Αύγουστος. Ευτυχώς νιώθω πιο δυνατή για να τον αντιμετωπίσω. Δεν είναι απίστευτο πόσο εύκολα μου βγαίνουν οι λέξεις όταν τις γράφω και δεν τις λέω; Και ο ήχος τους γίνεται ακόμη πιο ωραίος: δεν κλαίνε, δεν στριγγλίζουν, δεν είναι στρυφνές, στρογγυλεύουν, γίνονται πιο τρυφερές, θυμούνται πως απευθύνονται σε ανθρώπους που σε τίποτα δεν έφταιξαν, τουλάχιστον από πρόθεση, δεν ντρέπονται, σχεδόν χοροπηδούν από χαρά κι ας είμαι ακόμα σχεδόν ακίνητη. Αυτές χοροπηδούν και μου κουνούν το χέρι: Έλα, έλα, έλα. Έρχομαι, λίγο ακόμη, έρχομαι! Και ο Γιαννούλης ο Χαλεπάς έτσι θα αισθάνονταν όταν λάξευε το μάρμαρο. Βέβαια, για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους ο Γιαννούλης ήταν θεός! Μα και λίγη κρίση μεγαλείου δεν βλάπτει, όταν μάλιστα φημίζεσαι για τη χαμηλότερη αυτοπεποίθηση όλων των εποχών. Σας φιλώ και σας ευχαριστώ που με ακούτε!

1 Αυγούστου [β΄]

Σήμερα που έχω κέφια για δεύτερη φορά κατά τη διάρκεια αυτής της υποτροπής, που ξεκίνησε στις 5 Απριλίου 2020 (ουάου, κοντεύουν τέσσερις μήνες), θα σας διηγηθώ το όνειρο που είδα και με έκανε να έχω μεγαλύτερα κέφια από τα σημερινά. Ήμασταν που λέτε με τον φίλο μου τον Βασίλη και τη Μαρία (έφυγαν και οι δύο μέσα σε ένα χρόνο και ούτε στην κηδεία τους δεν πήγα, μόνο τους έκλαψα από μακριά) στην ταβέρνα τους τον Πλάτανο, βρίζαμε τον ΣΥΡΙΖΑ εν χορώ με γέλια πολλά, και περιμέναμε τους αγαπημένους μου φίλους Στέργιο και Ιωάννα, φίλους από αυτούς που μια φορά τούς κάνεις και πάντα τούς έχεις, όταν ξαφνικά εμφανίζονται τρεις «φίλες μου» που τις αγάπησα και υποτίθεται και αυτές με αγάπησαν, όσο κρατούσε η σχέση μας, μάλιστα, η μία με την άλλη είχαν θέματα μεταξύ τους κυριότητας της πρώτης θέσης, τα οποία όμως κατά τον γνωστό γυναικείο τρόπο ξεπέρασαν άμα τη διαγραφή μου και ήρθαν τραλαλά-τραλαλό όλες μαζί απρόσκλητες. Θεώρησα, ως γνωστή ηλίθια από τα μικράτα μου, ότι κάνουν μία κίνηση επανασύνδεσης και χάρηκα. Διαπίστωσα όμως πως ήρθαν για να μου τη σπάσουν και με αγνοούσαν επιδεικτικά. Τότε ω του θαύματος, ένας θυμός, ένας απίστευτος θυμός ξεχύθηκε σαν τσουνάμι και παρέσυρε τα πάντα, τις έδιωξα κακήν-κακώς, τις έκανα καροτσάκι, με κρατούσαν οι σερβιτόροι, κι αφού ξεκουμπίστηκαν για τα καλά και ούτε την καλημέρα τους δεν θέλω πια και για πρώτη φορά το λέω και γελάω, κάθισα στο τραπέζι και συνέχιζα να διασκεδάζω με τους αγαπημένους μου κάνοντας το «κόλλα πέντε». Ξύπνησα τόσο χαρούμενη, που ξύπνησα και τον άντρα μου για να του πω, το είπα στον γιο μου και ξεκαρδιζόμουν στα γέλια, στην αδελφή μου επίσης και τώρα σε εσάς! Τώρα αυτό γιατί είναι τόσο σημαντικό για εμένα και για εσάς; Γιατί ο ένας λόγος που με έφερε σε αυτή την κατάσταση είναι ο θυμός που με τρομάζει τόσο, που δεν τον βγάζω ποτέ όταν πρέπει και όσο πρέπει, που δεν ανοίγει το στόμα να πει την παραμικρή λέξη· μόνο δάκρυα έρχονται, και μία καλή νέα κρυψώνα. Αυτή είναι η χειρότερη επιλογή, και το γεγονός ότι κατάφερα να τον βγάλω έστω και στον ύπνο μου, κάτι δεν πρέπει να σημαίνει; Κάτι καλό; Σας φιλώ, ευχαριστώ που με ακούτε!

2 Αυγούστου

Πυρετός, σίγουρα κυστίτιδα, πιθανώς ουρολοίμωξη. Πςςςςςςς, γατόνια στις λοιμώξεις! Και μετά σου λένε… άμα σε έχει φτύσει από την ημέρα που γεννήθηκες. Το παρόν κλείνει μέχρι νεωτέρας! Μην ανησυχείτε: το αγριολούλουδο αντέχει, βαράτε αλύπητα! Και μην τολμήσει κανείς να πει τίποτα!

[ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ. Eικ.: Audrey Stommes, Judged ]