Το νήμα που συνδέει τρία ή τέσσερα βιβλία

C
Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Το νήμα που συνδέει τρία ή τέσσερα βιβλία

Μία από τις μικρές και γλυκές απολαύσεις που προσφέρει η ανάγνωση είναι η ανακάλυψη των μυστικών νημάτων με τα οποία κάποια βιβλία συνδέονται μεταξύ τους. Δεν αναφέρομαι στην επίδραση που ένας συγγραφέας μπορεί να έχει στη γραφή κάποιου άλλου ή στη συνειδητή μίμηση του ύφους ή των θεμάτων, πράγμα που συχνά συμβαίνει και σχετικά εύκολα αναγνωρίζεται. Μιλώ για εκείνα τα σπάνια και ελάχιστα κοινά στοιχεία που δύο ξένα μεταξύ τους βιβλία μπορεί κάποτε να έχουν και τα οποία περνούν συνήθως απαρατήρητα από τον αναγνώστη, εκτός κι αν η τύχη (ή η συστηματική εκ μέρους του δουλειά) τα φέρει κοντά το ένα στο άλλο.

Νά πώς γίνεται συνήθως:

Ξεκινώντας φέτος να διαβάζω την «Ιστορία» του Ηροδότου, συνάντησα, στην πρώτη κιόλας παράγραφο του πρώτου βιβλίου, μια φράση που, ενώ δεν φαίνεται αξιοπερίεργη, μου τράβηξε ωστόσο την προσοχή και τη σημείωσα —απορώντας κι εγώ ο ίδιος— απαλά με το μολύβι μου:

Έφτασαν, λέει, σ’ αυτό το Άργος οι Φοίνικες και ξεπουλούσαν το φορτίο τους. Όμως την πέμπτη ή την έκτη μέρα αφότου έφτασαν, και όταν σχεδόν τα είχαν όλα ξεπουλήσει, κατέβηκαν στη θάλασσα κι άλλες πολλές κοπέλες κι ανάμεσά τους η θυγατέρα του βασιλιά.

Μερικές σελίδες παρακάτω μια άλλη φράση ξεδιάλυνε το μυστήριο της πρώτης:

Σαν έφτασε, τον φιλοξένησε στα βασιλικά του ανάκτορα ο Κροίσος· κι ύστερα την τρίτη ή την τέταρτη μέρα, με προσταγή του Κροίσου, υπηρέτες γυρνούσαν τον Σόλωνα να δει τους θησαυρούς και του έδειχναν πόσο ήσαν όλα μεγάλα και πλούσια.

Ήταν εκείνο το διαζευκτικό «ή» που με έκανε να σταθώ και στις δύο περιπτώσεις. Ο Ηρόδοτος μιλάει για γεγονότα τόσο μακρινά, ακόμη και στη δική του εποχή, μυθικά για εμάς, κι όμως μοιάζει να νοιάζεται ειλικρινά για το αν οι Φοίνικες ξεπούλησαν την πραμάτεια τους σε πέντε ή σε έξι ημέρες και αν ο Κροίσος έδωσε εντολή να ξεναγήσουν τον Σόλωνα στους θησαυρούς του μετά από τρεις ή τέσσερις ημέρες.

Αυτό το διαζευκτικό «ή» της περιττής ακριβολογίας είναι που με σταμάτησε, για λίγο, από την ανάγνωση του Ηροδότου και με οδήγησε να ανοίξω τις «Επαναλήψεις» του Γιάννη Ρίτσου και να βρω το ομότιτλο ποίημα, του 1969:

Το διαζευκτικόν «ή»
Όταν το δόρυ του Διομήδη, οδηγημένο απ’ της θεάς το χέρι,
μπήχτηκε στα πλευρά τ’ άγριου θεού, του κρανοφόρου, ο Άρης τότε

τέτοια βρυχήθηκε ιαχή που κατατρόμαξαν Αχαιοί και Τρώες,
γιατί ’ταν (λέει ο Ποιητής) σάμπως ν’ αλάλαξαν εννέα ή δέκα
χιλιάδες πολεμόχαροι πολεμιστές μαζί.

Ω, αυτό το «ή» –

Έκφραση περιπαιχτικής κι ευγενικής ταυτόχρονα ακριβολογίας,
αμφίθυμο χαμόγελο μιας αμετάδοτης κι αμέτοχης σοφίας
που στρέφει σκωπτικά προς τον εαυτό της και τους άλλους
γνωρίζοντας καλά πως ακατόρθωτη είναι
η ακρίβεια, πως ακρίβεια δεν υπάρχει (γι’ αυτό κι ασυχώρετο
το ύφος το πομπικό της βεβαιότητας — ο θεός να μας φυλάει).
«Ή», διαζευκτικό, σεμνή συνέπεια στο μυστήριο της αοριστίας,
βαθιά ανταπόκριση στην πολλαπλότητα ουσιών και φαινομένων,
μ’ εσένανε βολεύουμε κι εμείς τις δυσκολίες του βίου και του ονείρου,
τις τόσες αποχρώσεις και εκδοχές του μαύρου έως το αόρατο άσπρο.

Από κει μέχρι την Ε ραψωδία της «Ιλιάδας» δεν είναι παρά δυο ράφια δρόμος:

Τότε ο χάλκινος Άρης εμούγκρισε όσο ξεφωνίζουν εννέα ή δέκα χιλιάδες άντρες στον πόλεμο, όταν μπαίνουν στη μάχη.

Και, με λίγο ξεφύλλισμα του βιβλίου ακόμα (γιατί αυτός είναι, βέβαια, ο σκοπός, να ξαναγυρίζεις κάθε τόσο στα βιβλία που έχεις ήδη διαβάσει), φτάνεις και στη ραψωδία Ξ:

Όσο ξεφωνίζουν εννέα ή δέκα χιλιάδες άνθρωποι στον πόλεμο, όταν μπαίνουν στη μάχη, τόση φωνή έβγαλε από το στήθος του ο βασιλιάς που τραντάζει τη γη.

Στη συνέχεια άπλωσα και το χέρι μου στην «Ιστορία» του Θουκυδίδη, γατί είχα την εντύπωση ότι κι εκεί είχα εντοπίσει μια παρόμοια τροπή του λόγου, κι ελπίζοντας πως είχα ανακαλύψει ένα αρχαϊκό, ίσως, μοτίβο, αλλά δεν ήταν αυτό που θυμόμουν τελικά. Που ελάχιστη σημασία έχει βέβαια, αφού —το ξανάπα— ο σκοπός δεν είναι άλλος παρά να βρίσκουμε αφορμές για να ξαναπιάνουμε στα χέρια μας τα βιβλία που παλαιότερα διαβάσαμε, να μην αφήνουμε τον χρόνο και την επικαιρότητα να θαμπώνουν τις αναγνωστικές απολαύσεις που κάποτε δοκιμάσαμε, να μη στερούμε από τον εαυτό μας την ηδονή του πετάγματος από το ένα βιβλίο στο άλλο, από τη μια φράση στην άλλη, από τη μία γλώσσα στην άλλη.

Κι ένα άλλο παλιότερο παράδειγμα της ίδιας λειτουργίας:

Έχω προσέξει, μελετώντας το έργο του Ρέιμοντ Τσάντλερ, πόσο προσεκτικά περιγράφει τα χαμόγελα των χαρακτήρων του, ιδίως των απατεώνων και των εγκληματιών, και πόσο επιμένει στην ειλικρίνεια τους ή όχι. Λέει, φέρ’ ειπείν, κάπου:

Του χαμογέλασα. Αυτός χτύπησε ελαφρά το πούρο του στην άκρη ενός σταχτοδοχείου και ανταπέδωσε το χαμόγελο. Κανένα από τα χαμόγελά μας δεν ήταν ειλικρινές.

Ή αλλού:

Καθισμένος στον πάγκο του μπαρ, ένας μελαγχολικός τύπος μιλούσε στον μπάρμαν, που σκούπιζε και ξανασκούπιζε το ίδιο ποτήρι ακούγοντας τον άλλο με το πλαστικό εκείνο χαμόγελο στο οποίο καταφεύγουν οι άνθρωποι όταν κρατιούνται για να μην ουρλιάξουν.

Διαβάζοντας πριν από μερικούς μήνες το εξαιρετικό δοκίμιο του George Steiner «Δέκα (πιθανοί) λόγοι για τη μελαγχολία της σκέψης», βρήκα το σχόλιο που συνοδεύει τέλεια την παρατήρησή μου για τα χαμόγελα του Τσάντλερ:

Η άλλη τάξη εμπειρίας της σκέψης όπου σχίζεται ο πέπλος είναι το αυθόρμητο γέλιο. Τη στιγμή που «πιάνουμε» το αστείο ή τυχαίνει να πέσουμε πάνω στο κωμικό θέαμα, η νοοτροπία μας εκτίθεται ολόγυμνη. Προς στιγμήν, δεν υπάρχουν «ωριμότερες σκέψεις». Αυτό όμως το άνοιγμα στον κόσμο και στους άλλους διαρκεί ελάχιστα και έχει τη δυναμική του αθέλητου. Από αυτή την άποψη, τα χαμόγελα είναι σχεδόν το αντίθετο του γέλιου. Τον Σαίξπηρ τον ανησυχούσε πάρα πολύ το χαμόγελο των καθαρμάτων.

Η αναφορά στον Σαίξπηρ με οδήγησε να ξεφυλλίσω ορισμένα από τα έργα του, χωρίς όμως να καταφέρω να εντοπίσω την ακριβή πηγή του Steiner. Ώσπου τις προάλλες, διαβάζοντας το αστυνομικό μυθιστόρημα της Louise Welsh «Το τελευταίο καρέ», έπεσα στην εξής παράγραφο:

Την κοίταξα σαστισμένος, ύστερα χαμογέλασα θλιμμένα και κατένευσα. Από μέσα μου όμως δεν συμφώνησα σε τίποτα. «Να ’χει μπορεί κανείς χαμογελαστά χείλη και να ’ναι κακούργος», όπως λέει και ο Άμλετ.

Αυτό ακριβώς που γύρευα! Πίσω στον «Άμλετ» άλλη μια φορά…

Ιδού, λοιπόν, πώς ένα χαμόγελο δένει με το (οδοντικό) νήμα του τέσσερα βιβλία, πουδύσκολα θα συνδέονταν μεταξύ τους με άλλον τρόπο — και έτσι, για λίγο έστω, δεν μοιάζουν τόσο ασυνάρτητα και ασύνδετα τα διαβάσματά μας.